11 Μαρτίου, 2017

Μεταρρύθμιση και ευημερία

Πάνος Μπιτσαξής

Το μεγάλο φράγμα του μεταρρυθμιστικού λόγου είναι ο φόβος τον οποίο προκαλεί. Η ελληνική κοινωνία είναι δύσπιστη απέναντι σε κάθε εξαγγελία που ταράζει τα λιμνάζοντα ύδατα του «γνωστού» και «παραδεδεγμένου» περιβάλλοντος. Η άγκυρα του φοβικού αυτού συνδρόμου στην συλλογική συνείδηση είναι βαριά κι ασήκωτη. Βαθιά εδραιωμένη εξαιτίας της σύγκλισης πολλών και ετερόκλητων παραμέτρων.

Ο μεταρρυθμιστικός λόγος έχει διαχρονικά ακυρωθεί από πολλούς φερέλπιδες μεταρρυθμιστές, που είτε αστόχησαν λόγω προχειρότητας είτε βάφτισαν μεταρρύθμιση ψευδεπίγραφους, ασήμαντους και ίσως άχρηστους μετασχηματισμούς.

Υπό τον όρο «μεταρρύθμιση», η ελληνική κοινωνία έζησε πολυποίκιλες μνημονιακές παρεμβάσεις στο εισόδημα καθώς και τον παραλογισμό της φορομπηχτικής πολιτικής. Ταύτισε την έννοια της μεταρρύθμισης με την φτώχεια, την μιζέρια και την ανέχεια. Για την συντριπτική πλειονότητα ο όρος μεταρρύθμιση έχει γίνει συνώνυμος με τις περικοπές μισθών και συντάξεων. Μεγαλεπήβολες εξαγγελίες του παρελθόντος με θεωρητική κατεύθυνση την μεταρρύθμιση, είτε έμειναν στα χαρτιά είτε έμειναν μισές και χώλαιναν είτε τέλος μετατράπηκαν στο αντίθετό τους. Σε αυτήν την μακρόχρονη πείρα ακυρώθηκαν και στην συλλογική συνείδηση, γιατί η συλλογική συνείδηση διαμορφώνεται από την πολιτική πράξη και όχι από τον προεκλογικό λόγο. Υπενθυμίζω τις σεισμικές δονήσεις που προκάλεσαν συνθηματικές συμπυκνώσεις, όπως η αλλαγή, ο εκσυγχρονισμός, η επανίδρυση του κράτους, η νέα διακυβέρνηση, το αντιμνημόνιο και άλλα πολλά.

Την ελληνική κοινωνία διαπερνά πια, ενόψει των παραπάνω παραμέτρων, μια παράξενη και πρωτοφανής για την δημόσια ζωή της χώρας καταθλιπτική τάση. Συνδυάζεται με τον «νόστο» της παλιάς και χαμένης ευημερίας. Η αίσθηση αδιεξόδου που αποτυπώνεται στην διάσημη φράση «φως στο τούνελ», η απόρριψη της πολιτικής, η συλλήβδην και άνευ όρων απαξίωση των θεσμών της δημοκρατίας, η έλλειψη προοπτικής είναι το τοξικό νέφος μέσα στο οποίο αναπνέουν, συναινώντας από κάθε πιθανή και απίθανη αφετηρία οι Έλληνες πολίτες. Στο πεδίο της πρακτικής πολιτικής συμπεριφοράς αναζωπυρώνονται στο έπακρο ο στείρος ατομισμός, η νομιμοποιημένη φαυλότητα, ο καιροσκοπισμός, η απόλυτη αδιαφορία προς το γενικό καλό. «Πρώτα εγώ, μετά η φαμίλια μου, μετά το χωριό μου, μετά ο νομός μου κι αν περισσέψει τίποτα μετά η Ελλάδα».

Οι πολιτικές δυνάμεις, αμήχανες, αδυνατούν ακόμα και να περιγράψουν την αιτιοκρατική αλυσίδα που προκάλεσε την σημερινή κατάσταση. Ο λόγος είναι άγονος, ρηχός και γεμάτος ιδιοτέλεια. Το «πού ήμασταν και πώς καταντήσαμε έτσι», που είναι στα χείλη κάθε πολίτη, μεταφράζεται πολιτικά σε ένα συνεχές, βαρετό κι επαναληπτικό «δεν φταίω εγώ, δεν φταις εσύ, φταίνε οι άλλοι».

