9 Σεπτεμβρίου, 2016

Ιδεολογία, όχι συμφωνία

Πέτρος Τερζής

Με αφορμή τις «συμπλεύσεις και τα ναυάγια» μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΠΟΤΑΜΙΟΥ αποφασίζω να καταθέσω τις απόψεις μου για τη βασανισμένη αυτή διαδικασία της ανασυγκρότησης. Δεν θα αναφερθώ καθόλου στην απογοήτευσή μου για τον «εμπαιγμό» που αισθάνομαι από τα «διαδικαστικά εμπόδια», παρά μόνο θα πω ότι είναι βιασμός της λογικής να θέλεις κι άλλον κόσμο στο σπίτι σου και να σφάζεσαι με το συγκάτοικό σου για τη διακόσμηση της κουζίνας. Παράπονα, όμως, τέλος. Από το χώρο, άλλωστε δε λείπει μια συμφωνία, λείπει ένα κοινό όραμα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Τα τελευταία 4 χρόνια παρακολούθησα όλες τις προσπάθειες ανασυγκρότησης, ανασύστασης, αναγέννησης, αναμόρφωσης της κεντροαριστεράς. Ξεκινώντας να γράφω, μάλιστα, ένα άρθρο για την επόμενη μέρα της σοσιαλδημοκρατίας, δυσκολεύτηκα στην αρχή. Έχουν γραφτεί και ειπωθεί σχεδόν τα πάντα. Καταγράφω, όμως, τις δικές μου –εκτενείς ομολογουμένως– σκέψεις για πρώτη φορά με την ελπίδα να επαναφέρω στο προσκήνιο το πολιτικό και ιδεολογικό ζήτημα. Θα προχωρήσω στην ανάλυση των τριών θεμελιωδών αρχών που πιστεύω βαθύτατα ότι πρέπει να μάθουμε, να καλλιεργήσουμε και να παλέψουμε για να τις καταστήσουμε πλειοψηφικές στην κοινωνία.

Αρχικά και πριν απ’ όλα, αναφέρω ότι χρησιμοποιώ εναλλακτικά τους πολιτικούς όρους της «σοσιαλδημοκρατίας» και του «προοδευτικού χώρου» σκεπτόμενος ότι καλύπτω το σύνολο των ανθρώπων που εμπνεύστηκαν από όλο το ιδεολογικό εύρος μεταξύ της ριζοσπαστικής αριστεράς και της κεντροδεξιάς.

Τι κάνουμε σήμερα; Υπάρχει χώρος για τη σοσιαλδημοκρατία;

Μήπως τα ζητήματα που πλέον τη διαφοροποιούν από το φιλελεύθερο-δεξιό χώρο είναι ήσσονος σημασίας και άρα μπορεί να υπάρξει μια κοινή συμπόρευση; Θα σας το πω όπως ακριβώς το αισθάνομαι σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές. Με την Αριστερά σαν έννοια «καμμένη» και ξοφλημένη εξαιτίας του Τσίπρα, το μεγάλο βάρος για την υπεράσπιση των ιστορικών αιτημάτων του προοδευτικού χώρου βρίσκεται στις πλάτες εκείνων που τοποθετούν ιδεολογικά τον εαυτό τους στο χώρο της προόδου και της σοσιαλδημοκρατίας. Το κεφαλαιώδες ζήτημα γι’ αυτόν το χώρο είναι να εντοπίσει και να καλλιεργήσει τα αιτήματα εκείνα που θα τον αναγεννήσουν στον 21o αιώνα και θα τον επαναφέρουν στο κέντρο του δημόσιου βίου τα επόμενα χρόνια. Όπως συνέβη μερικά χρόνια πριν. 42 για την ακρίβεια, όταν τα αιτήματα για Κοινωνική Απελευθέρωση και Δημοκρατία ενέπνευσαν εκατομμύρια κόσμο που συστρατεύτηκε και μίλησε γι’ αυτά. Κι ας γίνει ξεκάθαρο. Τα αιτήματα αυτά, αυτή η ιστορική για κάθε παράταξη γενεσιουργός συμφωνία, το χαρτί που θα κρατά στα χέρια του το κάθε μέλος, δεν μπορεί να προκύψει από χειραψίες προέδρων, αρχηγών και στελεχών. Αλλά σε αυτό θα επανέλθω στον επίλογο.

