15 Μαΐου, 2018

«Μεταναστευτικό: Δύσκολη η ισορροπία μεταξύ Ευρώπης-φρουρίου και ποιότητας ζωής των πολιτών»

Σπύρος Δανέλλης

«Το μεταναστευτικό – προσφυγικό αποτελεί για τη χώρα μας ζήτημα αιχμής, αλλά δεν πρέπει να ξεχνούμε πως το πρόβλημα αυτό καλούνται να το αντιμετωπίσουν και οι 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης», είπε στην Ολομέλεια ο ειδικός αγορητής του Ποταμιού Σπύρος Δανέλλης, στο πλαίσιο της συζήτησης του νομοσχεδίου του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης.

Ο βουλευτής Ηρακλείου επεσήμανε, πως η χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια της απομόνωσης, καθώς είμαστε για εκατομμύρια εξαθλιωμένων, χώρα – πύλη για την Ευρώπη, χώρα – πύλη για μια καλύτερη ζωή.

«Προφανώς, για τις περιοχές που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή υποδοχής των προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών, όπως η Χίος, η Λέσβος, η Κως, ή οψίμως ο Έβρος, αυτά είναι κακά μαντάτα. Αυτές καλούνται να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της υποδοχής, ταυτοποίησης, και τελικής προώθησης των προσφύγων και μεταναστών μέσα σε ένα αυστηρά ευρωπαϊκό πλαίσιο», είπε χαρακτηριστικά.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο:

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Το μεταναστευτικό – προσφυγικό αποτελεί για τη χώρα μας ζήτημα αιχμής.
Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνούμε πως το πρόβλημα αυτό καλούνται να το αντιμετωπίσουν και οι 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τι πρέπει να γίνει για να αντιμετωπιστεί το προσφυγικό και μεταναστευτικό πρόβλημα στην Ελλάδα και την Ευρώπη;

Κατ’ αρχάς πρέπει να γίνει κοινή συνείδηση ότι η μαζική μετακίνηση πληθυσμών είναι προϊόν πολλών παραγόντων.

Πέραν των πολεμικών συρράξεων σε περιοχές με προβλήματα φτώχειας, ακραίων κλιματικών συνθηκών, υπερπληθυσμού, και φυλετικών διαφοροποιήσεων αυξάνεται στατιστικά η πιθανότητα έκρηξης κυρίως εμφυλίων συγκρούσεων, που αναγκάζουν τους ηττημένους να παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς.
Όσο ουτοπικό ή ιδεαλιστικό κι αν ακούγεται, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να επιμείνουμε σε πολιτικές ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Αυτές θα πρέπει να συνοδεύονται από υπολογίσιμη εξωτερική οικονομική και ανθρωπιστική βοήθεια, προκειμένου να μπορούν να προλάβουν ή ακόμη και να αποτρέψουν πολλές ενδοκρατικές και διακρατικές συγκρούσεις στα σημεία που αυτές εκκολάπτονται.
Για αυτό πάντα επιμένω στη διπλωματία, στην άσκηση soft power από πλευράς Ε.Ε.
Από την άλλη, στο θέμα της μετανάστευσης και των προσφυγικών ροών στον σύγχρονο κόσμο παρατηρούμε μια ειρωνεία.

Οι συγκρούσεις στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο σε ένα ποσοστό είναι και συνέπειες ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων για εξασφάλιση σφαιρών επιρροής, για εκμετάλλευση πρώτων υλών, αλλά και για πώληση οπλικών συστημάτων.

Το αποτέλεσμά τους είναι ωστόσο η δημιουργία απελπισμένων προσφύγων που συρρέουν προς τον Δυτικό κόσμο.
Το παράδοξο αυτής της ιστορίας είναι ότι, στο τέλος, οι προνομιούχοι του πλανήτη αναγκάζονται να πληρώνουν πολλαπλάσια κόστη για την αντιμετώπιση των προσφυγικών κυμάτων, ακριβώς σε αυτήν την προσπάθειά τους για πολλαπλασιασμό κέρδους και δύναμης.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο.
Η χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια της απομόνωσης.
Είμαστε εξάλλου για εκατομμύρια εξαθλιωμένων, χώρα – πύλη για την Ευρώπη, χώρα – πύλη για μια καλύτερη ζωή.

Προφανώς, για τις περιοχές που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή υποδοχής των προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών, όπως η Χίος, η Λέσβος, η Κως, ή οψίμως ο Έβρος, αυτά είναι κακά μαντάτα.
Αυτές καλούνται να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της υποδοχής, ταυτοποίησης, και τελικής προώθησης των προσφύγων και μεταναστών μέσα σε ένα αυστηρά ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Και αυτό κάνουμε σήμερα, ενσωματώνοντας τις 2 ευρωπαϊκές οδηγίες.
Βέβαια το πρόβλημα του μεταναστευτικού – προσφυγικού δεν λύνεται αποκλειστικά και μόνο με νομικά εργαλεία.

