25 Απρίλιος, 2017

Κερδίζοντας από το Κέντρο

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Γιατί άραγε μονοπώλησε το παγκόσμιο πολιτικό ενδιαφέρον ο πρώτος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών της 23ης Απριλίου 2017; Όχι τόσο για την ίδια την εξέλιξη στο εσωτερικό μιας από τις χώρες-πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο κυρίως λόγω της αγωνίας για την επαλήθευση ή τη διάψευση των τάσεων αμφισβήτησης των επιλογών του συστήματος που παρατηρούνται τον τελευταίο χρόνο διεθνώς. Το βρετανικό δημοψήφισμα για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές και το ιταλικό δημοψήφισμα για τις θεσμικές αλλαγές αποτελούν τα τρία χαρακτηριστικά σημεία αποτύπωσης της αυξανόμενης ισχύος της αντί-συστημικής συμπεριφοράς. Ήταν τελικά η Γαλλία ο επόμενος σταθμός της αντί-συστημικής ταχείας;

Η διάψευση των προσδοκιών της υποψήφιας του γνωστότερου ίσως ακροδεξιού κόμματος της Ευρώπης, του Εθνικού Μετώπου, της Marine Le Pen, να κερδίσει τη γαλλική προεδρία ή έστω να επικρατήσει στον πρώτο γύρο των εκλογών ίσως κάνει κάποιους να απαντήσουν βιαστικά πως η ταχεία δε σταμάτησε στο Παρίσι. Αυτή όμως θα ήταν μια επιφανειακή ανάλυση που αφενός θα υποτιμούσε την επιτυχία της Le Pen, αφετέρου θα ταύτιζε την αντί-συστημικότητα με την ακρότητα. Αναφορικά με το πρώτο, η ευρύτητα της αποδοχής του αντί-δικομματικού και αντί-ελιτιστικόυ λόγου της Le Pen και η ουσιαστική απαξίωση του μόλις προ πενταετίας εκλεγμένου Προέδρου François Hollande σίγουρα καθρεφτίζουν τις τάσεις που καταγράφηκαν στις προηγουμένως αναφερθείσες τρεις περιπτώσεις χωρών. Είναι όμως το δεύτερο σκέλος αυτής της επιφανειακότητας της άποψης ότι η αντί-συστημικότητα προσπέρασε τη Γαλλία εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί. Η νίκη του Emmanuel Macron στον πρώτο γύρο των εκλογών ανέδειξε μια ενδιαφέρουσα και για πολλούς απροσδόκητη παράμετρο: τη δυνατότητα έκφρασης της αντί-συστημικότητας από το Κέντρο και όχι από κάποιο άκρο. Ας θυμηθούμε την ιστορία των τελευταίων μηνών του διαφαινόμενου νέου Γάλλου Προέδρου.

Η πορεία του Emmanuel Macron προς την υποψηφιότητά του
Ο Macron, Υπουργός Οικονομίας και Βιομηχανίας της κυβέρνησης Hollande, καταγράφεται στη διεθνή ειδησεογραφία για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2016, όταν παραιτείται από την κυβέρνηση. Στα αίτια της παραίτησης του καταγράφηκε και η στάση σημαντικού τμήματος των Σοσιαλιστών, το οποίο με πρωτεργάτες τους Benoît Hamon και τον Arnaud Montebourg, επί της ουσίας επαναστάτησε σε βάρος των μεταρρυθμίσεων της αγοράς του Macron. Λίγους μήνες αργότερα o Macron δημιούργησε ένα αυτόνομο, κεντρώο πολιτικό κόμμα, το “En Marche!”, και ανακοίνωσε τη διάθεσή του να κατέλθει στον προεκλογικό αγώνα και να διεκδικήσει ως ανεξάρτητος υποψήφιος την Προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας.
Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό των Σοσιαλιστών διαφαινόταν έντονα η ιδεολογική ρωγμή και η δημιουργία δυο αντίθετων στρατοπέδων, οι εκπρόσωποι των οποίων σε λίγες εβδομάδες θα ανταγωνίζονταν σε εσωκομματικές διαδικασίες για το χρίσμα του υποψηφίου των Σοσιαλιστών. Από τη μια πλευρά βρίσκονταν η αριστερή πτέρυγα, με βασικούς εκπροσώπους και διεκδικητές του χρίσματος τους Benoît Hamon και Arnaud Montebourg, και από την άλλη η φιλική προς τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς, με βασικούς εκπροσώπους τον Πρόεδρο Hollande και τον πρώην Πρωθυπουργό, Manuel Valls. Γρήγορα ο Hollande ανακοίνωσε την απόφασή του να μη διεκδικήσει για δεύτερη φορά την προεδρία και ο Manuel Valls έθεσε υποψηφιότητα στις προκριματικές. Με τον ανεξάρτητο Macron να καταγράφει σημαντική δυναμική (10%) από την περίοδο προ των προκριματικών στο κεντροδεξιό και στο κεντροαριστερό στρατόπεδο, έγινε από την αρχή φανερό ότι οι νικητές των προκριματικών εκλογών θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την υποψηφιότητα του Macron. Ίσως αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που ο Valls επιχείρησε να φέρει τον Macron εντός της εσωκομματικής εκλογής, προτείνοντάς του να συμμετέχει στις τηλεμαχίες που έλαβαν χώρα μεταξύ των υποψηφίων των Σοσιαλιστών ώστε να είναι σε θέση να «ελέγξει» την υποψηφιότητά του εσωκομματικά. Η άρνηση του Macron δυσκόλεψε το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τον όποιο κερδισμένο της διεκδίκησης του χρίσματος, καθώς υπογράμμιζε τη φρεσκάδα της υποψηφιότητας και την απέχθεια στις κλασικές, στρατιωτικού τύπου, παραδοσιακές κομματικές στηρίξεις.

