13 Μαΐου, 2017

Κάντο όπως ο Μακρόν;

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Των Γιάννη Κωνσταντινίδη και Βένης Μουζακιάρη

Και ξαφνικά, στις πολλές κομβικές εκλογικές αναμετρήσεις του 2017 προστέθηκε και μία ακόμα: η χρονικά πρόωρη κοινοβουλευτική εκλογή στη Βρετανία. Η κομβικότητα των βρετανικών εκλογών είναι διαφορετική από αυτήν των πρόσφατων προεδρικών εκλογών σε ΗΠΑ και Γαλλία, καθώς στη βρετανική περίπτωση δεν αποτυπώνεται μια ισχυρή αντί-συστημική δύναμη, και σχετίζεται κυρίως με την επίδραση που θα έχει η νέα κατανομή ισχύος μεταξύ των κομμάτων στην πορεία των διαπραγματεύσεων εξόδου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε μια πρώτη καταγραφή των γεγονότων και των θέσεων των πολιτικών πρωταγωνιστών στην εκκίνηση της προεκλογικής περιόδου, έντεκα μήνες μετά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και την επικράτηση της επιλογής αποχώρησης της χώρας από την ΕΕ.

Η άμεση παραίτηση του πρωθυπουργού David Cameron και η ανάληψη των καθηκόντων από την Theresa May αποτέλεσε την πρώτη αντίδραση στην κατεύθυνση διαχείρισης του αρνητικού για την ευρωπαϊκή πορεία αποτελέσματος του δημοψηφίσματος την επόμενη ημέρα. Η νέα πρωθυπουργός, μολονότι υπήρξε θερμή υποστηρίκτρια της παραμονής της χώρας στην ΕΕ, άμεσα τοποθέτησε κομβικά στελέχη του κόμματός που πρωτοστάτησαν στην καμπάνια υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, σε καίρια κυβερνητικά πόστα και έθεσε την νέα κυβέρνηση στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων με την Ενωμένη Ευρώπη. Η ανάδειξη των συγκεκριμένων στελεχών σε καίριες θέσεις, όπως του Boris Jonson, στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών και του David Davis σε ένα νέο υπουργείο, το οποίο θα επέβλεπε τις διαπραγματεύσεις, χαρακτηρίστηκε εξ αρχής, τόσο στην Αγγλία όσο και διεθνώς, ως μια σκληρή στάση της νέας πρωθυπουργού και ένδειξη ότι η ίδια είναι διατεθειμένη να υπηρετήσει απόλυτα το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Η έκταση της σκληρής αυτής στάσης της επιβεβαιώθηκε και στις πρώτες συναντήσεις που η ίδια είχε, με Ευρωπαίους αξιωματούχους, τους οποίους διαβεβαίωσε ότι η Βρετανία είναι αντίθετη και με την ελευθερία κινήσεων των Ευρωπαίων πολιτών στη χώρα. Εν τέλει, στις 29 Μαρτίου 2017, η βρετανική κυβέρνηση επίσημα έθεσε σε εφαρμογή το Άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισσαβόνας και έτσι εκκίνησε η τουλάχιστον διετής διαδικασία διαπραγματεύσεων για την απομάκρυνση της Βρετανίας από την ΕΕ.

Τα υπόλοιπα κόμματα αντέδρασαν σε βάρος της απόφασης αυτής, καθώς τόσο οι Εργατικοί, όσο κυρίως οι Φιλελεύθεροι και οι Πράσινοι, υιοθέτησαν μια περισσότερο μετριοπαθή στάση μετά το δημοψήφισμα, καλώντας την κυβέρνηση να μην προχωρήσει στην σκληρή γραμμή (hard) της πλήρους απομάκρυνσης, αλλά σε μια μετριοπαθέστερη (soft), προκειμένου η Βρετανία να συνεχίσει να επωφελείται των δικαιωμάτων της ελεύθερης μετακίνησης πολιτών και κεφαλαίου και των εμπορικών συμφωνιών. Οι αντιδράσεις σε βάρος των κινήσεων της May, τόσο από την αντιπολίτευση, όσο και από στελέχη των Συντηρητικών που υποστήριξαν την παραμονή στην ΕΕ, σε συνδυασμό με την απειλή διεξαγωγής ενός δεύτερου δημοψηφίσματος στη Σκωτία με ζητούμενο την ανεξαρτησία της από το Ηνωμένο Βασίλειο, φαίνεται να αποτέλεσαν κομβικούς παράγοντες στην απόφαση της πρωθυπουργού να προκηρύξει πρόωρες εκλογές στις 8 Ιουνίου 2017. Η πιθανότητα φθοράς της May μέσα στους επόμενους μήνες έμοιαζε ένας πραγματικός κίνδυνος εν όψει των διαπραγματεύσεων της βρετανικής κυβέρνησης με την Ευρώπη.

