11 Απριλίου, 2017

Κοινωνικοί επιστήμονες, διανόηση και οι πολιτικές δυνάμεις

Αντώνης Παπαρίζος

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα των κοινωνικών επιστημών και κυρίως της Πολιτικής Κοινωνιολογίας είναι το ζήτημα της συμμετοχής των ενεργών κοινωνικών επιστημόνων στις πολιτικές δυνάμεις, στα κόμματα δηλαδή, και η δραστηριοποίησή τους σ' αυτές.

Εάν η κριτική σκέψη και η αξιολογική ουδετερότητα είναι από τα πρωταρχικά απαιτούμενα για τους κοινωνικούς επιστήμονες και τους διανοούμενους -διότι ο στόχος των κοινωνικών επιστημών είναι η διαπίστωση σε μια κοινωνία των οικονομικών, πολιτικών και νοηματικό-ιδεολογικών προβλημάτων- αλλά εξίσου πρωταρχική είναι και η κριτική έναντι όλων των πολιτικών δυνάμεων, τότε η άμεση πολιτική και ιδεολογική ένταξη σε μία από αυτές τις πολιτκές δυνάμεις, δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την επιστημονικότητα συνολικά της εργασίας τους, την ακεραιτότητα των επιστημονικών τους κριτηρίων, αλλά και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν.

Είναι βέβαιο, με άλλα λόγια, ότι η ένταξη σε μία πολιτική δύναμη σηματοδοτεί ένταξη σε μία πολιτική ιδεολογία και αναμφισβήτητα σε μία συγκεκριμένη πολιτική παράδοση και ιστορία. Οι μηχανισμοί ένταξης που κινητοποιούνται από τους κοινωνικούς επιστήμονες στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι μόνον, α) η ελεύθερη επιλογή και η κριτική σκέψη, αλλά, συνήθως και αναπόφευκτα για κάποιους, β) η συναισθηματική και συγκινησιακή σύνδεση, ένωση και ταύτιση. Εάν επιπλέον λάβουμε υπ όψιν μας την ενεργή δράση, την στράτευση και ίσως την μαχητικότητα με την οποία συνδέεται η ένταξη, τότε δίχως αμφιβολία προκύπτουν και γ) ισχυρότατες σχέσεις ιδεολογικής ομοιομορφοποίησης.

Εάν στις ισχυρότατες αυτές σχέσεις προσθέσουμε, δ) το «ηθικό βάρος» της ιδεολογικής και πολιτικής ιστορίας των αγώνων, αλλά και ε) τους στόχους της ανακαίνισης-ριζικής μεταρρύθμισης ή και της σωτηρίας της κοινωνίας, επαναστατικής ή όχι, στόχοι που πολύ εύκολα αποκτούν μεταφυσικό και συνεπώς θρησκευτικό περιεχόμενο, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τα πολύ συχνά οριακά αποτελέσματα της περιθωριοποίησης των σκεπτόμενων ενεργών πολιτών ή και της αναγκαστικής κομματικής απόταξής τους.

Εάν μετακινηθούμε στο πεδίο της ιστορίας, θα διαπιστώσουμε ότι οι κοινωνικοί επιστήμονες και οι διανοούμενοι, όταν συμμετέχουν σε πολιτικές δυνάμεις, έχουν να αντιμετωπίσουν περισσότερα ερωτήματα συνείδησης και επιλογών από ότι οι πολίτες των άλλων κοινωνικών ομάδων και τάξεων, γεγονός που τους επιβάλλεται κυρίως από ένα πολύμορφο αναπόφευκτο δίλημμα. «Πώς είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί η ελεύθερη κριτική σκέψη και η αξιολογική ουδετερότητα, που έχουν υποχρέωση να καλλιεργούν στην καθημερινή άσκηση της επαγγελματικής τους δράσης, την στιγμή που μέσα από την πολιτική και ιδεολογική τους ένταξη και δράση καλούνται να πάρουν θέσεις, οι οποίες ενδεχόμενα αντιβαίνουν στις επιστημονικές τους διαπιστώσεις;», «Πώς είναι δυνατόν να μην απορροφηθούν άδηλα και σιωπηλά, κατά την άσκηση της επιστήμης τους, από την αναγκαιότητα της ιδεολογικής και πολιτικής τους ένταξης, εγκαταλείποντας σταδιακά και ενδεχόμενα και ασυνείδητα τις αρχές της ελεύθερης κριτικής σκέψης και της αξιολογικής ουδετερότητας έναντι όλων των πολιτικών δυνάμεων;»

Τα διλήμματα αυτά, παρ' όλον ότι πολύ λίγο συζητιούνται στην ελληνική κοινωνία, δεν είναι τόσο αυτονόητα όσο θεωρούνται, ενώ οι Έλληνες κοινωνικοί επιστήμονες και διανοούμενοι τα έχουν απαντήσει και τα απαντούν «εν τη πράξη» με ποικίλους σύνθετους και εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Η αρθρογραφία τους στον ημερήσιο και κυριακάτικο, τύπο πολύ συχνά δείχνει τους προβληματισμούς αυτού του είδους, ακόμη κι όταν δεν γίνονται άμεσα ορατοί. Οι ανοιχτές επιθέσεις, υβριστικές και βίαιες κάποιες φορές, που έχουν υποστεί και υφίστανται, ένα μέρος και μόνον του ζητήματος δείχνουν.