Η εξέλιξη της προεκλογικής περιόδου
Και η δυσκολία έγινε μεγαλύτερη όταν οι εσωκομματικές κάλπες έφεραν νικητή τον Benoît Hamon, τον εκπρόσωπο της αριστερής πτέρυγα του κόμματος. Ευνοούμενος από το άνοιγμα της εκλογικής διαδικασίας στο σύνολο του εκλογικού σώματος –έναντι καταβολής του ελάχιστου ποσού του ενός ευρώ– και φυσικά από τη χαμηλή δημοτικότητα του Προέδρου Hollande, ο παραδοσιακότερος υποψήφιος Hamon επικράτησε με ευκολία επί του μετριοπαθέστερου και τελικά εκλαμβανόμενου ως συμβιβασμένου υποψηφίου Valls. Η δυναμική αντίδραση μιας σχολής Σοσιαλιστών απέναντι στην πολιτική Hollande ήταν πιθανώς αρκετή για την κατάκτηση του χρίσματος, όμως η προοπτική προσέλκυσης κεντρώων ψηφοφόρων μειώθηκε σημαντικά τη στιγμή μάλιστα που οι τελευταίου είχαν μπροστά τους μία ακόμα δυνητική επιλογή: τον πρώην υπουργό της σοσιαλιστικής κυβέρνησης, τον Macron.
Παρόμοια δυσκολία βρέθηκε να αντιμετωπίζει και ο νικητής των προκριματικών εκλογών στο στρατόπεδο της Κεντροδεξιάς. Η επικράτηση του François Fillon προοιώνιζε την προώθηση μια νέο-συντηρητικής ατζέντας, η οποία θα άφηνε ευρύ περιθώριο επιρροής στο χώρο του φιλελεύθερου κέντρου για τον Macron. Οι επιλογές των δύο μεγάλων κομμάτων είχαν διαμορφώσει θεωρητικά την τέλεια ευκαιρία για την ανάδειξη μιας ενδιάμεσης, χωροταξικά, υποψηφιότητας. Το γεγονός ότι η υποψηφιότητα αυτή είχε ήδη ανακοινωθεί πριν ακόμα δοθούν τα χρίσματα στους υποψηφίους των δύο μεγάλων κομμάτων φώτισε άμεσα τον Macron. Και η δημοσκοπική καταγραφή δεν άργησε να έρθει.
Οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά την ανακοίνωση και των δύο υποψηφίων των μεγάλων κομμάτων έδειξαν τον ανεξάρτητο υποψήφιο στην τρίτη θέση μετά τη Le Pen και τον Fillon, με ποσοστό σημαντικό αυξημένο στο 20%. Ωστόσο, ο προεκλογικός αγώνας επιφύλασσε σημαντική έκπληξη στην πρώτη του στροφή. Η αποκάλυψη ενός σκανδάλου στο συντηρητικό στρατόπεδο, με επίμαχα πρόσωπα τον υποψήφιο Fillon και τη σύζυγό του, με την κατηγορία ότι η δεύτερη ως αργόμισθη λάμβανε υπέρογκα ποσά κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του συζύγου της ήταν ικανή να περιορίσει την απήχηση του κεντροδεξιού υποψηφίου και να οδηγήσει τον Macron στη δεύτερη θέση. Σε ένα επόμενο κύμα μετρήσεων, ήδη δύο μήνες πριν από τις εκλογές της περασμένης Κυριακής, ο Macron εμφανίστηκε να διεκδικεί την πρώτη θέση και από την Le Pen και, το σημαντικότερο, να εμφανίζεται ως εκείνος που θα επικρατούσε σε βάρος της υποψήφιας της Άκρας Δεξιάς με τη μεγαλύτερη άνεση σε έναν δεύτερο γύρο εκλογών.