Το Ποτάμι επιχειρεί να αρθρώσει τον μεταρρυθμιστικό λόγο σε μια νέα και πιο συγκεκριμένη μορφή. Δεν έχει, ωστόσο, καταφέρει να πείσει, ίσως γιατί δεν τολμάει να το πει καθαρά, ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι ο μοναδικός δρόμος επιστροφής στην ευημερία. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Αν οι μεταρρυθμίσεις δεν εξασφαλίζουν την ευημερία, έστω και μεσοπρόθεσμα, κι αν κανένας δεν έχει πεισθεί ότι σε αυτό στοχεύουν, δεν έχουν καμία ελπίδα να γίνουν αποδεκτές με πλειοψηφική συναίνεση. Καθένας κοιτάζει μέσα από την προοπτική των μεταρρυθμίσεων το θιγόμενο μικροσυμφεροντάκι του. Το δέντρο και όχι το δάσος. Δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του να κατεβαίνει από το δέντρο και να ζει στο δάσος, γιατί δεν πιστεύει αυτόν που το υπόσχεται. Αν δεν συνδυαστεί η προοπτική μεταρρυθμίσεων με την συλλογική ευημερία, δηλαδή την ανάπτυξη σε συνθήκες κοινωνικής συνοχής, το παιχνίδι θα έχει χαθεί. Θα είμαστε σαν τον σκύλο που τσακώνεται συνεχώς με την σκιά του. Η απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας δεν θα πείθει τους επιχειρηματίες και θα φοβίζει τους εργαζόμενους. Ο εκσυγχρονισμός του κράτους θα βρίσκει αντίθετους τους δημοσίους υπαλλήλους και οι πολίτες θα πιστεύουν ότι κάποιοι θέλουν να μειώσουν τα νοσοκομεία και τα σχολεία. Ο διαχωρισμός της Εκκλησίας από το Κράτος θα αφήνει παγερά αδιάφορους τους πάντες και θα μετατρέπει τους παπάδες σε όργανα άσκησης πολιτικής. Οι ιδιωτικοποιήσεις θα σημαίνουν σκάνδαλα και μίζες και όχι δουλειές. Κάτι επειγόντως πρέπει να κάνουμε για να βελτιώσουμε την ρητορική του μεταρρυθμιστικού λόγου. Κάτι πρέπει να κάνουμε για να δείξουμε ότι ο μεταρρυθμιστικός λόγος δεν είναι λόγια αλλά έχει δυναμική κυβερνησιμότητας.

Οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να είναι ένας νεόκοπος, ασαφής και δυσνόητος λόγος. Ένας λόγος που συνεπαίρνει τους επαΐοντες και την ελίτ κι αφήνει αδιάφορο τον μαχόμενο καθημερινό άνθρωπο. Για να επαγγελθείς μεταρρύθμιση πρέπει να ξέρεις τι θέλεις να αλλάξεις. Πρέπει να θέλεις να το αλλάξεις. Πρέπει να ξέρεις πώς θα το κάνεις και όχι να φαντασιώνεσαι το αδύνατο. Πρέπει να πείσεις την πλειονότητα για την ανάγκη και τη σημασία της μεταρρύθμισης που θέλεις να κάνεις. Πρέπει, τέλος, να χρονοθετήσεις τις αλλαγές σωστά και να τις ολοκληρώνεις σε εύλογο χρόνο. Δεν αρκεί, για παράδειγμα, αγαπητέ Κυριάκο Μητσοτάκη, να επαγγέλλεσαι τη μείωση των φόρων. Κανείς δεν θα το πιστέψει αν δεν κατανοήσεις ο ίδιος το πώς και πότε θα γίνει αυτό. Ποιοι φόροι; Πόσο θα μειωθούν; Από πού θα βρεθούν τα λεφτά για να γίνει αυτό; Άντε ξανά μανά η δημιουργική ασάφεια. Ο Βαρουφάκης άφησε πίσω του, μέσα στην τρέλλα που τον δέρνει, ολόκληρη σχολή σκέψης που στηρίζεται πάνω στην δημιουργική ασάφεια. Δεξιά και αριστερά.

Είχα γράψει κάποτε ένα άρθρο με τίτλο «Υπάρχει και δεξιά αυταπάτη, κύριε Μητσοτάκη». Κάθε μέρα που περνά μου έρχεται στο μυαλό το δράμα που θα ζήσει η Ελλάδα όταν έρθει η ώρα μιας νέας Κυβέρνησης που θα αντικαταστήσει την άθλια σημερινή διακυβέρνηση και θα οδηγηθεί και αυτή στην αποτυχία και την χλεύη.

Προσοχή. Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από την κάλπη.

*Ο Πάνος Μπιτσαξής είναι μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου

Πηγή: iporta.gr