16 Ιουνίου, 2018

Κομματική πειθαρχία και ψήφος κατά συνείδηση

Πάνος Μπιτσαξής

Η κομματική πειθαρχία είναι ένα από τα μεγάλα τοτέμ του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Οι ηγεσίες των κομμάτων το λατρεύουν. Το προσκυνούν. Το περιχαρακώνουν με ενθουσιώδη ιδεολογικά αφηγήματα. Κάθε τοτέμ διαμορφώνει την αίγλη και την αδιαφιλονίκητη ισχύ του στην παράδοση. Η σημερινή αντίληψη της κομματικής πειθαρχίας στο Κοινοβούλιο έχει ως αφετηριακό σημείο το 1965, την περίφημη αποστασία των βουλευτών της Ένωσης Κέντρου, που ανέτρεψε τον λαοπρόβλητο Πρωθυπουργό, Γεώργιο Παπανδρέου, ικανοποιώντας τις άνομες φιλοδοξίες και τις πάγιες βλέψεις του Στέμματος. Έτσι, η κομματική πειθαρχία συνδέθηκε ιστορικά και συνειδησιακά με την αρχή της δεδηλωμένης. Μέχρι τότε το «πήγαινε-έλα» των βουλευτών από κόμμα σε κόμμα ήταν λίγο πολύ μια συνηθισμένη υπόθεση. Η αποστασία, όμως, του ’65 έμεινε στην ιστορική συνείδηση ως μέγα άγος, γιατί συνδέθηκε αντικειμενικά με το πραξικόπημα του Απριλίου του 1967, που δεν αποφεύχθηκε παρά τον ανένδοτο αγώνα.

Οι δύο ισχυρές φυσιογνωμίες της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου, και η παγίωση του δικομματισμού στηρίχθηκαν πάνω στο δόγμα της άκαμπτης κομματικής πειθαρχίας. Όχι μόνο δεν σήκωναν αντίλογο, αλλά και ο απλός υπαινιγμός διαφοροποίησης συνεπαγόταν το άδοξο τέλος της πολιτικής σταδιοδρομίας του διαφωνούντος βουλευτή. Τα κόμματα έγιναν λόχοι. Με λοχαγούς, υπολοχαγούς και λοχίες. Ο αποστάτης ήταν αντικείμενο χλεύης και περιφρόνησης, και η αποκλίνουσα συμπεριφορά του παρέπεμπε αμέσως στην αποστασία του ’65. Τα κόμματα είχαν και κάποια καρικατούρα Επιτροπών Δεοντολογίας, που υποτίθεται ότι επιλαμβανόντουσαν τις περιπτώσεις διαφωνίας. Στην πράξη, ο Αρχηγός ήταν η υπέρτατη και ανεξέλεγκτη αρχή, χωρίς να τηρείται το οποιοδήποτε πρόσχημα. «Ο τάδε τίθεται εκτός κόμματος ή εκτός Κοινοβουλευτικής Ομάδας», ήταν η στερεότυπη έκφραση άνευ πολλών πολλών διατυπώσεων και ακροάσεων και με πλήρη εθιμική νομιμοποίηση της αρχηγικής μονοκρατορίας. Ποιος θα ξεχάσει την απόλυση σε πτήση του Υπουργού, Ασημάκη Φωτήλα, από τον Ανδρέα Παπανδρέου, που επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο Υπουργός και αποβιβάστηκε ως τελευταίος των τελευταίων, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος;

Η μοίρα των τοτέμ δεν είναι πάντα ευοίωνη. Όπως έλεγε κάποτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής «Στην Ελλάδα μας αρέσει να φτιάχνουμε είδωλα, όχι μόνο για να τα λατρεύουμε, αλλά για να έχουμε την χαρά να τα γκρεμίζουμε.» Σταδιακά, η αντίληψη της κομματικής πειθαρχίας, ενώ διατηρούσε σε πρώτο επίπεδο όλα τα ηγεμονικά ιδεολογικά χαρακτηριστικά της, ρηγματώθηκε. Η ρετσινιά του αποστάτη μέσα από δαιδαλώδεις, στ’ αλήθεια, δρόμους αποκτούσε νομιμοποίηση και λειτουργούσε ως παράδειγμα άξιο μιμήσεως για το μέλλον. Το «άγχος της καρέκλας» ήταν συχνά πολύ ισχυρότερη συνεκτική δύναμη από το φόβο της χλεύης. Ο «αποστάτης» Σαμαράς έγινε με καθολική εκλογή Αρχηγός του κόμματος, το οποίο διέσπασε, και Πρωθυπουργός της Ελλάδος. Ο «αποστάτης» Στεφανόπουλος έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, και ήταν τόσο άριστος στο ρόλο του που κέρδισε την απόλυτη αναγνώριση και υστεροφημία. Ο «αποστάτης» Αβραμόπουλος έγινε Υπουργός και κατόπιν Επίτροπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο «αποστάτης» Δημήτρης Τσοβόλας έκλεισε μεν τον κύκλο του στην πολιτική, αλλά έγινε ένας από τους πλέον περιζήτητους συνηγόρους. Ο «αποστάτης» Γιώργος Καρατζαφέρης έγινε συγκυβερνήτης της χώρας στην κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου. Ο «αποστάτης» Πάνος Καμμένος συγκυβερνά την χώρα με το ΣΥΡΙΖΑ και είναι Υπουργός Εθνικής Άμυνας τα τελευταία 3,5 χρόνια. Ο «αποστάτης» Φώτης Κουβέλης δεν έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως ήλπιζε, αλλά κέρδισε επάξια το αξίωμα του Υπουργού Αναπληρωτή Εθνικής Άμυνας με Υπουργό τον Πάνο Καμμένο. Την εποχή που η Μπουμπουλίνα προήχθη σε αντιναύαρχο. Πλάι στο τοτέμ της κομματικής πειθαρχίας υψώθηκε ένα άλλο αντίπαλο τοτέμ, το τοτέμ του πολιτικού καιροσκοπισμού. Στην πολιτική ποτέ μην πεις ποτέ. Αρκεί να έχεις την εύνοια της τύχης και της συγκυρίας.