Το ζήτημα δηλαδή του ήθους και του πολιτικού ήθους των κοινωνικών επιστημόνων που θέτω εδώ, δεν αφορά μόνον τους «επαγγελματίες της σκέψης», στους οποίους ανήκω, αλλά ολόκληρη την κοινωνία. Έχω ήδη αφιερώσει πολλές σελίδες με αντικείμενο το ήθος και το πολιτικό ήθος στην Ελλάδα των κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων, κυρίως εκείνων που βρίσκονται στην αιχμή της πολιτικής ζωής, και σε άλλες εργασίες μου. Και το παρόν κείμενο δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι αρχές του Ανθρωπισμού, η ελευθερία και η δικαιοσύνη αποτελούν πάντοτε τις ριζικές αρχές όλων των επιστημών.

Το Ποτάμι, λοιπόν.

α) Το Ποτάμι πριν απ' όλα αποτελεί, από όσο γνωρίζω, ένα μοναδικό γεγονός στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης. Αποτελεί «εκ του μηδενός», δημιουργία μιας νέας πολιτικής δύναμης, από μία ομάδα και έναν Επικεφαλής, ο οποίος δεν είχε προηγούμενη ενεργή πολιτική δράση. Καθόλου εύκολο εγχείρημα, παρ' όλον ότι έμπειροι πολιτικά πολίτες γρήγορα συντάχθηκαν σ' αυτό, όπως και πολίτες δίχως προηγούμενη ενεργή πολιτική δράση.
β) Αποτελεί μία αναγκαιότητα για την ελληνική κοινωνία, παρ' όλον ότι η πλειονότητα των σύγχρονων Ελλήνων είναι στραμμένοι κυρίως στο παρελθόν και όχι στο μέλλον ακόμη και σήμερα. Η κρίση της ελληνικής κοινωνίας δεν αποτελεί μία χρηματιστική και οικονομική κρίση, όπως εν πολλοίς παρουσιάζεται, αλλά μία βαθύτατη κρίση αξιών, κεντρικών ιδεολογικών αντιλήψεων και νοοτροπιών, θεσμών, μηχανισμών και συνειδήσεων, η οποία και απαιτεί εντελώς νέες απαντήσεις, εντελώς διαφορετικές από όσες έχουν εφαρμοστεί μέχρι σήμερα και έχουν αποτύχει παταγωδώς.
γ)Το Ποτάμι πολύ γρήγορα τάχθηκε στον χώρο του κέντρου, με σαφείς ιδεολογικές θέσεις που αναφέρονται στα πεδία της «Κοινωνικής Δημοκρατίας» (Σοσιαλδημοκρατίας), και ταυτόχρονα στο πολιτικό-ιδεολογικό πεδίο του «κοινωνικού Φιλελευθερισμού», ενός Φιλελευθερισμού που αποδέχεται τις κοινωνικές παρεμβάσεις του κράτους.
δ) Στο Ποτάμι πολύ γρήγορα εντάχθηκαν πολίτες, κυρίως από το πρώτο πολιτικό πεδίο της Σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και της ευρύτερης Αριστεράς, όπως και από το δεύτερο πεδίο του κοινωνικού Φιλελευθερισμού, με εμφανή την επιθυμία, όμως, υπέρβασης των οποιωνδήποτε αντίθετων ιδεολογικών θέσεων και δημιουργίας ενός νέου μεταρρυθμιστικού, ανανεωτικού κινήματος. Γι αυτό και οι προτάσεις που κατέθεσε σταθερά από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του είναι σαφείς και δυναμικές, αποβλέποντας στο παρόν και στο μέλλον και όχι στο παρελθόν.
ε) Όλα τα προαναφερθέντα καθίστανται δυνατά για το Ποτάμι, εξ αιτίας ενός πολύ σημαντικού ιστορικού παράγοντα. Το Ποτάμι ως νέα πολιτική δύναμη δεν είχε και δεν έχει καμία ιδεολογική κληρονομιά και καμία πολιτική κληρονομιά, όπως όλες οι άλλες παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία, ιδεολογική και πολιτική παράδοση, δηλαδή, η οποία και θα μπορούσε να δεσμεύει τις πολιτικές του προτάσεις και επιλογές.
