4 Απρίλιος, 2014

Μαρία Δημητρίου: Να αγωνιστούμε για το δικαίωμα να κάνουν όνειρα τα παιδιά μας

Guest Αρθρογράφος

Με καταγωγή τσιγγάνικη και όραμα ευρωπαϊκό, η Μαρία Δημητρίου μπαίνει στο «Ποτάμι» και βουτάει με τόλμη και αυτοπεποίθηση στα βαθιά νερά της πολιτικής, διεκδικώντας μια θέση στο ευρωκοινοβούλιο. Το ρίσκο είναι μεγάλο όσο και η πρόκληση. Αν τα καταφέρει, θα είναι γιατί έχει πίστη στις αρχές της, τις ιδέες της και στον Σταύρο Θεοδωράκη.

ΣYNENTEYΞH ΣTHN ΕΛΙΖΑΜΠΕTΤΑ ΚΑΖΑΛΟTΤΙ 

Η Μαρία Δημητρίου είναι ιδιαίτερα υπερήφανη για τη Ρομά καταγωγή της, ωστόσο, από πολύ μικρή επέλεξε να διανύσει ένα δρόμο διαφορετικό από εκείνο των περισσότερων κοριτσιών της φυλής της. Σπούδασε, αγωνίστηκε με παθός για τα δικαιώματα των Ελλήνων τσιγγάνων, συμμετείχε ενεργά σε προγράμματα επιμόρφωσης των αθίγγανων και σήμερα διεκδικεί μια έδρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το κόμμα-έκπληξη του Σταυρού Θεοδωράκη.

Aσχολήθηκες στο παρελθόν με τα ανθρώπινα δικαιώματα και με προγράμματα επιμόρφωσης των αθίγγανων, τώρα πήρες τη μεγάλη απόφαση να αναμετρηθείς στο πολιτικό στίβο. Γιατί επέλεξες το «Ποτάμι»;

«Εκεί βρήκα κάτι το καινούργιο. Δεν είναι αυτό το παλιό, το τετριμμένο που αντιπροσωπεύουν τα κόμματα. Είδα φρέσκους ανθρώπους, φρέσκιες ιδέες. Μας κατηγορούν, βέβαια, ότι δεν έχουμε θέσεις και ιδέες, αυτό μένει να αποδειχθεί στο άμεσο μέλλον. Και επίσης, επέλεξα το “Ποτάμι” επειδή έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Σταύρου Θεοδωράκη».

Πώς σου έγινε η πρόταση να συμμετάσχεις σε αυτό το νέο πολιτικό σχήμα;

«Τον Σταύρο τον ξέρω πολλά χρόνια, από τότε που ήμουν 16 ετών και ήμουν μαθήτριά του σε ένα τμήμα δημοσιογραφίας που είχε οργανωθεί στην Αγία Βάρβαρα για τους τσιγγάνους. Ξανασυναντηθήκαμε αργότερα, όταν εγώ “έμπλεξα” με τα κοινά και κυρίως δραστηριοποιήθηκα στο χώρο των τσιγγάνων, από τον οποίο προέρχομαι. Βλέπεις, είμαι και εγώ Ελληνίδα τσιγγάνα. Από τότε δεν χάσαμε επαφή. Και όταν έμαθα για το Ποτάμι, του έστειλα ένα μήνυμα για να τον συγχαρώ. Μου απάντησε με ένα άλλο μήνυμα: “Κατάλαβες; Θα είσαι και εσύ υποψήφια”. Ε, λοιπόν, αυτό ήταν...»

Είσαι, δηλαδή, αποφασισμένη να διεκδικήσεις μια έδρα στο Ευρωπαϊκό Kοινοβούλιο;

«Αν όσοι απαρτίζουν αυτό το κόμμα νομίζουν ότι μπορώ, ναι, θα το κάνω...»

Ποιο είναι το όραμά σου για την Ευρώπη;

«Θα ήθελα όλα τα ευρωπαϊκά κράτη να σεβαστούν τον τίτλο Ευρωπαϊκή Eνωση, να είναι δηλαδή ισότιμα. Θέλω η Ευρώπη να είναι ανοιχτή απέναντι στην Ελλάδα, αλλά και η Ελλάδα να γίνει ανταγωνιστική σε όλους τους τομείς, στα θέματα της παιδείας, της οικονομίας, του εμπορίου κλπ.»

