22 Ιουνίου, 2018

Μακεδονικό και Κομφούκιος

Πάνος Μπιτσαξής

Στην εναρκτήρια εκδήλωση του Ελληνοκινεζικού Συνδέσμου Αναπτυξιακής Συνεργασίας, ο αγαπητός και διακεκριμένος φίλος Αντώνης Τριφύλλης, άνοιξε την ομιλία του με ένα ρητό του Κομφούκιου. Αν το συγκράτησα καλά, έλεγε το εξής: «Δεν πειράζει αν δεν σε καταλαβαίνουν οι άλλοι, αρκεί να καταλαβαίνεις εσύ τους άλλους». Διαφωνώ, απολύτως, με το πρώτο μέρος του ρητού. Ίσως γιατί δεν είμαι, ούτε φιλοδοξώ να γίνω φιλόσοφος με το βεληνεκές του Κομφούκιου. Το να μιλάς και να μην σε καταλαβαίνουν οι άλλοι είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα. Τόσο ο Αντώνης, όσο και εγώ, το γνωρίζουμε εξ ιδίας πείρας από το Ποτάμι. Όταν μιλάς και δεν σε καταλαβαίνουν οι άλλοι, πρέπει αμέσως να διερωτηθείς, όχι τι φταίει με τους άλλους, αλλά τι φταίει σε σένα τον ίδιο και το μυαλό σου. Οι πιο τραγικές περιπτώσεις ανθρώπινης ύπαρξης, είναι οι μεγάλες ιδιοφυΐες, που αναγνωρίστηκαν μετά θάνατον. Αν ζούσαν, θα έλεγαν αυτό που αναφέρουν οι Αμερικάνοι διαπραγματευτές όταν αποτυγχάνουν οι διαπραγματεύσεις και προσπαθούν, επί ματαίω, να τις διασώσουν εκ των υστέρων. «Too little, too late». «Πολύ λίγο, πολύ αργά».

Αντίθετα, συμφωνώ απόλυτα με το δεύτερο μέρος του ρητού. Είναι πολύ σημαντικό να καταλαβαίνεις εσύ τους άλλους. Να μην οχυρώνεσαι στην αλαζονεία του δικού σου ορθού λόγου και να αρνείσαι να πεις, ότι αυτό στο οποίο διαφωνείς, δεν προήλθε από τον ουρανό του παραλογισμού, αλλά έχει κάποιο εφαλτήριο στην πραγματική ζωή. Μόνο όταν καταλάβεις τους άλλους, μπορείς να συνδιαλεχθείς μαζί τους και να αναζητήσεις τον κοινό τόπο. Αλλιώς, δεν υπάρχει διάλογος. Υπάρχουν παράλληλοι μονόλογοι και ο κάθε μονολογών χαίρεται απίστευτα να ακούει μόνο τη φωνή του. Τα παραπάνω ισχύουν, ακόμα και στους διαλόγους, στους οποίους ένα από τα μέρη αισθάνεται ότι έχει προφανή διανοητική υπεροχή. Είναι κακός γιατρός, ο γιατρός που δεν είναι σε θέση να εξηγήσει στον ασθενή τί τού συμβαίνει. Είναι κακός δικηγόρος, ο δικηγόρος που δεν μπορεί να εξηγήσει στον εντολέα του σε τί συνίσταται η υπόθεσή του. Συχνά, μάλιστα, η αδυναμία αυτή δεν οφείλεται στην διανοητική υπεροχή, αλλά στην τρικυμία εν κρανίω, που ο ίδιος ο γιατρός ή ο δικηγόρος έχει.

Το Μακεδονικό ζήτημα, που διχάζει την ελληνική κοινωνία, διχάζοντας εξίσου και την κοινωνία της FYROM, είναι το κατ’ εξοχήν παράδειγμα των παράλληλων μονόλογων. Οι οκτάβες και τα ντεσιμπέλ της φωνής των μονολογούντων ανεβαίνουν διαρκώς. Λες και η ένταση της φωνής αποτελεί πρόσθετο επιχείρημα, όπως συμβαίνει συχνά στα τηλεοπτικά πάνελ. Στην κορύφωσή τους, οι μονόλογοι εκτρέπονται σε ύβρεις. Οι προδότες που ξεπούλησαν τη Μακεδονία, οι εξωνημένοι [ξεπουλημένοι] ενδοτικοί, τα όργανα της αμερικάνικης πολιτικής, απέναντι στους εθνοφασίστες, στους ψευτοπατριώτες, στους γιαλατζί εθνικιστές, στους ναζί. Ο Κομφούκιος, μάλλον, θα είχε μπερδευτεί, γιατί κανείς δεν καταλαβαίνει κανέναν και όλοι νιώθουν ότι δεν τους καταλαβαίνει κανείς. Η μικροπολιτική περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα.