Ο κεντρώος αντιπερισπασμός
Ενισχυμένος έναντι των μη μετριοπαθών υποψηφίων των δύο μεγάλων κομμάτων, ο Macron κέρδισε καθαρά τον πρώτο γύρο των εκλογών και μοιάζει να βαδίζει με άνεση και σε μια επόμενη νίκη στον δεύτερο γύρο. Πώς όμως πέτυχε αυτόν τον κεντρώο αντιπερισπασμό έναντι στο κύμα αντί-συστημικότητας που εκφράζει η Le Pen; Ας σταθούμε σε δύο σημεία της στρατηγικής του, τα οποία δείχνουν να εξυπηρέτησαν αυτόν τον αντιπερισπασμό.
Παρά τις εμφανώς θετικές τοποθετήσεις πολιτικών του κλασικού γαλλικού κατεστημένου, όπως ο πρώην Πρωθυπουργός Dominique de Villepin και η πρώην υποψήφια για την Προεδρία Ségolène Royal υπέρ του, ο Macron στρατηγικά επέλεξε να τηρήσει αποστάσεις από πρόσωπα που θα λειτουργούσαν ως αναφορές στο σύστημα. Αποκηρύσσοντας εξίσου πολιτικές των κεντροδεξιών και των κεντροαριστερών, πετυχαίνει να εμφανίζεται ως οιονεί αντί-συστημικός.
Διαβλέποντας την ανατροπή που φέρνει σε όλον τον δυτικό κόσμο η αντί-ελιτιστική ορμή σε βάρος των μεταρρυθμιστικών προσεγγίσεων, της ευρωπαϊκής ιδέας ή της παγκοσμιοποίησης, πρότεινε μια πολιτική ισορροπίας ανάμεσα στις δημοσιονομικές υποχρεώσεις της χώρας και τις ανάγκες για μια κοινωνική πολιτική, με έμφαση στη χαμηλή φορολογία φυσικών προσώπων και στον εξορθολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών. Προσανατολιζόμενους στη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης της μεσαίας τάξης, επιδίωξε να κερδίσει έδαφος σε βάρος του κρατιστή Hamon και του νέο-συντηρητικού Fillon. Σε επίπεδο ευρωπαϊκής πολιτικής, ένα ζήτημα στο οποίο ο κίνδυνος ταύτισης με την οικονομική και προσφυγική πολιτική της Γερμανίας έμοιαζε επικίνδυνος, ο Macron απευθύνθηκε στη Γερμανία ζητώντας μια νέα οικονομική σχέση, στο πλαίσιο της οποίας η Γαλλία θα δεσμευτεί ότι θα αποφέρει δημοσιονομικά οφέλη μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ενώ η Γερμανία θα αποφασίσει να διαχειριστεί αναπτυξιακά και προς όφελος της ΕΕ, το ισχυρό εμπορικό της πλεόνασμα.
Ευθυγραμμιζόμενος με τη διάχυτη αντί-συστημική διάθεση και τηρώντας καθαρές αποστάσεις από τη στείρα μεταρρυθμιστική λογική, ο Macron πέτυχε να δημιουργήσει ένα εναλλακτικό μη συστημικό ανάχωμα. Η τύχη τον ευνόησε σε αυτήν του τη στρατηγική. Από την αποστροφή που προκαλούν στη διεθνή κοινή γνώμη οι πρώτες κινήσεις του αντί-συστημικού νέου αμερικανού Προέδρου μέχρι τις κακές επιλογές υποψηφίων των δύο μεγάλων κομμάτων, οι συνθήκες έδωσαν στον Macron τα περιθώρια ανάδειξης της υποψηφιότητάς του. Η αριστερή στροφή των Σοσιαλιστών προς έναν αμφισβητούμενο ρεαλισμό, με επικεφαλής μια μη χαρισματική προσωπικότητα, και η δεξιά στροφή των Συντηρητικών, συνοδευόμενη με σκάνδαλα ενδεικτικά της κατασπατάλησης του δημοσίου χρήματος στο παρελθόν, δημιούργησαν συνθήκες εκλογικού αδιεξόδου για μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων. Χωρίς τον Macron, οι αντί-συστημικές επιλογές θα περιορίζονταν στην Le Pen, ή, όπως αποδείχθηκε προς το τέλος της προεκλογικής περιόδου, στον υποψήφιο του αριστερού άκρου Jean-Luc Mélenchon. Ο Macron πέτυχε να παρουσιάσει μία επιπρόσθετη επιλογή εξίσου ενάντια στο κατεστημένο του γαλλικού διπολισμού. Και πέτυχε τελικά να αλλάξει το μοτίβο εκδήλωσης του αντί-συστημικού συναισθήματος. Η ήττα του συστήματος είναι δυνατή και «από το κέντρο».

[Σημαντικά τμήματα του κειμένου είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Free Sunday στις 11.02.2017]

* Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου π²