Πιστεύεις ότι το «Ποτάμι» θα αλλάξει πραγματικά τον τρόπο με τον οποίο μέχρι σήμερα αντιλαμβανόμαστε την πολιτική και τους πολιτικούς;

«Πιστεύω πως ναι. Το “Ποτάμι” είναι αυτό το καινούργιο, το φρέσκο που περίμενε η νέα γενιά. Τις προάλλες, για παράδειγμα, παρακολουθούσα μια εκπομπή όπου κάποιος έλεγε ότι δεν γίνεται να υπάρχει κόμμα χωρίς πολιτικούς. Στην πραγματικότητα, όμως, πολιτική ασκούμε όλοι και πολιτευόμενα άτομα είμαστε όλοι εν δυνάμει. Oλοι είμαστε πολιτικοποιημένοι, ακόμη και στην καθημερινότητά μας, στις συναλλαγές μας με το μανάβη, με το μπακάλη, με το χασάπη. Δεν είμαστε, όμως, πολιτικοί καριέρας και έτσι θέλουμε να παραμείνουμε».

Σας κατηγορούν, ωστόσο, ότι δεν έχετε πρόγραμμα και ότι ο Σταυρός Θεοδωράκης χειρίζεται το κόμμα σαν να ήταν τηλεοπτική εκπομπή, με ιδιαίτερη έμφαση στην εικόνα δηλαδή.

«Μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις. Και οι πολιτικοί που μιλάνε δεν ξέρω πόσο τελικά πείθουν το κόσμο. Κατά τα άλλα, σαφώς και έχουμε ιδέες, σαφώς και υπάρχει πρόγραμμα το οποίο σύντομα θα ανακοινωθεί στο σύνολό του. Eχουμε θέσεις σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία. Και δεν ξέρω ποιος μπορεί να γνωρίζει καλύτερα τα θέματα της καθημερινότητας από τον υδραυλικό, τον ξυλουργό, τον κοινωνικό λειτουργό, το δημοσιογράφο, από ανθρώπους, δηλαδή, που βιώνουν στην πράξη την καθημερινότητα. Βλέπεις, οι πολιτικοί γεννήθηκαν πολιτικοί και πολλοί από αυτούς έχουν εκείνο που εγώ θα αποκαλούσα κληρονομικό χάρισμα. Επειδή, παραδείγματος χάριν, είμαι κόρη της Ελένης Δημήτριου, που είναι πολιτικός, θα γίνω και εγώ υπουργός. Λογικά, οι πολιτικοί θα έπρεπε να επιλέγονται από τη βάση. Ωστόσο, όλα τα κόμματα ξεκινούν από ψηλά και προσπαθούν να κατέβουν για να κατανοήσουν τη βάση. Εμείς κάνουμε ακριβώς το αντίθετο, ξεκινάμε από τη βάση για να φτάσουμε στην κορυφή».

Πρόσφατη δημοσκόπηση της ALCO έδειξε ότι το 77% απ’ όσους προτιμούν το «Ποτάμι» είναι γυναίκες. Πώς το εξηγείς;

«Πιστεύω ότι ο Σταυρός Θεοδωράκης μέσα από τις εκπομπές του ευαισθητοποίησε περισσότερο τις γυναίκες και αυτό επειδή μιλούσε για ανθρώπους και όχι για αριθμούς».

Το «Ποτάμι», σύμφωνα με τον ιδρυτή του, δεν ανήκει, ούτε στη Δεξιά, ούτε στην Aριστερά. Πιστεύεις ότι αυτός ο διαχωρισμός έχει ακόμη νόημα;

«Πλέον αυτοί οι διαχωρισμοί δεν έχουν κανένα νόημα. Και θα φέρω ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι εγώ είμαι Aριστερή και ο δήμαρχος της περιοχής μου είναι Δεξιός. Εχει, ωστόσο, προσφέρει στην περιοχή, έχει κάνει έργα και την έχει βελτιώσει. Γιατί να μην τον ψηφίσω; Επειδή είναι Δεξιός;»

Αγωνίστικες με πάθος για τα δικαιώματα των τσιγγάνων. Eχει βελτιωθεί η κατάστασή τους στην Ελλάδα;

