28 Δεκεμβρίου, 2016

Λεφτά υπάρχουν

Αθηνά Δρέττα

​​Παρακολουθώντας τις εξελίξεις στον χώρο του φαρμάκου και την πορεία των φαρμακευτικών δαπανών στην Ελλάδα, διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον τις δηλώσεις του νέου CEO της εταιρείας Novo-Nordisk, Lars Fruergaard Jorgensen, που αναλαμβάνει τα καθήκοντά του την 1η Ιανουαρίου του 2017. Η Novo-Nordisk, μια δανική μεσαία πολυεθνική φαρμακευτική εταιρεία, έχει καταφέρει μέσα σε λιγότερο από εκατό χρόνια να ελέγχει περίπου το 50% του μεριδίου της παγκόσμιας αγοράς στις ινσουλίνες.

Ο Jorgensen δηλώνει: «Aπό τη μια μεριά η εταιρεία ποτέ άλλοτε δεν είχε ένα τόσο ισχυρό portfolio να διαχειριστεί, από την άλλη όμως αντιμετωπίζει μία άνευ προηγουμένου πίεση στις τιμές και στον ανταγωνισμό. Αγαπώ τις προκλήσεις και δεν θα μπορούσα να σκεφτώ μια πιο ενδιαφέρουσα εποχή για να δουλέψω στην εταιρεία».

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν… έγινε τελικά Δανία, οι δηλώσεις του Δανού manager θα μπορούσαν να αντιστοιχηθούν στην Ελλάδα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις υπηρεσίες υγείας.

Την περίοδο των μνημονίων αναπτύχθηκε μια ιδιότυπη τρομολαγνεία γύρω από τις επιπτώσεις της κρίσης στο επίπεδο υγείας του ελληνικού πληθυσμού, μερικές φορές μάλιστα από φωτισμένους ακαδημαϊκούς ή μεταρρυθμιστές πολιτικούς. Είναι ο φόρος που πληρώνουμε για την έλλειψη μιας ισχυρής μεταρρυθμιστικής ατζέντας στον χώρο της υγείας που θα υπάρχει προς όφελος των χρηστών - ασθενών και θα εκφωνείται χωρίς φόβο και ενοχές. Για να ακριβολογώ, το σύστημα υγείας στην Ελλάδα βρίσκεται σε μεγάλη υστέρηση όχι γιατί δεν φτάνουν τα λεφτά. Τα λεφτά δεν φτάνουν αν συνεχίσουμε να τα χρησιμοποιούμε με τον τρόπο που τα χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα.

Ισχυρίζομαι δε με ένταση ότι το θέμα των υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα πραγματικό success story ακόμη και στις σημερινές δύσκολες οικονομικά συνθήκες. Αλλωστε στις υπηρεσίες υγείας πάντα θα χρειαζόμαστε περισσότερα χρήματα κάτω από το βάρος των τεχνολογικών εξελίξεων και των δαπανών του R&D.

Οι μεταρρυθμίσεις του 2010-2012 ξεκίνησαν έναν ενάρετο κύκλο για τα οικονομικά της υγείας που έμεινε ανολοκλήρωτος, καθώς συνάντησε ισχυρές συντεχνιακές αντιστάσεις και ένα πολιτικό σύστημα εθισμένο στις απλουστεύσεις του οικονομισμού. Aς δούμε μερικά παραδείγματα:

Eνώ στο φάρμακο έγινε μια πραγματική επανάσταση με την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, τις μειώσεις των τιμών, την αύξηση του όγκου των γενοσήμων, ο όγκος των συνταγών εξακολουθεί να παραμένει δυσθεώρητος, ανεκμετάλλευτα τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και η ηλ. συνταγογράφηση ως θησαυρός πληροφοριών.

Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας δεν έχει ζητήσει ΠΟΤΕ μέχρι σήμερα στοιχεία από τη δημόσια εταιρεία της ηλ. συνταγογράφησης (ΗΔΙΚΑ), προκειμένου να επεξεργαστεί πολιτικές που θα βελτιώνουν τη ζωή των ασθενών και θα παράγουν περαιτέρω εξοικονομήσεις.

Επιπλέον έχει καταρρεύσει απολύτως το επιχείρημα της εξαφάνισης του επαγγέλματος του φαρμακοποιού που οδήγησε σε μεγάλες εντάσεις τις σχέσεις τους με την κοινωνία, αφού σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μεταξύ 2009 και 2015 είχαμε μια αύξηση του αριθμού των φαρμακείων κατά 1% και των φαρμακαποθηκών κατά 5%.

