17 Μαρτίου, 2017

Υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου

Δημήτρης Τουτουντζόγλου

Το χρονικό της μονομερούς προσφυγής Ελλάδας κατά Τουρκίας

Περί το τέλος του 1973 η Τουρκική Κυβέρνηση παραχώρησε δικαιώματα εκμεταλλεύσεως υποθαλασσίων περιοχών του Αιγαίου Πελάγους. Οι άδειες αυτές αφορούσαν και τμήματα υφαλοκρηπίδας τα οποία κατά την άποψη της Ελληνικής Κυβέρνησης, ανήκουν σε ορισμένα νησιά. Με ρηματική Διακοίνωση της 7ης Φεβρουαρίου 1974 η Ελληνική Κυβέρνηση στηριζόμενη στο διεθνές δίκαιο, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε με τα άρθρα 1(β) και της Συνθήκης της Γενεύης του 1958 για την υφαλοκρηπίδα , αμφισβήτησε την ισχύ των αδειών που παραχωρήθηκαν από την Τουρκία, επιφύλαξε τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας που ήταν παρακείμενη στην ακτή των παραπάνω νησιών και ισχυρίστηκε ότι η υφαλοκρηπίδα έπρεπε να οριοθετηθεί μεταξύ των δύο κρατών, με βάση την ίση απόσταση και με μία μέση γραμμή. Η Τουρκική Κυβέρνηση απάντησε, με Ρηματική Διακοίνωση της 27ης Φεβρουαρίου 1074 ότι τα «ελληνικά νησιά που βρίσκονται πολύ κοντά στην Τουρκική ακτή δεν διαθέτουν δικιά τους υφαλοκρηπίδα» και αμφισβήτησε την εφαρμογή της αρχής της ίσης αποστάσεως και ενώ επιφύλαξε τα δικαιώματά της, δήλωσε πως θεωρεί αρμόζουσα την αναζήτηση μιας διευθέτησης με κοινή συμφωνία, σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Στην απάντησή της, την 24 Μαΐου 1974 η Ελληνική κυβέρνηση ανέφερε ότι δεν είναι αντίθετη σε μία οριοθέτηση που θα στηρίζεται στις διατάξεις του σύγχρονου θετικού διεθνούς δικαίου, όπως κωδικοποιήθηκε από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1958 για την υφαλοκρηπίδα. Η Τουρκική κυβέρνηση με την σειρά της δήλωσε ότι ήταν καθήκον των δύο Κυβερνήσεων να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να καταλήξουν σε συμφωνημένες λύσεις των διαφόρων προβλημάτων που προέκυπταν από το γεγονός ότι οι δύο χώρες γειτόνευαν στο Αιγαίο Πέλαγος. Στις 29 Μαΐου1974 το Τουρκικό πλοίο «Κανταρλί» άρχισε την εφαρμογή ενός προγράμματος εξερεύνησης σε ύδατα, που εν όλω ή εν μέρει, ήταν υπερκείμενα της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο Πέλαγος η οποία σύμφωνα με την Ελληνική Κυβέρνηση ανήκει στην Ελλάδα. Με την Διακοίνωση της 14ης Μαΐου 1974 παρατήρησε ότι η εξερεύνηση αυτή παραβίαζε τα αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και διαμαρτυρήθηκε έντονα. Η Τουρκική Κυβέρνηση με την απάντησή της από 4 Ιουλίου 1974 απέρριψε την παραπάνω διαμαρτυρία. Στις 22 Αυγούστου 1974 η Ελλάδα διατύπωσε και άλλη διαμαρτυρία σχετικά με νέες άδειες εκμετάλλευσης που παραχώρησε η Τουρκική Κυβέρνηση και η οποία την απέρριψε στις 16 Σεπτεμβρίου 1974 και επανέλαβε την πρότασή της για διαπραγματεύσεις.

Στις 27 Ιανουαρίου 1975 η Ελληνική Κυβέρνηση πρότεινε στην Τουρκία όπως οι διαφορές τους για το εφαρμοστέο δίκαιο καθώς και για τη ουσία του ζητήματος να παραπεμφθούν στο Διεθνές Δικαστήριο και δήλωσε ότι, με την επιφύλαξη του δικαιώματός της να καταθέσει μονομερή προσφυγή καθώς έβλεπε σημαντικά πλεονεκτήματα στη σύναψη ενός συνυποσχετικού με την Τουρκία για την υποβολή της εν λόγω υπόθεσης στο Δικαστήριο. Στις 6 Φεβρουαρίου 1975 η Τουρκική Κυβέρνηση απάντησε εκφράζοντας την ελπίδα ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα συμφωνήσει κατά προτεραιότητα στην έναρξη διαπραγματεύσεων για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου προσθέτοντας ότι καταρχήν αντιμετωπίζει ευνοϊκά την πρόταση για κοινή υποβολή της διαφοράς στο Δικαστήριο. Πρότεινε λοιπόν, την έναρξη συνομιλιών σε υπουργικό επίπεδο. Στις 10 Φεβρουαρίου 1975 η Ελληνική Κυβέρνηση συμφώνησε να διεξαχθούν συνομιλίες για την σύναψη του συνυποσχετικού.