«Στο παρελθόν έχουν γίνει κάποιες θετικές παρεμβάσεις και προγράμματα, ωστόσο δεν υπήρξε συνέχεια. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα οι Ελληνες τσιγγάνοι να είναι σε ακόμη χειρότερη μοίρα από ό,τι ήταν παλαιότερα. Τα παιδιά είναι έξω από τα σχολεία, οι άνθρωποι ζουν ακόμη στις σκηνές, δυσκολεύονται να βρουν δουλειά, δεν μπορούν να νοικιάσουν σπίτι αν το θέλουν, υπάρχει ακόμη ρατσισμός στα σχολεία απέναντι στους Eλληνες τσιγγάνους. Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι θα έπρεπε να επικαιροποιηθεί το ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των τσιγγάνων και να υλοποιηθεί. Κάτι που δεν έγινε ποτέ.Ή έγινε μόνο τμηματικά. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα εκπαίδευσης τσιγγανόπαιδων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο οποίο συμμετείχα. Εκεί επιμορφώναμε εκπαιδευτικούς για το πώς θα αντιμετωπίσουν τα τσιγγανόπαιδα που έχουν στην τάξη τους. Αυτοί οι εκπαιδευτικοί, ωστόσο, δεν διορίστηκαν ποτέ σε σχολεία όπου υπήρχαν τσιγγάνοι, τους πήγαιναν αλλού. Υστέρα επιμόρφωναν μια νέα γενιά καθηγητών. Αυτά ήταν χαμένα χρήματα και χρόνος. Βέβαια, τα προβλήματα στην παιδεία δεν αφορούν μόνο τους τσιγγάνους. Θεωρώ, για παράδειγμα, απαράδεκτο ότι στα πολυκλαδικά λύκεια έκλεισαν οι ειδικότητες κοινωνικής πρόνοιας, απολύθηκαν χωρίς αξιολόγηση 2.000 καθηγητές και τα παιδιά αναγκάστηκαν να στραφούν στην ιδιωτική παιδεία. Επιστρέφοντας στους Ελληνες τσιγγάνους, κατά τη γνώμη μου το ζήτημά τους θέλει μια ολιστική προσέγγιση. Δεν μπορούμε να δούμε, για παράδειγμα, την παιδεία ανεξάρτητα από το πρόβλημα της στέγασης, της απασχόλησης και της υγείας».

Τελευταία, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ασχολούνται συχνά με τους Eλληνες τσιγγάνους και η εικόνα που προβάλλουν δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτική…

«Eμείς οι τσιγγάνοι δεν είμαστε άμοιροι των ευθυνών μας. Εχουμε σίγουρα και εμείς ευθύνη, αλλά να δούμε προς τα πού γέρνει η ζυγαριά. Ας πούμε, στην περίπτωση της μικρής Μαρίας, που έκανε το γύρο του κόσμου, τα Μέσα έδειχναν κάποιες εικόνες όπου το κοριτσάκι χόρευε και έριχναν επάνω της λεφτά. Τότε, ορισμένοι δημοσιογράφοι στα κανάλια έλεγαν ότι πρόκειται για πλειστηριασμό. Oτι, δηλαδή, οποίος βάλει τα περισσότερα χρήματα, θα αγοράσει και το παιδί. Δεν είναι έτσι στη πραγματικότητα. Στους τσιγγάνικους γάμους και βαφτίσια και σε όποια εκδήλωση κάνουμε και χορεύουμε και υπάρχει ζωντανή ορχήστρα, ρίχνουμε λεφτά για να τιμήσουμε το πρόσωπο που χορεύει και για να πληρωθεί η ορχήστρα. Φυσικά, αν αποδειχτεί ότι υπάρχει εμπόριο παιδιών, το κατακρίνουμε, το καταγγέλλουμε και το καταδικάζουμε και οι υπεύθυνοι πρέπει να τιμωρηθούν. Αλλά μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα. Εννοείται ότι οι τσιγγάνοι παρανομούν ορισμένες φορές, αλλά αυτό συμβαίνει και με τους μη τσιγγάνους. Και υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι παντού, χώρια που το καλό και το κακό είναι διαφορετικές έννοιες για τον καθένα, όπως το όμορφο και το άσχημο».