Ενώ στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας ιδρύθηκε ο ΕΟΠΥΥ, ενοποιώντας τους κατακερματισμένους κλάδους υγείας των Ταμείων και κυρίως τους κανονισμούς παροχών μόνο στον ΕΟΠΥΥ για το 2014 υποβλήθηκαν για αποζημίωση 127.675.491 παραπεμπτικά, κόστους 970.929.164 ευρώ γιατί «οι Αρχές δεν έχουν καταρτίσει ακόμη σχέδιο προέγκρισης των παραπομπών σε ιδιώτες παρόχους με βάση το σύστημα των ηλεκτρονικών παραπεμπτικών» (τρίτο μνημόνιο). Να θυμίσω ότι εξακολουθούμε να παραμένουμε μέχρι και σήμερα δεύτεροι στην Ευρώπη σε αριθμό μηχανημάτων, πίσω από την Ιταλία και Ισλανδία αντίστοιχα, αλλά πρώτοι σε εξετάσεις! Την ίδια περίοδο ξεκίνησε μια φάση εξορθολογισμού των τιμών του υγειονομικού υλικού με εκπτώσεις που έφθαναν σε ορισμένες περιπτώσεις το 60% και περιόριζαν δραστικά τη διακίνηση «μαύρου χρήματος». Από την κακή οργάνωση όμως των προμηθειών στα δημόσια νοσοκομεία –υγειονομικό και ορθοπεδικό υλικό περίπου 600 εκατ. ευρώ– εξακολουθούν να χάνονται ποσά πάνω από 100 εκατ. τον χρόνο.

Τέλος τα χρόνια νοσήματα.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πολιτική για τα χρόνια νοσήματα και τους καταναγκασμούς τους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον διαβήτη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΔΥ στην Ελλάδα, το μέσο κόστος ανά ασθενή υπολογίζεται στα 1.300 ευρώ σε ετήσιο χρονικό ορίζοντα. Από το συνολικό αυτό κόστος, το 31,1% αφορά στις ετήσιες δαπάνες φαρμακευτικής αγωγής (ινσουλίνη κ.ά.), το 44,8% σε διαγνωστικές και εργαστηριακές εξετάσεις και το υπόλοιπο 24,1% στις ετήσιες αμοιβές ιατρών.

Αν υπολογίσουμε ότι στη χώρα έχουμε περίπου 1.000.000 ασθενείς με διαβήτη, οι δαπάνες ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ τον χρόνο. Αν από αυτά τα 300.000.000 είναι φαρμακευτική δαπάνη, μας μένουν 700 εκατ. για την αντιμετώπιση της νόσου σε ετήσια βάση. Θυμίζω ότι το σύνολο του φετινού προϋπολογισμού για την ΠΦΥ είναι συνολικά 373 εκατ. ευρώ. Σκεφθείτε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε αν διαθέταμε τα 100 από αυτά τα 700 για πρόληψη με έναν τρόπο συντεταγμένο και αποφασιστικό θέτοντας ως στόχο να περιορίσουμε τους θανάτους μέχρι το 2030 στο 5% του συνόλου των ασθενών.

Στη χώρα υπάρχουν μεγάλα πλεονεκτήματα στις υπηρεσίες υγείας.

  1. Μεγάλος αριθμός εξειδικευμένων γιατρών.
  2. Υψηλό επίπεδο ιατρικών γνώσεων.
  3. Μεγάλος αριθμός δημόσιων και ιδιωτικών υποδομών σε όλη την Ελλάδα.
  4. Εύκολη προσβασιμότητα στο σύστημα.

Δεν λείπουν τα λεφτά. Μας λείπει η οργάνωση και η διαφορετική φιλοσοφία. Αν όμως αποφασίζαμε γρήγορα να προχωρήσουμε σε ένα ισχυρό τρίπτυχο μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνει:

  • Λειτουργία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
  • Αξιολόγηση Παντού.
  • Νοσοκομεία Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου τότε θα μπορούσαμε με τα ίδια χρήματα να προσφέρουμε ποιοτικότερες υπηρεσίες υγείας στους πολίτες.

*Η Αθηνά Δρέττα είναι στέλεχος στο Ποτάμι

Πηγή: Καθημερίνη