Στις 17-19 Μαΐου 1975 οι Υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας πραγματοποίησαν μία αρχική εξέταση στο κείμενο του συνυποσχετικού που θα αφορούσε την υποβολή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο. Στις 31 Μαΐου 1975 οι Πρωθυπουργοί των δύο χωρών εξέδωσαν ένα κοινό ανακοινωθέν. Με Διακοίνωσή της, της 30ης Σεπτεμβρίου 1975, η Τουρκική Κυβέρνηση υποστήριξε την άποψη ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον των δύο χωρών να υποβάλλουν τη διαφορά στο Δικαστήριο χωρίς να επιχειρήσουν πρώτα ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι οι διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση έπρεπε να διεξαχθούν παράλληλα με την προετοιμασία του συνυποσχετικού και ότι είχε συμφωνηθεί πως τα θέματα εκείνα που δεν θα μπορούσαν να λυθούν με διαπραγματεύσεις θα υποβάλλονται από κοινού στο Δικαστήριο. Στις 2 Οκτωβρίου η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι συμφωνήθηκε πως θα υποβληθεί πρώτα τυπικά στο Δικαστήριο και ότι δεν αποκλειόταν να επακολουθήσουν συνομιλίες για μία ενδεχόμενη συμφωνημένη λύση.

Η Τουρκική πλευρά, στις 18 Οκτωβρίου 1975 αμφισβήτησε την ερμηνεία αυτή και κάλεσε την Ελληνική Κυβέρνηση να διεξάγει ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για έναν συμφωνημένο επιεική διακανονισμό καθώς και για αντιμετώπιση κοινής υποβολής των άλυτων αλλά σαφώς προσδιορισμένων νομικών ζητημάτων στο Δικαστήριο. Με την σειρά της η Ελληνική Κυβέρνηση στις 19 Δεκεμβρίου 1975 διατύπωσε την άποψη ότι αφού οι διαπραγματεύσεις ήταν σε κάθε περίπτωση απαραίτητες για τη σύναψη του συνυποσχετικού, αν κατά τη διεξαγωγή τους γινόταν προτάσεις για την κατάργηση σημείων διαφωνίας που θα αφορούσαν την οριοθέτηση, οι προτάσεις αυτές θα αντιμετωπιζόταν καταλλήλως. Σύμφωνα με τις απόψεις που διατυπώθηκαν στις παραπάνω Διακοινώσεις οι συναντήσεις των εμπειρογνωμόνων δεν καρποφόρησαν με συνέπεια να μην καταλήξουν σε συμφωνία.

Στις 13 Ιουλίου 1976 η Τουρκική Κυβέρνηση έκανε γνωστό ότι θα αναλαμβάνονταν έρευνες από το Τουρκικό σεισμογραφικό ερευνητικό πλοίο «Σεισμίκ Ι» στα Τουρκικά χωρικά ύδατα και στην ανοικτή θάλασσα. Εξάλλου με δήλωσή του ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας διευκρίνισε ότι οι έρευνες αυτές θα διεξαχθούν σε περιοχές του Αιγαίου που διεκδικούνται από την Τουρκία και θα μπορούσαν να επεκταθούν σε όλες τις περιοχές του Αιγαίου έξω από τα ελληνικά χωρικά ύδατα. Όταν το ανωτέρω πλοίο συνέχισε τις έρευνές του σε περιοχές όπου σύμφωνα με την άποψη της Ελληνικής Κυβέρνησης, η υφαλοκρηπίδα ανήκε στην Ελλάδα, προέβη σε διπλωματικές διαμαρτυρίες προς την Τουρκική Κυβέρνηση και ταυτόχρονα προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο.

Η προσφυγή βασίστηκε στην Γενική Πράξη της Γενεύης του 1928 για ειρηνικό διακανονισμό των διεθνών διαφορών κατά πρώτον και κατά δεύτερον στο κοινό ανακοινωθέν των Πρωθυπουργών των δύο χωρών για παραπομπή της υπόθεσης στο Διεθνές Δικαστήριο.

Με την διάταξη της 11ης Σεπτεμβρίου 1976 το Διεθνές Δικαστήριο με ψήφους 12 έναντι 1 έκρινε ότι οι περιστάσεις της υποθέσεως δεν ήταν τέτοιες που να απαιτούν τη λήψη προσωρινών μέτρων και απέρριψε το σχετικό αίτημα της Ελλάδας για λήψη προσωρινών μέτρων κατά Τουρκίας για να απέχουν από κάθε εξερεύνηση ή άλλη επιστημονική έρευνα σε σχέση με τις περιοχές της υφαλοκρηπίδας επί των οποίων η Τουρκία χορήγησε άδειες ή εγκρίσεις μέχρι να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ουσίας.

Με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1978 το Διεθνές Δικαστήριο με ψήφους 12 κατά 2 έκρινε ότι αναρμόδιο να εκδικάσει τη διαφορά διότι το κοινό ανακοινωθέν των Πρωθυπουργών στις 31 Μαΐου 1975 δεν είναι δεσμευτικό και δεν αντιστοιχεί με συνυποσχετικό με το οποίο θα μπορούσε με κοινή συμφωνία των μερών να παραπεμφθεί η υπόθεση σε Δίκη κατά πρώτον και κατά δεύτερον όταν η Ελλάδα προσχώρησε στην Γενική Πράξη είχε διατυπώσει επιφυλάξεις με τις οποίες εξαιρούνται μερικές διαφορές μεταξύ των οποίων και οι διαφορές για ζητήματα που το διεθνές δίκαιο τα αφήνει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών και συγκεκριμένα για διαφορές σχετικές με το εδαφικό καθεστώς της Ελλάδας στην οποία βέβαια εξαίρεση στηρίχθηκε η Τουρκία.

* Ο Δημήτρης Τουτουντζόγλου είναι εμπειρογνώμονας του Ποταμιού στον Τομέα Δικαιοσύνης και μέλος της Νεολαίας

Πηγή: Justina.gr