Στην περίοδο των Μνημονίων, από το 2009 μέχρι σήμερα, οι Αρχηγοί, αν και το θέλουν πολύ, δεν είναι μονοκράτορες. Δεν τους παίρνει. Η μονοκρατορία τους κλονίζεται και από το γεγονός της έλλειψης κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας, που έχουν φέρει στο προσκήνιο τις οξύμωρες παραδοξότητες των ετερόκλητων κυβερνητικών συμπράξεων. Σήμερα ζούμε την εποχή του «μασάζ». Έτσι έχει ονομαστεί στην πολιτική αργκό η διαδικασία της ομαδικής ή κατ’ ιδίαν ψυχοθεραπείας των βουλευτών, που εκφράζουν διαφορετική άποψη από την επίσημη κομματική γραμμή, από τους ταλαίπωρους και βασανισμένους γραμματείς των Κοινοβουλευτικών Ομάδων των κομμάτων τους και, καμιά φορά, από τον ίδιο τον Αρχηγό τους. Είναι κοινό μυστικό ότι το πολιτικό πάρε δώσε πάει σύννεφο με κύριο δέλεαρ χαλιναγώγησης της διαφωνίας και πειθαναγκασμού του διαφωνούντος την υπόσχεση της μελλοντικής του αξιοποίησης, την τοποθέτησή του σε εκλογική περιφέρεια της αρεσκείας του, τον εξοβελισμό του εσωκομματικού του αντίπαλου, την ικανοποίηση των «δικαίων αιτημάτων» των ψηφοφόρων του και άλλα πολλά. Έτσι διατηρείται η σύμπνοια και η ομοψυχία στα κρίσιμα θέματα.

Το Σκοπιανό, το Μακεδονικό ζήτημα, είναι μία άσκηση διαφορετικής φύσεως. Δεν δοκιμάζεται μόνον το τοτέμ της κομματικής πειθαρχίας, δοκιμάζεται η αντοχή του κοινοβουλευτικού μας συστήματος σε συνθήκες μιας γραμμικής διαφωνίας, που διαιρεί τους πολίτες σε δύο στρατόπεδα, δύο σχολές σκέψης, δύο προσεγγίσεις ανεξάρτητα από την κομματική τους ένταξη. Μέσα σε αυτό το θολό νερό επιχειρεί να ψαρέψει ο Νεοναζισμός. Αυτό όμως είναι άλλο ζήτημα. Σημασία έχει αν το πολιτικό μας σύστημα είναι σε θέση να διαχειριστεί μια διαφωνία, χωρίς αυτή να εκτρέπεται σε εθνικό διχασμό. Η χώρα μας έχει πικρή ιστορική εμπειρία διχαστικών καταστάσεων. Τις πλήρωσε με αίμα. Τις πλήρωσε πολύ ακριβά.

Όταν η διαφωνία είναι σαφής, καθαρή και οριοθετημένη, η μοναδική απάντηση την οποία μπορεί να δώσει η κοινοβουλευτική τάξη, είναι η κατά συνείδηση ψήφος. Η κομματική πειθαρχία σε μείζονος σημασίας εθνικά θέματα λειτουργεί διαλυτικά. Ακόμα και όταν επικρατεί μία άποψη, η δημόσια ζωή δηλητηριάζεται. Το μικρόβιο του διχασμού είναι αναερόβιο. Ζει σε ύπνωση ανάμεσά μας και ξυπνάει απότομα προσβάλλοντας το ανοσοποιητικό της χώρας όταν το ευνοήσουν οι συνθήκες. Η κατά συνείδηση ψήφος είναι αβέβαια, αλλά δεν έχει ποτέ αυτό τον κίνδυνο. Έτσι θα έπρεπε να γίνει σε αυτή την περίπτωση. Δυστυχώς, όμως, λείπει η ωριμότητα και η υπευθυνότητα από όλες τις πλευρές. Ξεχνούν ότι «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται». Σε αυτό τον τόπο ο κοινός τόπος ήταν, και εξακολουθεί να είναι, ουτοπία. Όσοι τον υποστηρίζουμε, είμαστε κοινότυποι. Ανιαροί.

Χωρίς κόμματα δε μπορεί να υπάρχει κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ουσιαστική, όμως, δημοκρατία δε μπορεί να υπάρχει επίσης όταν το κόμμα μας «τραβά από το μανίκι», όπως το τραγούδησε κάποτε ο Διονύσης Σαββόπουλος.

* Ο Πάνος Μπιτσαξής είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου

Πηγή: iporta.gr