Η εικόνα των μετρήσεων
Οι πρώτες μετρήσεις δείχνουν ένα σταθερό, και διευρυμένο συγκριτικά με το αποτέλεσμα του 2015, προβάδισμα για τους Συντηρητικούς. Η αυτοδυναμία των Συντηρητικών δε φαίνεται να απειλείται. Η διετής διαδικασία διαπραγματεύσεων, στην οποία εισήλθε το Ηνωμένο Βασίλειο και η συναίσθηση της αλλαγής, η οποία θα επέλθει σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ωθεί την βρετανική κοινωνία στην σκέψη ότι μια ισχυρή κυβέρνηση είναι αναγκαία με σκοπό να προασπιστεί τα συμφέροντα και το μέλλον της χώρας. Η Theresa May έχει ήδη πραγματοποιήσει συναντήσεις με τους Ευρωπαίους αξιωματούχους και ο αντίκτυπος κάθε άλλο πάρα καθησυχαστικός είναι σε σχέση με την έκβαση των διαπραγματεύσεων.

Οι Εργατικοί, από την άλλη, φαίνεται να έχουν εκλογικά σταθεροποιηθεί στη δεύτερη θέση με ελαφρώς μειωμένα ποσοστά σε σύγκριση με το 2015, χωρίς να αναμένονται εκπλήξεις περαιτέρω απώλειας ποσοστών. Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες ενισχύονται σημαντικά σε σχέση με την τελευταία εκλογή, κερδίζοντας ένα τμήμα των Συντηρητικών ψηφοφόρων που τάχθηκαν υπέρ της παραμονής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ το Κόμμα Ανεξαρτησίας (UKIP) εξακολουθεί να διατηρεί ένα σημαντικό εκλογικό ποσοστό παρά την αποχώρηση του ηγέτη που το ανέδειξε, του Nigel Farage.

Τα προεκλογικά διακυβεύματα
Το ζήτημα της εξόδου της χώρας από την ΕΕ είχε προκαλέσει από την πρώτη στιγμή ανησυχίες περί των οικονομικών συνεπειών της απόφασης αυτής. Ωστόσο, οι συνέπειες δε μοιάζουν μέχρι σήμερα να είναι όσο αρνητικές είχαν περιγραφεί αρχικώς, με χαρακτηριστικότερη εξέλιξη την άνοδο του πληθωρισμού στο 2.3% προς όφελος ωστόσο της απασχόλησης, καθώς η ανεργία μειώθηκε στο 4.8%, το χαμηλότερο σημείο στο οποίο έχει καταγραφεί από το 2006. Οι κραδασμοί που πάντως προβλέπεται να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της διετούς διαπραγμάτευσης, έχουν κινητοποιήσει την οικονομική ηγεσία της χώρας, ώστε μετά την εκλογή της 8ης Ιουνίου να κατατεθεί προς ψήφιση ένα νέο πρόγραμμα δημόσιων δαπανών, με αυξήσεις των φόρων και περιστολή των δαπανών. Το γεγονός αυτό επιδείνωσε την εκλογική αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση, αλλά δημιούργησε έριδες και στο εσωτερικό των Συντηρητικών. Με αιχμή του δόρατος, την εξαγγελία της μείωσης των δαπανών για τη δημόσια εκπαίδευση, και για το εθνικό σύστημα υγείας, ο Jeremy Corbyn των Εργατικών, αλλά και ο Tim Farrow των Φιλελεύθερων εξήγγειλαν την επέκταση των δημόσιων επενδύσεων ως οικονομική εναλλακτική μπροστά σε μια ενδεχόμενη οικονομική κρίση.

Ανάμεσα στην πολιτική λιτότητας της May και την κρατικιστική εναλλακτικής του Corbyn, το προεκλογικό πρόγραμμα των Φιλελεύθερων, του πλέον κλασικού σοσιαλφιλελεύθερου στην ιδεολογία κόμματος της ομάδας των Ευρωπαίων Φιλελευθέρων, συνεχίζει να προτάσσει την ανάγκη των φιλελεύθερων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και συγχρόνως της ενίσχυσης των προνοιακών δομών, των σχολείων και των νοσοκομείων. Η επιθυμία για αποφυγή υπερψήφισης του προγραμματικού σχεδίου των Συντηρητικών με βασικούς πυλώνες την εκτεταμένη περιστολή δαπανών και συγχρόνως την ανελαστική γραμμή της πλήρους εξόδου από την ΕΕ, μπορεί να φωτίσει εντονότερα το πλεονέκτημα της ατζέντας του Tim Farrow με σοβαρή την πιθανότητα εκλογικής ανόδου του μικρού κόμματος των Φιλελευθέρων. Η προγραμματική του εστίαση σε κοινωνικές πολιτικές και η στρατηγική του τοποθέτηση έξω από το καλούπι του δικομματισμού φαίνεται να τους ευνοεί σε μία περίοδο στην οποία τόσο η οικονομική ανασφάλεια, όσο και η αντί-συστημική διάθεση ωθούν προς λύσεις πέραν από τις κλασικές του κεντροδεξιού και του κεντροαριστερού πόλου. Μπορούν όμως οι Φιλελεύθεροι να «το κάνουν όπως ο Μακρόν»;

*Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και Διευθυντής του Ινστιτούτου «Π2 – Πρόοδος στην Πράξη» και η Βένη Μουζακιάρη είναι Υποψήφια Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Πηγή: Free Sunday