21 Ιανουάριος, 2019

«Macedonia is Greece» λένε στα συλλαλητήρια και σήμερα και το 1992. Δεν ισχύει;

Guest Αρθρογράφος

Ομιλία Πάσχου Μανδραβέλη στην εκδήλωση "Εδώ μιλούν οι τολμηροί - Μακεδονικό: η συζήτηση που δεν έγινε"

Κατ' αρχήν πρέπει να ξεκινήσουμε αυτόν τον διάλογο λέγοντας ότι η συζήτηση για τα εθνικά θέματα δεν είναι ακριβής επιστήμη. Δεν υπάρχουν οι σαφείς κατηγοριοποιήσεις π.χ. της φυσικής, που να λένε πως αν ένα σωματίδιο έχει αρνητικό φορτίο είναι ηλεκτρόνιο, κι αν έχει θετικό είναι πρωτόνιο. Εκτός αυτού τα έθνη, ως πολιτικά κατασκευάσματα του 19ου και 20ου αιώνα, μπορεί να χρησιμοποιούν πολλές επιστήμες, αλλά δεν έδειξαν και μεγάλο σεβασμό σε αυτές. Αντλούν εκείνα τα στοιχεία που βολεύουν την ιδεολογική κατασκευή, αποσιωπούν κάποια άλλα και διαστρέβλωναν τα περισσότερα.

Κι αν έτσι έχουν τα πράγματα στον εκτεταμένο διάλογο, μπορούμε να φανταστούμε τι γίνεται με τα συνθήματα του τύπου «Macedonia is Greece» ή «Greek». Δεν ξέρουμε καν τι εννοούν όσοι το εμπνεύσθηκαν. Εννοούν αυτό που διάβαζαν οι ξένοι, ότι η πΓΔΜ είναι ελληνική και οι Έλληνες θέλουν να την κατακτήσουν; Μάλλον όχι. Ότι η Βέροια, η Καστοριά, το Κιλκίς και οι Σέρρες είναι ελληνικές πόλεις; Είναι αυτονόητο. Ότι η Αρχαία Μακεδονία ήταν ελληνική; Αυτό πια το δέχονται και στην Ακατονόμαστη χώρα.

Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με την σειρά, ξέροντας ότι βρισκόμαστε στο χώρο της μιγαδικής ανάλυσης. Όσοι θυμούνται μαθηματικά, θα ξέρουν ότι υπάρχει ένας ειδικός κλάδος που αφορά τους φανταστικούς αριθμούς και τις πράξεις που γίνονται με πραγματικούς αριθμούς κι έτσι προκύπτουν οι μιγαδικοί που έχουν το σύμβολο «i». Σκοπός αυτούντου κλάδου της μαθηματικής είναι να φτιάξει λογική συνοχή ακόμη και σε ένα σύστημα που έχει φανταστικά στοιχεία.

Δεν ξέρουμε τι ήταν οι Αρχαίοι Μακεδόνες κι ούτε θα μάθουμε ποτέ διότι το ερώτημα δεν έχει νόημα. Δεν ξέρουμε ποια γλώσσα ή ποιες μιλούσαν οι πολίτες αλλά ούτε αυτό έχει σημασία. Ξέρουμε από τις επιγραφές και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα ότι ήθελαν να είναι Έλληνες κι αυτό τους έκανε Έλληνες. Η Αρχαία Μακεδονία -ασχέτως αν κάτοικοί της ήταν Δωριείς, Θράκες, ασχέτως αν μιλούσαν κογκολέζικα- δήλωνε ελληνική, έγραφε ελληνικά, λάτρευε τους ελληνικούς θεούς και συνεπώς ήταν ελληνική.

Αυτό όμως μάς λέει κάτι τον όρο Μακεδονία. Αφού οι Αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Έλληνες, ο όρος Μακεδονία δεν μπορεί παρά να είναι γεωγραφική περιοχή. Αυτή η γεωγραφική περιοχή αφού άλλαξε πολλές φορές χέρια και κατακτητές μοιράστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τα ανερχόμενα κράτη της Βαλκανικής. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, που οδήγησαν στον τερματισμό της οθωμανικής κυριαρχίας, το 51% της περιοχής που λογιζόταν ως Μακεδονία (λέμε λογιζόταν διότι και η Αρχαία Μακεδονία δεν ήταν γεωγραφικώς σταθερή στον χρόνο) προσαρτήθηκε στην Ελλάδα, το 38% στη Σερβία και το 10% στη Βουλγαρία.

Αυτή η δια των όπλων διευθέτηση μάς αφήνει, στα πλαίσια των νεότευκτων εθνικών κρατών- τρεις γεωγραφικές Μακεδονίες: την ελληνική, την Μακεδονία του Βαρδάρη, που τότε έγινε σερβική, και την Μακεδονία του Πιρίν, την Βουλγαρική.

Μας αφήνει όμως κι ένα ερώτημα: Δεν θα μπορούσε η τελική διευθέτηση του Μακεδονικού ζητήματος να ήταν πιο ισορροπημένη σε ότι αφορά τα ονόματα; Φυσικά και θα μπορούσε. Αλλά το 1991. Τότε φτιάχτηκε αυτή την γεωγραφική περιοχή ένα κράτος δίχως όνομα, που μπορούσε να πάρει όσους επιθετικούς προσδιορισμούς θέλαμε στο όνομα Μακεδονία. Σήμερα όμως, υπάρχει ένα κράτος που 140 χώρες αναγνωρίζουν ως Μακεδονία· κι εμείς οι Έλληνες ξέρουμε από κεκτημένα.

Αυτόν τον καιρό διακινείται μια μεγάλη φιλολογία περί εκείνης της «φοβερής και τρομερής διαπραγμάτευσης» η οποία αν γινόταν «θα μπορούσε να ικανοποιήσει όλα τα δίκια μας». Δεν γνωρίζω, αν και βλέποντας την αποτελεσματικότητα αυτής της κυβέρνησης σε άλλα θέματα, τείνω να πιστέψω ότι «το παλιό πολιτικό προσωπικό» θα τα κατάφερνε καλύτερα. Όμως, τα σενάρια εναλλακτικής ιστορίας (Counterfactual history) είναι άπειρα. Εκτός αυτού η ίδια φιλολογία διακινείτο και για το πρώτο μνημόνιο και κάποιες φορές από τους ίδιους ανθρώπους.

Υπάρχει όμως κι ένα πράγμα που δεν λέγεται. Σε όλα τα εθνικά ζητήματα, όπως π.χ. στο Κυπριακό, πάντα επιθυμούμε την «λύση» που προηγουμένως απορρίπταμε. Κι αυτό πρέπει να το προσέξουμε, για τις επόμενες φορές που θα αντιμετωπίσουμε ένα εθνικό θέμα.

*Ο Πάσχος Μανδραβέλης είναι δημοσιογράφος