3 Αυγούστου, 2016

Μία μάχη για τη Δικαιοσύνη

Νίκος Βιτώρος

Οι πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, Π. Πολάκη, ήρθαν να προστεθούν σε μία σειρά από δηλώσεις που αποτυπώνουν ανάγλυφα την αντίληψη της κυβέρνησης για τη λειτουργία της δικαιοσύνης. «Δεν είναι δυνατόν», υποστήριξε ο Υπουργός, «κεντρικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης που εξυγιαίνουν το χώρο της υγείας να βρίσκονται υπό την αίρεση ή την ακύρωση από κάποιον δικαστή που μπορεί να εκδίδει προσωρινές διαταγές». Δηλαδή, σύμφωνα με τον κ. Πολάκη, οι Έλληνες δικαστές, κατά την εκτέλεση του δικαιοδοτικού τους έργου, οφείλουν να εφαρμόζουν την κυβερνητική πολιτική ή, πάντως, να μην αμφισβητούν τις «κεντρικές πολιτικές επιλογές» της κυβέρνησης. Η προφανής αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης δεν φάνηκε να ενοχλεί κανέναν από τους κυβερνητικούς συντρόφους. Και βέβαια, ο Υπουργός παραμένει στη θέση του…

Όλοι θυμόμαστε την παλαιότερη δήλωση του Αναπληρωτή Υπουργού Δικαιοσύνης, Δ. Παπαγγελόπουλου, ο οποίος, μετά από ανακοίνωση της Ένωσης Ελλήνων Εισαγγελέων με καθαρά επιστημονικό περιεχόμενο, αναρωτήθηκε «πως υπάρχει Έλληνας Εισαγγελέας, που θα προτιμούσε να μειώνονται δραστικά μισθοί και συντάξεις και ο ελληνικός λαός να πληρώνει δυσβάσταχτους φόρους, αντί να πληρώνουν τους φόρους τους οι φοροφυγάδες και τις νόμιμες υποχρεώσεις τους οι διαπλεκόμενοι και οι κλέφτες του δημοσίου χρήματος». Ούτε βέβαια ξεχνά κανείς τη θεσμικά αποτρόπαια προειδοποίηση που είχε απευθύνει ο ίδιος, από του βήματος της Βουλής, για επερχόμενα "δικαστικά πραξικοπήματα" εκ μέρους δικαστών και την "αντιμετώπισή" τους, από την πλευρά της κυβέρνησης. Εξάλλου, όλοι παρακολουθούμε, με ανησυχία και οδυνηρή έκπληξη, την υπόθεση των αποκαλύψεων της Εισαγγελέως Εφετών, Γ. Τσατάνη, σχετικά με παρεμβάσεις του ίδιου του κ. Παπαγγελόπουλου κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση επιδίδεται σε μία διαρκή προσπάθεια παρέμβασης στο έργο της δικαιοσύνης και αλλοίωσης της λειτουργικής, εσωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών.

Το θέμα, ωστόσο, δεν αποτελεί ένα ακόμη τρέχον πολιτικό ζήτημα, ούτε ασφαλώς προσφέρεται για φθηνή εκμετάλλευση. Η καθεστωτική νοοτροπία με την οποίαν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προσεγγίζει τη δικαιοσύνη συνιστά, πλέον, ολοκληρωμένη θεσμική εκτροπή. Διαβρώνει την ίδια τη συνταγματικά καθιερωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών του κράτους δεν αποτελεί, απλά και μόνον, μία γενική πολιτική αρχή. Η διακήρυξή της από το Σύνταγμά μας (άρθρο 26) δεν έχει συμβολικό χαρακτήρα ή, πολύ περισσότερο, δεν συνιστά μία απλή κατευθυντήρια γραμμή για τον τρόπο λειτουργίας του Κράτους. Η διάκριση των εξουσιών διαμορφώνει την ίδια την οργανωτική βάση του πολιτεύματος. Καθορίζει την ουσία της άσκησης της κρατικής εξουσίας, με τρόπο που διασφαλίζει την εξισορρόπηση των λειτουργιών του κράτους και την αποτροπή της κατάχρησης των εξουσιών. Αποτυπώνει τον πυρήνα της συνταγματικής τάξης και χαράσσει τα όρια του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Οι ιστορικές και πνευματικές καταβολές, εξάλλου, της αρχής της διάκρισης των εξουσιών τονίζουν την κλιμακωτή εμπέδωσή της, παράλληλα με την καθιέρωση των φιλελεύθερων δημοκρατικών καθεστώτων. Από τον Αριστοτέλη και τα Πολιτικά του (όπου τα έργα της πολιτείας χωρίζονται στο «βουλευόμενο», το «περί τας αρχάς» και το «δικάζον»), έως τον Μοντεσκιέ, το Διαφωτισμό και τη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία και πολιτειολογία, η διάκριση των εξουσιών εγκαθίσταται, σταδιακά, στο θεσμικό πυρήνα των δημοκρατικών καθεστώτων.