Πρόκειται για ένα πρόβλημα πολυεπίπεδο, που αφορά όχι μόνο το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο, αλλά εξαρτάται άμεσα και από τις διεθνείς εξελίξεις.
Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε καθημερινά σε κινούμενη άμμο, και αυτό σημαίνει ότι τα συναρμόδια Υπουργεία, αλλά και οι εταίροι μας της Ε.Ε. πρέπει να βρίσκονται σε διαρκή ετοιμότητα για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου.

Η δουλειά μας είναι δύσκολη.
Από τη μία δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να δημιουργηθεί μια Ευρώπη «φρούριο».
Γιατί είναι καθήκον μας να προστατεύσουμε αυτούς που χρήζουν προστασίας, αλλά από την άλλη πλευρά, είναι εξίσου υποχρέωσή μας να μη βάζουμε σε κίνδυνο την ασφάλεια ή την ποιότητα ζωής των πολιτών μας.
Πρέπει να προστατεύσουμε πιο αποτελεσματικά τα σύνορά μας, χωρίς ωστόσο αυτό να αποβαίνει εις βάρος των θεμελιωδών ευρωπαϊκών αξιών της ανεκτικότητας και του ανοικτού πνεύματος.
Κύριε Υπουργέ.

Δεν υποτιμούμε τις δυσκολίες στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος, του οποίου οι διαστάσεις διαρκώς αλλάζουν και μάλιστα απρόβλεπτα.
Όμως, έχουμε αποκομίσει σημαντική εμπειρία πλέον, ώστε τουλάχιστον ως προς τις δομές και τις διαδικασίες, να έχουμε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό.

Είναι κρίμα να έχουμε στην διάθεσή μας οικονομικούς πόρους και να μην μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε εγκαίρως και επαρκώς, λόγω γραφειοκρατικών αγκυλώσεων ή διοικητικής ανεπάρκειας.
Είναι απαράδεκτο εργαζόμενοι, να παραμένουν απλήρωτοι, επί 5 ή 6 μήνες.
Και βέβαια, να πω εδώ, πως είναι σωστή η απόφαση ανανέωσης όλων των Συμβάσεων Ορισμένου Χρόνου, των εργαζομένων στην Υπηρεσία Ασύλου.
Το έμπειρο προσωπικό δεν μας περισσεύει και για αυτό πρέπει πάντα να το αξιοποιούμε με τον καλύτερο τρόπο.

Στο νομοσχέδιο τώρα.
Ορισμένες γενικές παρατηρήσεις.
Είναι προφανές ότι με την ενσωμάτωση της 2013/33/ΕΕ οδηγίας που επιχειρείται με αυτό το νομοσχέδιο, βελτιώνεται σημαντικά η εσωτερική νομοθεσία.
Και αυτό γιατί είναι κατά πολύ αρτιότερη νομοτεχνικά από αυτήν που ίσχυε μέχρι πρότινος και που είχε ενσωματωθεί με το νόμο 4375/2016.

Όμως, οι δικαστικές εγγυήσεις για τους υπηκόους τρίτων χωρών και αλλοεθνών που αιτούνται ασύλου στην Ελλάδα, δείχνουν να υποχωρούν, ενώ θα έπρεπε να ενισχύονται.
Επιπροσθέτως, φοβάμαι, ότι ορισμένες από τις προβλέψεις του σχεδίου νόμου ίσως να μην ανταποκρίνονται στις πραγματικότητες που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι καθημερινά στο πεδίο.
Ο φόβος των οργανώσεων είναι πως σε περίπτωση που τεθεί ζήτημα ερμηνείας της Οδηγίας ενώπιον του Δικαστηρίου της Ε.Ε. ίσως η Ελλάδα να βρεθεί να παραβιάζει όχι μόνο το Ενωσιακό αλλά και το Διεθνές Δίκαιο.

Λίγα πράγματα για τη δομή του νομοσχεδίου, που όπως έχω πει ξανά, έρχεται με καθυστέρηση.
Στο Μέρος Α΄ και συγκεκριμένα με τα άρθρ. 1-24 πραγματοποιείται προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας και ενσωματώνεται η Οδηγία 2013/33/ΕΕ, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία.

Στο Μέρος Β΄ και τα άρθρ. 25-27 ενσωματώνεται έτερη Οδηγία, η 2014/66/ΕΕ, που αφορά τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης, μέσω τροποποίησης με προσθήκη άρθρων του ν.4251/2014 (Α΄80).