Διότι οι σύγχρονες παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα ελέγχονται ακόμη και τώρα αμοιβαία και εγκαλούνται, η μία από την άλλη, όπως και αυτοελέγχονται ιδεολογικά και πολιτικά, εσωτερικά από τα μέλη τους, με βάση το ιδεολογικό και πολιτικό τους παρελθόν. Το ιδεολογικό και πολιτικό παρελθόν, η ιδεολογική και πολιτική κληρονομιά και παράδοση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, μ' άλλα λόγια, ελέγχουν ακόμη και τώρα κυριαρχικά την πολιτική ζωή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, παρά τις προσπάθειες, και ειλικρινείς μάλιστα από πολλές πλευρές, που γίνονται για στροφή προς το μέλλον. Το μέλλον της κοινωνίας θυσιάζεται προς χάριν της «ιδεολογικής αλήθειας»,  α-ιστορικής και μεταφυσικής θα έλεγα, των πολιτικών κομμάτων. Πώς να επιλέξουν ένα «νέο μέλλον», «εντελώς νέο» μάλιστα πλέον, όταν το οποιοδήποτε νέο παρουσιάζεται ως άρνηση, απόρριψη ή και προδοσία ακόμη του ηρωικού παρελθόντος, των αγώνων, των μαχών και των κεκτημένων κάθε είδους και κάθε μορφής, όπως και της πολιτικής ιστορίας των κομμάτων;
Γι αυτό και θα οφείλαμε να μην σταθούμε εύκολα απορριπτικά έναντι των πολιτικών της προ-κρίσης πολιτικής τάξης, οι οποίοι, ασκώντας αυτοκριτική, επιχείρησαν αλλά και παράγουν νέα πολιτική σκέψη, σε αντίθεση με πολλούς άλλους, οι οποίοι δεν φαίνεται να αντιλήφθηκαν το μέγεθος της κρίσης, και δεν παρουσίασαν κάποια νέα αντίληψη για την τρέχουσα τραγική ιστορική πραγματικότητα.
στ) Η πολιτική ταυτότητα και το πολιτικό στίγμα του Ποταμιού καθορίζονται όχι μόνον από την συνεχή σύνθεση των ιδεών της Σοσιαλδημοκρατίας και του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού, αλλά και από την σχέση των δύο ιδεολογικών προσανατολισμών με τις αναγκαίες ριζικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία. Στο Ποτάμι, όπως είναι ξεκάθαρο από την μέχρι τώρα πολιτική του πορεία, δεν έχουν θέση συναισθηματικά χοντροειδή συνθήματα, αλλά οι πολιτικές προτάσεις διατυπώνονται με σαφήνεια και απευθύνονται στην λογική, την κοινή λογική και τον ορθολογισμό.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στις τάξεις του ενταχθήκαμε ενεργά πολλοί επιστήμονες όλων των πεδίων και όλων των ηλικιών, και επιδιώκουμε την διεύρυνση των δυνάμεών του με την συμμετοχή πολιτών κάθε επαγγέλματος και κοινωνικής ομάδας.
ζ) Στα όργανα του Ποταμιού ο διάλογος είναι ανοιχτός και οι προτάσεις διαμορφώνονται από τις θέσεις που προτείνονται και συζητιόνται, με διάθεση αμοιβαίας πειθούς. Τα αποτελέσματα και οι τελικές πολιτικές προτάσεις είναι σύνθεση των διαφορετικών και αντίθετων πολλές φορές αρχικών προτάσεων και θέσεων.
η) Η πορεία δεν είναι και δεν θα είναι καθόλου εύκολη. Είναι ιδιαίτερα δύσκολη, εξ αιτίας, πριν απ' όλα, όλων αυτών των ιδιαιτεροτήτων του Ποταμιού και ακόμη περισσότερο εξ αιτίας της θέσης που κατέχει στο πολιτικό σύστημα.
θ) Για το Ποτάμι δεν υπάρχει κανένα προηγούμενο πολιτικό παράδειγμα, καμία ανάλογη προηγούμενη πορεία πολιτικής δύναμης, κανένα προηγούμενο σημείο αναφοράς. Με την πορεία του δημιουργεί τον δικό του εντελώς νέο πολιτικό δρόμο. Η πορεία του είναι ο πολιτικός του δρόμος.
Το Ποτάμι, μ' άλλα λόγια, είναι η ιδιαιτερότητά του, και η ιδιαιτερότητά του είναι η αρχική συμβολική πολιτική του δύναμη.

* Ο Αντώνης Παπαρίζος είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου

Σχετικά