Ποια μπορούν να είναι, λοιπόν, αυτά τα αιτήματα που θα ρίξουν τα θεμέλια του νέου προοδευτικού κινήματος; Ποιες λέξεις πρέπει να γραφτούν με κεφαλαία γράμματα στη λευκή κόλλα της ιδρυτικής αυτής συμφωνίας; Ποιες ιδέες μπορούν να γεμίσουν πάλι τις αίθουσες εκδηλώσεων και τις συγκεντρώσεις;

Θα αναφερθώ σε τρεις αρχές οι οποίες αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, τους τρεις βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους ο χώρος πρέπει να χτιστεί για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του 21oυ αιώνα. Δύο από αυτούς τους πυλώνες πολιτικοί και ο τρίτος είναι οικονομικός.

Ξεκινώντας, η Ελλάδα από την αρχή της σύγχρονης ιστορίας της χαρακτηρίστηκε από «κλειστούς» θεσμούς, από ένα κλειστό πελατειακό σύστημα του οποίου οι ρίζες βάθαιναν με τα χρόνια. Οι ρίζες αυτές, από το στενό κράτος πιάσανε την ευρύτερη διοίκηση και από εκεί φτάσανε μέχρι τα σωματεία εργαζομένων.

Για παράδειγμα, «κλειστά για λίγους» τα δημόσια έργα, «κλειστή για λίγους» η προμήθεια υπηρεσιών στο δημόσιο, «κλειστή για λίγες εταιρείες» η συνεργασία με το δημόσιο. «Κλειστός θεσμός» η αξιολόγηση του δημοσίου. «Κλειστός θεσμός» οι συντεχνίες και πολλά επαγγέλματα επίσης «κλειστά». «Κλειστός θεσμός για λίγους» το καθεστώς των μετακλητών υπαλλήλων του Δημοσίου. «Κλειστό για λίγους» πλέον και το τηλεοπτικό τοπίο.

Τέτοια κλειστά συστήματα εξυπηρετούσαν πάντα εκείνους που είχαν την εξουσία. Όταν, δε, η εξουσία άλλαζε χέρια, οι νέοι που έρχονταν στα πράγματα δεν άλλαζαν, δεν «άνοιγαν» τους θεσμούς. Απλώς ξήλωναν τα πρόσωπα που στελέχωναν τους θεσμούς για να βολέψουν τα δικά τους. Η μοίρα των κλειστών θεσμών, όμως, είναι προκαθορισμένη. Και δεν υπάρχει κανένα κράτος στον πλανήτη που να γνώρισε σταθερή ευημερία έχοντας κλειστούς θεσμούς.

Πρώτο αίτημα του προοδευτικού κινήματος, λοιπόν, για τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να είναι η Ανοιχτή Κοινωνία και η λέξη κλειδί για αυτήν την κοινωνία είναι η λέξη «Ευκαιρία».

Ο χώρος αυτός, με λίγα λόγια, οφείλει να καλλιεργήσει και να παλέψει για να οικοδομήσει ανοιχτούς θεσμούς που θα δίνουν την ευκαιρία στα άτομα να αναπτυχθούν όπως αυτά επιθυμούν και μπορούν, χωρίς να παίζει κανένα ρόλο το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο που κληρονόμησαν με τη γέννησή τους. Μια τέτοια ανοιχτή κοινωνία χαρακτηρίζεται από διαφάνεια, συνεχή αξιολόγηση σε κάθε δομή της και άρα αξιοκρατία, σαφή διάκριση των εξουσιών και απόλυτο σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα. Και όταν μιλώ για ατομικά δικαιώματα, αναφέρομαι και στην επαγγελματική και οικονομική ελευθερία.

