25 Νοεμβρίου, 2015

Είσαι για μια συναίνεση;

Guest Αρθρογράφος

Υπάρχει μια λέξη γλυκιά, μια λέξη παυσίπονη, η μόνη ίσως στο πολιτικό λεξιλόγιο που ακούγεται στη Βουλή και στα τηλεπαράθυρα σε χαμηλούς, τρυφερούς τόνους: η λέξη συναίνεση. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει άλλη λέξη που να πλασάρεται με μεγαλύτερη υποκρισία από αυτούς που αποδεδειγμένα δεν πιστεύουν σ’ αυτή.

Τις τελευταίες ημέρες όπου κι αν βρέθηκαν οι κυβερνητικοί με πρώτο τον Αλέξη Τσίπρα πλειοδότησαν και μίλησαν για «εθνικό διάλογο» στα σημαντικότερα ζητήματα που θα βρουν μπροστά τους, το ασφαλιστικό, το προσφυγικό και την Παιδεία. Θα έλεγε κανείς ότι ξαφνικά ραντίστηκαν με τον αγιασμό της λογικής, αφού έως τώρα κάποιες άλλες συναινετικές φράσεις ηχούν ακόμα: «ή αυτοί ή εμείς», «θα τους τελειώσουμε ή θα μας τελειώσουν». Περασμένα, ξεχασμένα θα πουν κάποιοι. Ναι, αλλά και στα βήματα που έγιναν δέκα μήνες τώρα η συναίνεση ήταν μια άγνωστη λέξη και σήμερα, στα πιο δύσκολα, είναι μια έννοια τυλιγμένη στην ηθελημένη αοριστία. Ο Νίκος Φίλης, ας πούμε, την προσφέρει και η κυβέρνηση την διαλαλεί, προσθέτοντας σαν δόλωμα κάποιο κοινωνικό ή προοδευτικό ή δημοκρατικό πρόσημο. Πολλοί λίγοι από τα 11 εκατομμύρια των συνελλήνων θα διαφωνούσαν…
Χθες η αναπληρώτρια υπουργός Σία Αναγνωστοπούλου κάλεσε τους πανεπιστημιακούς σε εθνικό διάλογο (νάτον πάλι!) «που θα ξεκινήσει με λευκά χαρτιά» όπως είπε. Ακούγεται ωραίο αλλά είναι έτσι; Αν συνομολογήσουμε ότι η βασική προϋπόθεση κάθε συναινετικού διαλόγου είναι η εμπιστοσύνη, πόσα αποθέματα από αυτή έχει η σημερινή κυβέρνηση; Αλλά και πώς θα ξεκινήσει ο εθνικός διάλογος για να βρεθεί η πολυπόθητη συναίνεση; Με δύο υπουργούς να σκύβουν σε λευκά χαρτιά;

Σ’ αυτό το σημείο, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει η πονηρή ντρίπλα -και δεν θα είναι η πρώτη φορά. Οι σοβαρές συζητήσεις για μια συμφωνία γίνονται με βάσησυγκεκριμένες προτάσεις από αυτούς που προσκαλούν σε διάλογο. Οι προσκληθέντες καταθέτουν στη συνέχεια τις δικές τους, αρχίζουν τα επιχειρήματα και κάποτε βγαίνει -αν βγει- ο λογαριασμός. Οι συζητήσεις δεν γίνονται σε στυλ παρεούλας, «χμ… ενδιαφέρον αυτό που λέτε αλλά… μπλα… μπλα… θα δούμε τι μπορούμε… μπλα… μπλα… ξέρετε οι ανάγκες της χώρας… μπλα… μπλα…» και στο τέλος «θα τα ξαναπούμε παιδιά…».

Είμαι δίχως αστερίσκους υπέρ των σοβαρών συναινετικών προσπαθειών, όπως γίνεται εδώ και χρόνια σε πολλές χώρες, διότι απορροφούν κοινωνικούς κραδασμούς και δείχνουν στους πολίτες ότι κάποιοι πολιτικοί αποφασίζουν να αφήσουν στην άκρη τις κομματικές κοκορομαχίες και με σύνεση, γνώση και ρεαλισμό να λύσουν δισεπίλυτα προβλήματα. Δεν είμαι υπέρ της δήθεν προσπάθειας για συναίνεση, εξ αρχής διαβρωμένης από την ευδιάκριτη υποκρισία. Μιας πρόσκλησης για «συναίνεση» που γίνεται πρόσχημα να κρυφτούν στην πορεία πολλά άλλα σκουπίδια κάτω από το χαλί.

Στάθηκα ιδιαίτερα στον χώρο της Παιδείας διότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ως αντιπολίτευση και ως κυβερνητικό κόμμα έχει δώσει αρνητικά δείγματα σε όλα τα επίπεδα. Από το καταστροφικό σύνθημα του κ. Τσίπρα «η ανατροπή θ’ αρχίσει απ’ τα σχολεία», που προέτρεπε τους μαθητές να καταλάβουν Γυμνάσια και Λύκεια, έως τον Αριστείδη Μπαλτά και τον Τάσο Κουράκη με τους αιώνιους φοιτητές, τις καταραμένες αριστείες, την λατρεία του μαυροπίνακα, την απαξίωση των συμβουλίων και άλλα εξόχως προοδευτικά και δημοκρατικά.
Θα μπορέσει ο όψιμα συναινετικός κ. Τσίπρας να στραφεί κατά του εαυτού του, να κάνει οργανωμένο και ανιδιοτελή διάλογο με τα άλλα κόμματα για τα τεράστια ζητήματα του ασφαλιστικού και του προσφυγικού; Θα μπορέσουν ο κ. Φίλης και η κυρία Αναγνωστοπούλου να ξεπεράσουν τις ιδεοληψίες τους, να στραφούν κατά αυτών που προστατεύουν και να δώσουν έστω ένα μικρό δείγμα προοδευτικής αντίληψης;
Όποιος πιστεύει στα θαύματα να σηκώσει το χέρι του.

Αρθρογράφος: Κώστας Ρεσβάνης
Πηγή: Protagon