Όσοι αντιτίθενται στην συμφωνία, με σημαίες και με ταμπούρλα, αρνούνται να παραδεχθούν, θέλοντας να περισώσουν το χαμένο τους γόητρο, ότι η πολιτική της «μη λύσης», οδήγησε την Ελλάδα σε δεινή και ταπεινωτική ήττα ελάσσονος, ίσως, πρακτικής σημασίας, αλλά ουσιώδους ηθικής σημασίας. 149 χώρες αναγνώρισαν τη γείτονα με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Η χώρα μας είχε αποδεχθεί τον όρο Μακεδονία, στην ονομασία FYROM. Αυτό το «Μ», τί ήταν ρε παιδιά, το είχαμε ξεχάσει; Πώς να συμφωνήσω με τον Κομφούκιο; Τα λέγαμε ωραία, είχαμε δίκιο, αλλά δεν μας καταλάβαινε κανείς. Η ρητορική, επομένως, εναντίον της συμφωνίας, σε γενικές γραμμές, έχει, στο πολιτικό τουλάχιστον επίπεδο, μια εγγενή υποκρισία. Όμως, ο πολύς κόσμος, που κατεβαίνει με την ελληνική σημαία στα συλλαλητήρια ή αισθάνεται εθνικά ταπεινωμένος από τη λύση, δεν είναι ούτε ψεύτης ούτε υποκριτής. Κάτι θέλει να πει. Κάποιο μήνυμα θέλει να περάσει. Είναι πολύ σημαντικό, για όσους υποστηρίζουμε τη συμφωνία και την αναγκαιότητά της, να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε αυτό το μήνυμα και όχι να το περιφρονήσουμε. Το μήνυμα είναι απλό. Θέλουμε μια υπερήφανη Ελλάδα, μας λένε, μια Ελλάδα πρωταγωνιστή, μια Ελλάδα που δημιουργεί, μια Ελλάδα που δεν τρώει τις σάρκες της. Αυτό το μήνυμα χρειάζεται απάντηση ουσίας. Μπορεί να εμφανίζεται στρεβλό αλλά, στην πραγματικότητα, είναι κινητήρια δύναμη και ατμομηχανή ενός γνήσιου πατριωτισμού. Πρέπει να είμαστε σε διαρκή και εντατικό διάλογο με όσους εκπέμπουν αυτό το μήνυμα και όχι να τους λοιδορούμε και τους περιφρονούμε. Μέσα από αυτόν τον διάλογο, πρέπει να τους κοιτάζουμε κατάματα, ως συμπατριώτες και συμπολίτες, και κοιτώντας και τον εαυτό μας στον καθρέφτη, να μάθουμε να ακούμε και να καταλαβαίνουμε.

Όσοι είναι υπέρ της συμφωνίας, επίσης με σημαίες και με ταμπούρλα, ιδίως οι Συριζαίοι, που βλέπουν τον Κοτζιά και τον Τσίπρα, καβάλα στο άλογο της ιστορίας, αρνούνται να παραδεχθούν, για το δικό τους γόητρο, ότι η συμφωνία αυτή δεν είναι νίκη, δεν είναι εθνική επιτυχία, είναι ένας αναγκαίος συμβιβασμός και ευτυχώς που τον επέτρεψαν οι περιστάσεις. Οι γιορτές και τα πανηγύρια των Πρεσπών και οι βόλτες με τα πλοιάρια είναι αμετροεπείς και παράταιρες. Άλλο «υποστηρίζω την ανάγκη της λύσης» και άλλο «κομπορρημονώ για αυτή». Άλλο το «κατάφερα να μην χάσω περισσότερο» και άλλο «το κέρδισα αυτό που ήθελα». Αρνούνται να παραδεχθούν και να το πουν ειλικρινά, αμφότερες οι πλευρές της διαμάχης, ότι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, ήταν αδύνατον να πετύχουμε μια καλή συμφωνία και το περισσότερο που μπορούσε να γίνει, και εν πολλοίς έγινε, ήταν το μη χείρον βέλτιστον. Για το μη χείρον, όμως, δεν ανοίγω σαμπάνιες, ούτε παριστάνω τον χαζοχαρούμενο και ασφαλώς δεν δικαιούμαι νόμπελ.

Μαθαίνοντας να διαχειριζόμαστε μια διαφωνία, πρέπει να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε και τους γείτονες. Έναν δυστυχισμένο και ταλαιπωρημένο λαό, που ζει σε ένα τμήμα της Μακεδονίας και ο οποίος διεκδικεί μια ταυτότητα, με την οποίαν έμαθε να ζει, τα τελευταία τουλάχιστον εξήντα χρόνια. Δεν επέλεξαν να είναι ανεξάρτητο κράτος. Τους επιβλήθηκε από τα συντρίμμια της Γιουγκοσλαβίας. Δεν είναι Σέρβοι, δεν είναι Βούλγαροι, δεν είναι Έλληνες, συνυπάρχουν με τους Αλβανούς, σχεδόν μειοψηφία στην ίδια τους την χώρα. Η πλειονότητά τους τείνει χείρα φιλίας προς τη χώρα μας. Θέλουν να κολυμπάνε στον Πλαταμώνα και στην Χαλκιδική, ψωνίζουν χρυσαφικά από τα μαγαζιά της Φλώρινας, τους αρέσει να βολτάρουν στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι από αυτούς, αν δεν μιλάνε ήδη, θα μάθουν να μιλάνε Ελληνικά, γιατί μας θεωρούν την πόρτα εισόδου στην Ευρώπη. Ουδεμία διάθεση έχουν να γίνονται εκόντες άκοντες, εργαλείο της Τουρκίας ή μέρος του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Ξεκόβουν οριστικά από την αθλιότητα της οικειοποίησης της αρχαίας ελληνικής μακεδονικής κληρονομιάς και παράδοσης, στοχεύοντας πια στην αληθινή εθνική τους ταυτότητα και τις σλαβικές τους ρίζες. Μέσα από αυτές τις ρίζες, θα βιώσουν οι επόμενες γενιές τους, τη δική τους υπερηφάνεια και ιδιαιτερότητα. Ο κίνδυνος, τον οποίον υποτίθεται ότι ενσαρκώνουν, είναι ανύπαρκτος και συγκαλύπτει τους πραγματικούς κινδύνους.

* Ο Πάνος Μπιτσαξής είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου

Πηγή: iporta.gr

Σχετικά