Και εδώ επιτρέψτε μου να ανοίξω μια παρένθεση στον πρώτο πυλώνα, την οποία οφείλω να κάνω για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε τους εχθρούς μας. Ο χώρος μας ήταν και συνεχίζει να είναι εγκλωβισμένος στον Μαρξ. «Μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι μόνο στο βαθμό που ελευθερώνουμε τους εαυτούς μας από την παραγωγική διαδικασία» μας έλεγε ο Μαρξ για να καταλήξει στη συνέχεια στο συμπέρασμα: «Συνεπώς ο μόνος τρόπος να είμαστε περισσότερο ελεύθεροι είναι να βάζουμε άλλους να δουλεύουν για εμάς, να καταλήγουμε δηλαδή στην υποδούλωση άλλων για ιδίον όφελος. Φτάνουμε, δηλαδή, να έχουμε τους άρχοντες και τους αρχόμενους». Αυτές οι θεωρίες του Μαρξ καταρρίφθηκαν όλες αρχής γενομένης από τον Λένιν, οπότε δε χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω περαιτέρω επ’ αυτών. Δυστυχώς, όμως, οι ίδιες θεωρίες άφησαν ένα ισχυρό αντίκτυπο και στην ελληνική κοινωνία. Σήμερα, εξαιτίας αυτών των καταβολών μεγάλου κομματιού της Αριστεράς, στοχοποιείται ο επιχειρηματίας και τα δικαιώματά του, ποινικοποιείται ο πλούτος και εμποδίζεται η ελεύθερη οικονομία. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε αυτόν το δρόμο; Είναι το δίλημμα «ή με το κεφάλαιο ή με τους εργάτες» αληθινό; Πρέπει, συνεπώς, τα δικαιώματα της οικονομικής και επαγγελματικής ανάπτυξης να περιορίζονται; Ευτυχώς όχι. Και εδώ κλείνω την παρένθεση και συνεχίζω την ανάλυση του πρώτου αιτήματος που πρέπει να κουβαλήσει στον 21ο αιώνα το προοδευτικό κίνημα.

Το άνοιγμα των θεσμών σε μια κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει πλήθος νέων ευκαιριών.

Σε μια ανοιχτή κοινωνία, το κάθε άτομο θα μπορεί να εκπαιδευτεί σε αυτό που επιθυμεί, να καταρτιστεί σε αυτό που επιθυμεί και να γίνει αυτό που επιθυμεί με μοναδικό εμπόδιο τις δυνατότητές του. Σε μία ανοιχτή κοινωνία με ανοιχτούς θεσμούς, ο πολιτικός επιστήμονας δεν θα χρειαστεί να είναι φίλος του βουλευτή για να εργαστεί σε ένα πολιτικό γραφείο και στην ίδια ανοιχτή κοινωνία ο φαρμακοποιός δεν θα χρειαστεί να είναι γιος φαρμακοποιού για να ανοίξει φαρμακείο. Σε μία ανοιχτή κοινωνία με ανοιχτούς θεσμούς μπορεί να επιτευχθεί σταθερή οικονομική μεγέθυνση. Η οικονομική αυτή μεγέθυνση στη συνέχεια μπορεί να δώσει τη δυνατότητα στα άτομα να εξελιχθούν σε αυτό που πραγματικά επιθυμούν και είναι ικανά να επιτελέσουν. Μπορεί, με αυτόν τον τρόπο, να οδηγήσει στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων δίνοντας στους πιο φτωχούς τη δυνατότητα να φτάσουν τους πλουσιότερους όχι σε επίπεδο οικονομικών πόρων αλλά σε επίπεδο τεχνολογικών γνώσεων, προσόντων και εκπαίδευσης. Κι όταν ένας άνθρωπος φτάνει σε μια επιχείρηση να κάνει αυτό που θέλει και μπορεί τότε διαρυγνύεται αυτή η σχέση «άρχοντα και αρχόμενου» που μας δίδαξε ο Μαρξ και οδηγούμαστε σε μία σχέση «οιονεί συνεργατική» που αμφότερες οι πλευρές θέλουν να διατηρήσουν ακέραιη. Φτάνουμε, έτσι, σε ένα άλλο μοντέλο εργασιακής σχέσης, η οποία διασφαλίζεται στην ουσία της πρωτίστως, από τις δυνατότητες του εργαζομένου οι οποίες τον συνοδεύουν ως πρόσωπο και τις οποίες μπόρεσε να αναπτύξει και να εκμεταλλευτεί ελεύθερα. Δηλαδή, θα αναρωτηθεί κανείς, πρέπει μέσα από την ανοιχτή αυτή κοινωνία της ευκαιρίας να επιδιώξουμε την οικονομική μεγέθυνση με κάθε τρόπο και κάθε κόστος; Όχι. Αντίθετα, δεν έχουμε κατά βάθος κανέναν απολύτως λόγο να πιστέψουμε στον αυτόματο και αυτοεξισσοροπητικό χαρακτήρα της οικονομικής μεγέθυνσης.

