27 Σεπτέμβριος, 2019

Και όμως, ήταν αλλιώς

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Το Ποτάμι έτρεξε μια ολόκληρη καμπάνια, την τελευταία του, με τη φράση «Θέλω την Ελλάδα αλλιώς». Εκείνο τελικά το εννοούσε. Εμείς δεν το πιστέψαμε.

Η διεθνής βιβλιογραφία περί οργανωτικής δομής των κομμάτων είναι σαφής. Τα σημερινά κόμματα έχουν απολέσει τόσο τον μαζικό τους χαρακτήρα, όσο και τον εκλογοκεντρικό τους χαρακτήρα, καταλήγοντας να είναι πλέον μικρές ή μεγαλύτερες επιχειρήσεις που πρωτίστως ενδιαφέρονται για τον μικρό ή μεγαλύτερο στρατό στελεχών τους. Ούτε για τα μέλη τους, ούτε για τους ψηφοφόρους τους, αλλά κυρίως για τους κομματικούς υπαλλήλους τους. Ο εκφυλισμός της κομματικής λειτουργίας αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό, σύμφωνα με τους θεωρητικούς, στην κατοχυρωμένη δημόσια χρηματοδότηση των κομμάτων, η οποία μοιραία οδηγεί στη γραφειοκρατικοποίηση και τελικά στην αδιφορία των κομματικών στελεχών για τις σχέσεις εκπροσώπησης του λαού.

Η ελληνική περίπτωση δεν είναι σε καμία περίπτωση μια εξαίρεση στον κανόνα. Ογκώδεις και παντοδύναμοι κομματικοί στρατοί, άφθονο δημόσιο χρήμα και προνομιακός δανεισμός συνθέτουν την οργανωτική εικόνα του μέσου ελληνικού κόμματος. Παλαιών, αλλά και νέων πρωταγωνιστών. Μεγάλων, αλλά και μικρών κομμάτων. Όλων. Και όμως υπάρχει κάποιο που τελικά αποδεικνύεται «αλλιώς». Η απόφαση του Ποταμιού να παραχωρήσει το σύνολο της κρατικής χρηματοδότησης που του αντιστοιχούσε μετά το αποτέλεσμα των εκλογών του Μαϊου 2019 -ύψους περίπου 500.000 ευρώ- στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ένα ποσό που θα μπορούσε να δαπανηθεί σε μισθούς, έξοδα κίνησης και ενοίκια του «κομματικού στρατού» για δύο χρόνια τουλάχιστον, υπενθύμισε τη σχεδόν εμμονική προβολή από το Ποτάμι της διαφορετικότητάς του. «Δε θέλουμε τοπικά γραφεία και κομματάρχες σε κάθε γωνιά της χώρας» ή «Δεν έχουμε λειψά ταμεία και δεν έχουμε δάνεια» διάβαζε κανείς στις ομιλίες και στα κείμενα των ανθρώπων του Ποταμιού.

Λίγοι έδιναν σημασία, περισσότεροι αναμασούσαν τις ατεκμηρίωτες κατηγορίες σε βάρος του Ποταμιού για μυστική χρηματοδότηση, τυχοδιωκτισμό και αλισβερίσια με την εξουσία. Προφανώς το βάρος της λασπολογίας ως παράγοντας ερμηνείας της εκλογικής πορείας του κόμματος δεν είναι μετρήσιμο και σε καμία περίπτωση δεν είναι το κυρίαρχο. Το Ποτάμι έσφαλλε από νωρίς, όταν αποφάσισε να εντάξει στις δυνάμεις του είτε οπορτουνιστές πρώην πολιτευτές που αντάλασσαν με ευκολία το κόμμα τους και την ηθική τους για μια θέση στο Κοινοβούλιο, είτε φιλόδοξους δημοσιολόγους που αναζητούσαν το αποτύπωμά τους και στον πολιτικό στίβο. Όμως το σίγουρο είναι ότι το Ποτάμι ήταν οικονομικά άμεμπτο και συνεπές. Χαρακτηριστικά κάθε άλλο παρά δεδομένα στην ελληνική πολιτική ζωή.

Η καθολική αναγνώριση της τελευταίας απόφασής του για την παραχώρηση της κρατικής χρηματοδότησής του με σκοπό την ενίσχυση της έρευνας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μαρτυρά πως πολλοί από αυτούς που το λοιδόρησαν αναίτια, αναζητούσαν το άλλοθί τους. Πολύ αργά για δάκρυα. Το Ποτάμι έτρεξε μια ολόκληρη καμπάνια, την τελευταία του, με τη φράση «Θέλω την Ελλάδα αλλιώς». Εκείνο τελικά το εννοούσε. Εμείς δεν το πιστέψαμε.

ΠΗΓΗ: ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

*Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας