15 Οκτωβρίου, 2018

Καμιά δικαιολογία για παραπομπή της Συνταγματικής αναθεώρησης στο μέλλον

Σπύρος Δανέλλης

Καθετί στη φύση και στη ζωή που δεν εξελίσσεται προσαρμοζόμενο στις διαφοροποιούμενες στο χρόνο συνθήκες και απαιτήσεις, μοιραία φθίνει και νεκρώνεται. Αυτή η αρχή δεν θα μπορούσε να μην ισχύει και για τον συνταγματικό χάρτη της χώρας. Ιδιαιτέρως δε για ένα Σύνταγμα όπως το ισχύον, που θεσπίστηκε το 1975 και διακρίνεται για την «πολυπραγμοσύνη» του. Είναι χαρακτηριστικό πως είναι σχεδόν διπλάσιο σε όγκο από το μέσο Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δεύτερη ειδικά αναθεώρηση το φόρτωσε με περιττές διατάξεις , διαπιστώσεις, ευχές, διακηρύξεις κ.τ.λ.

Βεβαίως για την αντιμετώπιση των θεμελιωδών παθογενειών και στρεβλώσεων που διακρίνουν τη δημόσια ζωή - το πελατειακό, αναποτελεσματικό κράτος και την αδυναμία στήριξης ενός βιώσιμου παραγωγικού μοντέλου - δεν αρκεί η όποια συνταγματική αναθεώρηση. Ωστόσο, αυτή είναι αναγκαία για την ορθολογικοποίηση και αποτοξικοποίηση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, αλλά και την ουσιαστική και οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση.

Μπορεί το Σύνταγμα να μην ευθύνεται για τα Μνημόνια, όμως δεν μπορούμε να πούμε πως δεν ευθύνεται για μία από τις πιο ανησυχητικές παρενέργειες της κρίσης που αφορά την πρωτοφανή απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών. Κάτω από αυτό το πρίσμα προκύπτουν συγκεκριμένα ζητήματα που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως είναι από καιρό ώριμα και για τα οποία φαίνεται να συμφωνεί όλο το πολιτικό σύστημα. Π.χ. η ευθύνη των πολιτικών προσώπων και ιδίως όσων ασκούν εκτελεστική εξουσία. Όλοι συμφωνούμε, πως το αρθρ. 86 του Συντάγματος, που αφορά την ποινική ευθύνη των Υπουργών και που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001, δημιουργεί ένα προνομιακό καθεστώς οιονεί ατιμωρησίας και πρέπει άμεσα να καταργηθεί. Αλλά και σε ό,τι αφορά τους βουλευτές η ασυλία όπως στις περισσότερες σύγχρονες δημοκρατίες, δεν μπορεί να αφορά εγκλήματα του κοινού Ποινικού Δικαίου.

Στο ίδιο πλαίσιο εξορθολογισμού της πολιτικής σκηνής εντάσσεται και η πρόταση διασφάλισης της διεξαγωγής Εθνικών εκλογών κάθε τέσσερα χρόνια. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο χρόνος διεξαγωγής εκλογών κατά τα χρόνια των Μνημονίων αλλά και πριν, έχει εκτενώς χρησιμοποιηθεί εργαλειακά, επιτείνοντας την πολιτική αστάθεια και βαθαίνοντας ακόμη περισσότερο την κρίση. Μια σκέψη προς αυτήν την κατεύθυνση είναι να υιοθετηθεί πρόβλεψη, κατά το σουηδικό πρότυπο, ότι αν διαλυθεί πρόωρα η Βουλή, η νέα Βουλή να εκλεγεί μόνο για το υπόλοιπο της θητείας της διαλυθείσας. Επιπλέον, στην ίδια κατεύθυνση είναι αναγκαίο να αλλάξει και ο τρόπος ανάδειξης του Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να μην διαλύεται η Βουλή λόγω μη εκλογής του.

Ώριμα θέματα για αναθεώρηση αποτελούν επίσης η διαδικασία ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, όπως και των μελών των ανεξάρτητων αρχών, αλλά και η χρονοβόρα διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.

Άλλο ένα ζήτημα που ζητεί επειγόντως την διευθέτησή του, όπως συμβαίνει σε ολόκληρη τη Δύση, είναι η οριοθέτηση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας. Η κοινωνία των πολιτών στο θέμα αυτό φαίνεται να είναι πιο μπροστά από το πολιτικό μας σύστημα. Προς αυτήν την κατεύθυνση λοιπόν είναι αναγκαία η κατάργηση του άρθρ. 3, το οποίο μιλά για τις «στενές» σχέσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Πολιτείας. Και αυτό γιατί μια τέτοια πρόβλεψη είναι στις ημέρες μας στην καλύτερη περίπτωση φολκλόρ και στην χειρότερη συνιστά ευθεία παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών. Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να εντυπωσιάζει κάθε καλόπιστο σχολιαστή η σιωπή που τήρησαν εδώ και πολλά χρόνια τα δύο τότε μεγάλα κόμματα για τον εξόφθαλμο αυτό αναχρονισμό του Συντάγματός μας, στο πεδίο των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ανθρώπου και του πολίτη, παρά τις πολλές καταδίκες της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου.

Τέλος, είναι αδικαιολόγητη η ιδεοληπτική άρνηση αναθεώρησης του αρθρ.16 σε ό,τι αφορά τη νομική φύση των ΑΕΙ. Ας εναρμονιστούμε με την πραγματικότητα, υπερβαίνοντας την υποκρισία της αποδοχής λειτουργίας παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων (κολέγια) και την διαχρονική αιμορραγία της φοιτητικής μετανάστευσης.

Η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος και η εγγύηση της σταθερότητας και ασφάλειας της χώρας, που αποτελούν και τη βασική αποστολή του Συντάγματος, είναι υπόθεση και χρέος του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων του συνταγματικού τόξου. Προς τούτο απαιτείται και η μέγιστη δυνατή συναίνεση. Κάθε προσπάθεια μικροκομματικής αξιοποίησης και εργαλειοποίησης της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος ή άρνηση συζήτησης με παραπομπή σε ένα «καλύτερο» μέλλον, είναι βέβαιο πως θα απομειώσει ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα και στους πολιτικούς.

*Ο Σπύρος Δανέλλης είναι βουλευτής Ηρακλείου με «Το Ποτάμι».

Πηγή: Νέα Σελίδα