Και εδώ ακριβώς έρχεται ο δεύτερος πυλώνας ο οποίος μπορεί, πιστεύω, να κρατήσει τα θεμέλια του νέου προοδευτικού κινήματος. Ο εκσυγχρονισμός, ως κίνημα, άλλαξε κατηγορία την Ελλάδα. Ωστόσο απέτυχε να πείσει τον κόσμο για την αναγκαιότητα συνέχισης του. Έτσι ακολούθησε ο Καραμανλής με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Για να ξαναζωντανεψει ο εκσυγχρονισμός, λοιπόν, την επόμενη μέρα οφείλει να «εκσυγχρονιστεί». Από μόνη της, όπως έχει αποδειχθεί, η οικονομική μεγέθυνση δεν μπορεί να ικανοποιήσει την ελπίδα για δημοκρατία και αξιοκρατία.

Και εδώ θα ανοίξω τη δεύτερη παρένθεση για να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε κι έναν άλλον εχθρό μας. Στη σημερινή εποχή, η δημοκρατία κινδυνεύει. Τα κέντρα λήψης αποφάσεων απομακρύνονται όχι μόνο από τα γεωγραφικά όρια ενός κράτους αλλά και από τους ίδιους τους πολίτες του. Οδηγούμαστε σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης όπου τεχνικά κλιμάκια χωρίς πολλές φορές νομιμοποίηση, λαμβάνουν θεμελιώδεις αποφάσεις οι οποίες με συνοπτικές, σχεδόν αυτοματοποιημένες διαδικασίες, γίνονται νόμοι του κράτους από τα κοινοβούλια. Ως ένα βαθμό, σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές συστρατεύονται και οι αποφάσεις εναρμονίζονται, αυτό είναι απολύτως φυσικό. Αν, ωστόσο, την ίδια στιγμή αφεθεί στη μοίρα του και αγνοηθεί ο παράγοντας της δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών, τότε μακροπρόθεσμα τα αποτελέσματα θα είναι οδυνηρά. Θα οδηγηθούμε σε μια εποχή «Μη Κυβερνησιμότητας». Η συμμετοχή πρέπει να αποτελεί το στόχο. Ένας τέτοιος στόχος, όμως, δεν μπορεί επουδενί να επιτευχθεί μόνο με τις δυνάμεις της αγοράς και της τεχνολογικής προόδου. Ο οικονομοτεχνικός ορθολογισμός δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και μια πρόοδο προς τον δημοκρατικό και αξιοκρατικό ορθολογισμό. Κι αυτό γιατί η τεχνολογία, όπως και η αγορά δεν γνωρίζουν ούτε όριο, ούτε ηθική. Ένας τέτοιος στόχος, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την καλλιέργεια των ανοιχτών και διαφανών θεσμών που θα προοωθούν την ενημέρωση, τη διάχυση γνώσης, τον έλεγχο και ως ένα βαθμό τη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Χρειαζόμαστε λοιπόν έναν «δημοκρατικό εκσυγχρονισμό» πολύ περισσότερο από εναν οικονομικό.

Η «Ανοιχτή Κοινωνία με την Ευκαιρία» και ο «Δημοκρατικός Εκσυγχρονισμός με τη Συμμετοχή» είναι, λοιπόν κατά τη γνώμη μου, τα δύο πολιτικά αιτήματα που πρέπει να προτάξει η σοσιαλδημοκρατία και εν γένει το προοδευτικό κίνημα στην Ελλάδα για να αποκτήσει το δυνατό πάτημα στην νέα πολιτική εποχή που ξημερώνει στην αυγή του 21ου αιώνα. Κάθε κίνημα, ωστόσο, πρέπει να έχει και ένα ισχυρό αίτημα για την οικονομία. Και ο προοδευτικός χώρος, φρόντιζε πάντα να προτάσσει ιστορικά οικονομικά αιτήματα στα προγράμματα του. Από αυτή, λοιπόν, την κάβα ιστορικών αιτημάτων, για τον 21ο αιώνα ένα αίτημα φαντάζει πιο επιτακτικό από ποτέ. Ποιο είναι αυτό; Η αναδιανομή του πλούτου.