Στο Μέρος Γ΄, όπου θα επικεντρωθεί και το μεγαλύτερο μέρος της τοποθέτησής μου, με το άρθρ. 28 τροποποιείται ο προηγούμενος ν. 4375/2016 (Α΄51), που αφορούσε την «Οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Ασύλου, Αρχής Προσφυγών, Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης σύσταση Γενικής Γραμματείας Υποδοχής και άλλες διατάξεις, ενώ με το άρθρ. 29 (Μέρος Γ΄) τροποποιείται ο ν. 3068/2002 (Α΄274), ως προς τις διαδικασίες ασύλου.

Τέλος στο Μέρος Δ΄, με τα άρθρ. 30-37 τροποποιούνται ή καταργούνται διατάξεις του ν.4375/2016 (Α΄51), τροποποιούνται το π.δ.106/2007 (Α΄135) και το π.δ. 122/2017 (Α΄149), ενώ προστίθενται διατάξεις που σχετίζονται τόσο με θέματα μετανάστευσης, όσο και διαδικαστικά θέματα χορήγησης ασύλου.

Σε ό,τι αφορά το Ά Μέρος θέλω να σταθώ σε μερικές επισημάνσεις του Συνηγόρου του Πολίτη (ΣτΠ), ο οποίος μεταξύ άλλων υπογραμμίζει ότι συνολικά το θεσμικό πλαίσιο αυστηροποιείται, σε σχέση με την αδειοδότηση της διαμονής των γονέων ανήλικων ημεδαπών.
Ο ΣτΠ επιμένει πως σε όλο το εύρος του υπό συζήτηση νομοσχεδίου θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη ότι, όπου αναφέρεται στον νόμο «αιτών/αιτούντες», ως δικαιούχος θα νοείται και ο ανήλικος ανεξάρτητα του καθεστώτος του.

Σε σχέση με το άρθρ. 7 του ν/σ που σχετίζεται με τον περιορισμό κυκλοφορίας σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή υπάρχουν αρκετές αντιρρήσεις.
Σε σχέση με την παρ.2 του εν λόγω άρθρ. της Οδηγίας, τίθενται σοβαροί περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία κάθε αιτούντα άσυλο, από τον αρχικό χώρο πρώτης υποδοχής, εκεί δηλαδή που γίνεται η καταγραφή, ο καθορισμός συνέντευξης, καθώς και η συνέντευξη, προκειμένου να του αποδοθεί άσυλο ή όχι, περιορισμών που συναρτώνται από την ατομική του συμπεριφορά.

Είναι σαφές πως η Οδηγία αναφέρεται σε ατομικές αποφάσεις που προϋποθέτουν εξατομικευμένη κρίση και προβληματιζόμαστε, δεδομένου ότι τίθενται σοβαροί περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας για κάθε αιτούντα.

Άλλωστε, σύμφωνα με το ΣτΠ, λόγος που ανάγεται στη σφαίρα της διοίκησης, που στην προκειμένη είναι η ανάγκη ταχείας επεξεργασίας και αποτελεσματικής παρακολούθησης της αίτησης, δεν μπορεί να αποτελέσει θεμιτή βάση για γενικό περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας.
Επιπλέον, η αρμοδιότητα έκδοσης από τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου κανονιστικής διοικητικής πράξης περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία δεν συνάδει με τις αρμοδιότητες της Υπηρεσίας αυτής.

Σύμφωνα με την κατά το Σύνταγμα, καθ΄ύλην αρμοδιότητα των Υπουργείων ένας τόσος σοβαρός -και κανονιστικός- περιορισμός – της προσωπικής ελευθερίας, δεν μπορεί παρά να ανήκει στον ΥΠΕΣ και συγκεκριμένα στον Τομέα Προστασίας του Πολίτη.
Αντιρρήσεις από φορείς και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο πεδίο διατυπώνονται και ως προς την κράτηση ευάλωτων ατόμων και αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής.
Είναι πάγια η αντίρρησή τους στην πρόβλεψη δυνατότητας διοικητικής κράτησης ανηλίκων, ακόμη και στη βάση της «έσχατης ανάγκης».

Η διοικητική κράτηση, και κάθε άλλη μορφή στέρησης της ελευθερίας των παιδιών, που συνδέεται αποκλειστικά με το νομικό καθεστώς των ίδιων ή των γονέων τους ως αλλοδαπών πολιτών, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων τους, έρχεται πάντοτε σε αντίθεση με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντός τους, είναι καταρχήν δυσμενές διακριτικό μέτρο εις βάρος των παιδιών με βάση την καταγωγή τους, και δε μπορεί να δικαιολογείται ούτε ως έσχατο μέτρο υπό το πρίσμα του άρθρ. 37 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Επιπλέον, η κράτηση και ο περιορισμός της ελευθερίας των παιδιών υπό απαράδεκτες συνθήκες, και συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα, σε αστυνομικά κρατητήρια, σε χώρους λιμενικών αρχών και σε προαναχωρησιακά κέντρα, επιτείνουν την παραβίαση των δικαιωμάτων τους και συνιστούν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.