Αλήθεια, πόσο εύκολο ήταν να διαλέξεις ένα δρόμο τόσο διαφορετικό από εκείνο των περισσότερων αθίγγανων κοριτσιών;

«Δεν ήταν εύκολο. Θέλω, όμως, να κάνω μια παρένθεση και να ξεκινήσω από την ιστορία της οικογένειάς μου. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι παππούδες μου ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Δεν τους έδιωξαν οι Τούρκοι τότε, ήταν επιλογή τους να έλθουν στην Ελλάδα γιατί αισθάνονταν Eλληνες. Εκεί ήταν καλά, είχαν τις δουλειές τους, είχαν σπίτι, είχαν προσαρμοστεί. Οταν ήρθαν στην Ελλάδα, ήταν ο μόνος πληθυσμός που δεν αναγνωρίστηκε ως προσφυγικός. Δεν είχαμε εμείς τα προνόμια που είχαν οι υπόλοιποι προσφυγές. Καθένας έκανε ό,τι μπορούσε. Οι παππούδες μου εγκαταστάθηκαν πρώτα στα Πετράλωνα και στη συνεχεία στην Αγία Βάρβαρα. Αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή μου. Είχαμε ένα σπίτι και μια βάση. Από εκεί και πέρα, ήμουν καλή μαθήτρια στο δημοτικό. Και η μητέρα μου, η Ελένη, αποφάσισε να αντισταθεί στα προξενιά, να αντισταθεί στους γονείς της που της έλεγαν ότι έχω πάει δεκαοκτώ χρονών και δεν παντρεύτηκα ακόμα, αρνήθηκε όλα τα προξενιά, ακόμη και κάποιους πλούσιους που με ζητούσαν. Η μαμά ήταν βράχος και έλεγε: “όσο το παιδί θέλει, θα προχωρήσει”. Οπως είπα, δεν ήταν εύκολο, ακόμη και στο σχολείο υπήρχαν καθηγητές που έκαναν διακρίσεις. Για παράδειγμα, θεολόγος καθηγητής, παπάς με ράσα, με είχε ρωτήσει σε ποια γλώσσα προσεύχομαι. “Αλλες φορές προσεύχομαι στα ελληνικά, άλλες στα τσιγγάνικα, το θέμα είναι ότι προσεύχομαι”, του απάντησα και τότε μου είπε: “δεν θα σε ακούσει ποτέ ο Θεός, δεν σε καταλαβαίνει όταν προσεύχεσαι στα τσιγγάνικα”. “Αμφισβητείς την παντογνωσία του Θεού” ήταν η κοφτή απάντησή μου. Η κατάληξη αυτής της στιχομυθίας ήταν να καταλήξω έξω από την τάξη. Το έκανα θέμα, έφτασα μέχρι και το υπουργείο Παιδείας. Αυτά, όμως, επειδή ήμουν εγώ. Aν ήταν άλλο παιδί, μπορεί να είχε φύγει από το σχολείο. Πολλά τσιγγανόπουλα φεύγουν από το σχολείο γιατί το σχολείο δεν είναι ελκυστικό. Ευτυχώς, βέβαια, σήμερα στα σχολεία δεν υπάρχουν πια μόνο ξανθά, ροδαλά παιδάκια, υπάρχουν και μαύρα…"

Καταλαβαίνω ότι έχεις μια ιδιαίτερη σχέση με τη θρησκεία. Συμφωνείς με το διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, που είναι και θέση του «Ποτάμι»;

«Πιστεύω ότι αυτός ο διαχωρισμός πρέπει να γίνει. Διότι αντί το Κράτος να συμπληρώνει την Εκκλησία και αντίστοιχα, το ένα γίνεται εμπόδιο στο άλλο. Σε κάποια πράγματα, δηλαδή, που το Κράτος θέλει να γίνονται, η Εκκλησία αντιτίθεται. Και από την άλλη, όταν η Εκκλησία θέλει να κάνει κάτι, το Κράτος την εμποδίζει. Φυσικά, θα πρέπει να συνεργάζονται για το κοινό καλό, άλλα από εκεί και πέρα καθένας θα έχει το ρόλο του».

Για ποιo πράγμα αξίζει να αγωνίζεται κάποιος σήμερα;

«Eχω δυο παιδιά, την Eλενα και το Θάνο, θέλω να ζήσουν σε ένα καλύτερο κόσμο με ισότητα και αξιοπρέπεια. Αξίζει να αγωνιστούμε για τα ιδεώδη μας, για τις αληθινές αξίες, για να επανέλθει η εμπιστοσύνη του κόσμου στην πολιτική, ακόμη και στη θρησκεία. Πρέπει να αγωνιστούμε για μια Ευρώπη με όραμα, όπου τα παιδιά της δε θα πεθαίνουν από την πείνα. Και προπαντός για το δικαίωμα να κάνουν όνειρα τα παιδιά μας. Αυτό το δικαίωμα τους το έχουμε στερήσει και είναι ντροπή μας».

περιοδικό "Ε", Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

Σχετικά