Μη βιαστείτε, παρακαλώ, να προδικάσετε υφαρπαγή πλούτου από τους πλούσιους και άμεση αναδιανομή της στους φτωχούς. Αντίθετα, η αναδιανομή του πλούτου στη σύγχρονη εποχή πρέπει να έχει το ρόλο της χρηματοδότησης δημοσίων υπηρεσιών και εισοδημάτων αντικατάστασης ίσων για όλους, ιδίως στον τομέα της παιδείας, της υγείας και των συντάξεων. Μόνη της, ωστόσο, μια τέτοια αναδιανομή δε θα έχει απολύτως κανένα όφελος. Θα πρέπει, οπωσδήποτε, να συμπορεύεται με μια παράλληλη αναθεώρηση των αναγκών από την πλευρά του κοινωνικού κράτους. Έχουμε περισσότερο ανάγκη από δωρεάν μετακίνηση πλούσιων και φτωχών ή ενίσχυση των δεύτερων για να να σπουδάσουν σε μια σχολή με δίδακτρα; Έχουμε περισσότερο ανάγκη από δωρεάν είσοδο στα δημόσια νοσοκομεία για όλους ανεξαιρέτως εισοδήματος, ή για αναβάθμιση των νοσοκομείων στην περιφέρεια; Έχουμε, τέλος, περισσότερο ανάγκη από λεφτά για συγγράματα του 1980 ή για επιστημονικά περιοδικά του σήμερα; Θα θέσω, επιπλέον, κάτι προς απλό προβληματισμό και θα το αναπτύξω με κάποια μελλοντική ευκαιρία. Πρέπει κάποτε να γίνει αντιληπτό σε αυτή τη χώρα πως το γεγονός ότι η ανώτατη εκπαίδευση είναι εντελώς δωρεάν και για τον πλούσιο και για τον φτωχό φοιτητή, ίσως, στο τέλος της ημέρας αμβλύνει τις ανισότητες και λειτουργεί εις βάρος του δεύτερου.

Με λίγα λόγια και συνοπτικά για τον τρίτο πυλώνα του προοδευτικού κινήματος, ο παραγώμενος πλούτος πρέπει να αναδιανέμεται προς όφελος του κοινωνικού κράτους και το κοινωνικό κράτος με τη σειρά του να εκσυγχρονιστεί και να «αναθεωρήσει» τις ανάγκες του με γνώμονα την ίση πρόσβαση των ανθρώπων σε αγαθά που θεωρούνται θεμελιώδη.

Αυτές είναι οι ιδέες με τις οποίες, κατά τη γνώμη μου, οφείλει να εφοδιαστεί η προοδευτικός χώρος για να επιβιώσει, να δυναμώσει και να πλειοψηφήσει ξανά στην κοινωνία. Οι τρεις αυτοί πυλώνες είθε να αποτελέσουν τα θεμέλια του νέου κινήματος που θα γεννηθεί στον δημοκρατικό χώρο. Το νέο αυτό κίνημα, όμως, όπως αποδείχθηκε περίτρανα από κωλύμματα σε διαδικασίες μικροπολιτικής, δεν δύναται να γεννηθεί σε πολιτικά γραφεία. Δε μας λείπει μια συμφωνία, μας λείπει ένα όραμα για τον τόπο. Το παλαιό πολιτικό προσωπικό του χώρου δεν μπορεί να προσφέρει πια τίποτα στην ανασυγκρότηση. Τι πρέπει να κάνουν τα παλιά ιστορικά στελέχη; Οφείλουν, νομίζω, αρχικά να αντιληφθούν ότι «δεν αρέσουν πια» όσο σκληρό κι αν είναι αυτό και να κάνουν ένα βηματάκι πίσω. Να μείνουν στις πίσω θέσεις και να βοηθήσουν το νέο κίνημα που θα γεννήσει η κοινωνία. Τετριμμένο ακούγεται –το ξέρω– αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Η βάση, άτομα νέα σε μυαλό και άφθαρτα, σαν αυτά που συγκέντρωσε στο πρώτο κάλεσμά του ο Σταύρος Θεοδωράκης ή σαν εκείνους που συσπειρώθηκαν στην αρχή γύρω από την πρωτοβουλία των 58, πρέπει να συναντηθούν, να συνομιλήσουν και να συμφωνήσουν, κατά τη γνώμη μου, πρωτίστως πάνω σε αυτές τις θεμελιώδεις αρχές. Ανοιχτή Κοινωνία με ευκαιρίες, δημοκρατικός εκσυγχρονισμός με συμμετοχή και αναδιανομή πλούτου με αναθεώρηση των αναγκών.

Ο προοδευτικός χώρος και η σοσιαλδημοκρατία δεν γεννήθηκαν στην Ελλάδα για να αποτελούν τον τρίτο πόλο.

Πηγή: Athens Voice

* Ο Πέτρος Τερζής είναι μέλος της Επιτροπής Νέων του Ποταμιού.

Σχετικά