Με απλά λόγια: Όταν το Σύνταγμα επιτάσσει η δικαστική λειτουργία να ασκείται από τα δικαστήρια, ορίζει, με απόλυτο και αδιαμφισβήτητο τρόπο, ότι η δικαιοσύνη είναι (και οφείλει να παραμένει σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή) ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία. Αυτός είναι και ο λόγος που η δικαιοσύνη εξοπλίζεται με πολλαπλές εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών. Ένα κρατικό μόρφωμα, αντιστρόφως, που δεν εξασφαλίζει, θεσμικά και λειτουργικά, ότι το έργο της απονομής της δικαιοσύνης παραμένει ανεπηρέαστο από την πολιτική βούληση, δεν είναι καν συνταγματικό κράτος. Δεν φέρει καν τα χαρακτηριστικά αστικής, φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζεται η δικαιοσύνη και οι δικαστικοί λειτουργοί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ παραπέμπει ευθέως σε απόπειρα καταστρατήγησης της συνταγματικής τάξης και αλλοίωσης της διάκρισης των εξουσιών. Κυβερνητικά στελέχη, μέσω «διαρροών», δηλώσεων και δημόσιων τοποθετήσεων, εγκαλούν δικαστές για το περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων, απειλούν με πειθαρχική αντιμετώπιση σε περιπτώσεις «παρεκκλίσεων» κατά το δικαιοδοτικό έργο, ή διατυπώνουν σαφείς υποδείξεις για τη «γραμμή» που πρέπει να ακολουθήσουν οι αποφάσεις της δικαιοσύνης. Οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας των Ελλήνων δικαστών σμπαραλιάζονται, στο πλαίσιο μίας κοντόφθαλμης κομματικής στρατηγικής που θέλει να εμφανίσει τη δικαιοσύνη ως πολιορκητικό κριό για την επίτευξη των σκοπών του νέου καθεστώτος. Που υποβιβάζει, φοβάμαι, τους δικαστές από ανεξάρτητους λειτουργούς της δικαιοσύνης, σε φορείς υλοποίησης μίας «πολιτικής αλλαγής», με κομματική ταυτότητα και ποικιλώνυμες εξαρτήσεις.

Γινόμαστε μάρτυρες μίας πρωτοφανούς, με όρους πολιτικής χυδαιότητας, αμφισβήτησης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Είναι ευθύνη όλων μας να καταγγείλουμε τον εκτροχιασμό. Είναι καιρός να σταθούμε, με όλες μας τις δυνάμεις, απέναντι σε όποιον τοποθετεί τις συνταγματικές εγγυήσεις, ακόμη και τις ίδιες τις βάσεις του πολιτεύματος, στην προκρούστεια κλίνη. Είναι η στιγμή που πρέπει, αποφασιστικά, να σταματήσουμε τη θεσμική περιδίνηση της χώρας.

* Ο Νίκος Βιτώρος είναι μέλος της ΜΕΣΥΑ και εμπειρογνώμονας του τομέα Δικαιοσύνης

Σχετικά