Θα σταθώ επίσης στο άρθρ. 28 του Γ’ Μέρους, με το οποίο εισάγεται σειρά τροποποιήσεων στο νόμο 4375/2016, πολλές εκ των οποίων έχουν ως κοινό παρονομαστή την πίεση για επιτάχυνση της διαδικασίας ασύλου που βεβαίως είναι θεμιτή, χωρίς ωστόσο πάντα να λαμβάνεται πρόνοια για τη διασφάλιση ενός δίκαιου και αποτελεσματικού συστήματος ασύλου.

Το όλο άρθρο απαρτίζεται από 20 παραγράφους, οι περισσότερες κρίνονται θετικές.
Θα σχολιάσω ωστόσο ορισμένες από αυτές, στις οποίες εντοπίζονται συγκεκριμένα προβλήματα.
Σε σχέση με τις παρ.2 και 4, που αφορούν τη διαδικασία διορισμού του Διοικητικού Διευθυντή της Αρχής Προσφυγών, δεν απαιτείται πλέον σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Επιλογής.
Η επιτροπή επιλογής θα εισηγείται μόνο τρεις υποψηφίους και η απόφαση για το διορισμό θα λαμβάνεται από τον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής, κάτι το οποίο προφανώς μας βρίσκει αντίθετους.
Επιπλέον, στην Επιτροπή Επιλογής, αντικαθίσταται ο Βοηθός Συνηγόρου του Πολίτη, από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Ακόμη, ορίζεται προθεσμία για τον ορισμό των μελών της Επιτροπής (15 μέρες) και για την έκδοση εισήγησης από την Επιτροπή (30 μέρες), ενώ σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, την απόφαση για το διορισμό την παίρνει ο Υπουργός.
Η διαδικασία διορισμού του Διοικητικού Διευθυντή απλουστεύεται μεν, ταυτόχρονα όμως αποδυναμώνεται εντελώς ο ρόλος της Επιτροπής Επιλογής.

Με απλά λόγια, η όλη διαδικασία γίνεται άκρως υπουργοκεντρική.
Σε σχέση με την παρ.5, όπου ορίζεται ως «τελεσίδικη απόφαση», η απόφαση της Αρχής Προσφυγών, που αποτελεί δευτεροβάθμια επιτροπή ασύλου.
Στον ισχύοντα νόμο, ορίζεται ως τελεσίδικη η απόφαση που έχει περάσει από την Υπηρεσία Ασύλου, την Αρχή Προσφυγών και το Εφετείο- σε περίπτωση που ο αιτών άσυλο αποφασίσει να κάνει έφεση.
Το γεγονός ότι τώρα η αίτηση τελεσιδικεί νωρίτερα, σημαίνει ουσιαστικά ότι ο αιτών άσυλο μπορεί να απελαθεί νωρίτερα.

Σε σχέση με την παρ. 20, όπου ρυθμίζεται το ζήτημα της διασφάλισης έγκρισης επίδοσης της απόφασης των Επιτροπών Προσφυγών στους ενδιαφερόμενους.
Για τυχόν προσφυγή τους μένουμε στις διαβεβαιώσεις σας…
Με την παρ. 23, καταργείται η έκδοση Υπουργικής Απόφασης (Υ.Α.), σχετικά με τα κριτήρια διορισμού στην Επιτροπή Επιλογής της Αρχής Προσφυγών, τα δικαιολογητικά, τον έλεγχο των αιτήσεων.
Γιατί καταργούνται όλες οι διαδικασίες διορισμού και τα κριτήρια;
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ότι και σε αυτήν την περίπτωση ο Υπουργός θα αποφασίζει για τους διορισμούς στην Αρχή Προσφυγών, χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια.…

Κλείνοντας, θα ήθελα να θυμίσω πως ενώ από τις απαρχές μας ως είδος δεν σταματήσαμε τις μετακινήσεις για την αναζήτηση ενός καλύτερου πεπρωμένου, ποτέ δε συμφιλιωθήκαμε με την ιδέα της μαζικής υποδοχής προσφύγων ή μεταναστών. Σωστά σημειώνει λοιπόν George Bernard Shaw όταν λέει πως ο Hegel είχε δίκιο όταν είπε ότι αυτό που μαθαίνουμε από την ιστορία, είναι ότι ο άνθρωπος δεν έμαθε ποτέ τίποτα από την ιστορία.
Ευχαριστώ.