8 Μαΐου, 2017

Η τέχνη της διαπραγμάτευσης

Ιωάννα Τάγαρη

Τους τελευταίους 6 μήνες παρακολουθούμε με ενδιαφέρον την προσπάθεια της κυβέρνησης να διατηρήσει «το ευρωπαϊκό κεκτημένο» στα εργασιακά. Η κυβέρνηση έκανε φιλότιμες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Ακόμη και όσοι από εμάς έχουμε καλή γνώση του ελληνικού εργατικού χάρτη αναρωτηθήκαμε αν όντως υπάρχει κάτι που δεν βλέπουμε ή δε γνωρίζουμε, τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό που ώθησε την κυβέρνηση να θέσει ως κόκκινη γραμμή τις ομαδικές απολύσεις και την διοικητική έγκριση του Υπουργού, γιατί εν τέλει «τόσος ντόρος» γύρω από τα εργασιακά.

Περί τα τέλη Απριλίου 2017, λίγο πριν τη διαβεβαίωση ότι θα κλείσει η συμφωνία, στη Βουλή κατατίθεται η τροπολογία 1024. Σύμφωνα με αυτή την τροπολογία προστίθενται στο Ανώτατο συμβούλιο Εργασίας γνωμοδοτικές αρμοδιότητες στα περισσότερα εργασιακά θέματα (υπερωρίες, συλλογικές συμβάσεις, κανονισμούς εργασίας κτλ) .

Θεωρητικά άκακη αυτή η τροπολογία. Και από μόνη της ορθή. Αφού λοιπόν πέρασε από τη Βουλή, μαθαίνουμε ότι η συμφωνία για τα εργασιακά θα κλείσει με το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας να έχει τον πρώτο λόγο για την διαδικασία των ομαδικών απολύσεων και όχι ο Υπουργός που ίσχυε στο παρελθόν. Και ότι από ό,τι φαίνεται από την τροπολογία, όλες οι παλαιές αρμοδιότητες του Υπουργού θα περάσουν στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας, το οποίο δεν θα επιβάλλει με νόμο όπως ο Υπουργός, αλλά θα γνωμοδοτεί. Δηλ. κανείς δεν θα είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει την γνωμοδότηση, παρά μόνο να την λάβει υπόψιν.

Όλο τον Δεκέμβρη του 2016 τον περάσαμε με την κυβέρνηση να επιμένει ότι πριν την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το αν βάλλεται ή όχι το ευρωπαϊκό κεκτημένο από τη διαδικασία προέγκρισης των ομαδικών απολύσεων, η κυβέρνηση δεν μπορεί να πάρει καμία απόφαση και δεν μπορεί να έρθει σε καμία συμφωνία. Και αφού ήρθε η απόφαση και δικαίωσε την κυβέρνηση επί της αρχής, αυτή τώρα καταργεί την προέγκριση. Μάλιστα είναι τόσο εύσχημος ο τρόπος της κατάργησης μέσω αυτής της τροπολογίας, που μόνο αν κανείς γνωρίζει άψογα την εργατική νομοθεσία, και συνδυάσει τις επερχόμενες συμφωνίες όπως διέρρευσαν στη δημοσιότητα μπορεί να κατανοήσει τον διπλωματικό ελιγμό.

Ο υπουργός στο παρελθόν με υπουργική απόφαση επέκτεινε την υποχρεωτικότητα της επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων. Με υπουργική απόφαση επέβαλλε ανώτατο όριο υπερωριών πέραν των νομίμων. Και με υπουργική απόφαση οδηγούμασταν στην έγκριση του ανώτατου ορίου των ομαδικών απολύσεων.

Η τροπολογία όπως κατατέθηκε στη Βουλή στις 24/4/2017 δεν φαινόταν να καταργεί τις αρμοδιότητες του υπουργού. Αντιθέτως, φαινόταν ότι θα είναι ένα γνωμοδοτικό όργανο, ώστε πιο στοιχειοθετημένα θα λέγαμε ο Υπουργός να μπορεί να οδηγηθεί στην έκδοση υπουργικής Απόφασης.

Οι πληροφορίες που διέρρευσαν για την επερχόμενη ωστόσο συμφωνία στα τέλη Μαϊου 2017 αποδεικνύουν αντίθετες θεάσεις της τροπολογίας. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η κυβέρνηση θα αντικαταστήσει τη βούληση του Υπουργού, που εκδηλώνεται με την έκδοση Υπουργικής Απόφασης, με την γνωμοδοτική διαδικασία του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας. Που δεν θα παράγει δεσμευτικά αποτελέσματα.

Όσοι από εμάς υποστηρίζουμε την απελευθέρωση του εργατικού δικαίου από τον κρατικό πατερναλισμό και την ενδυνάμωση των κοινωνικών εταίρων, καθώς και τη δυνατότητα τους να παίρνουν μόνοι τους αποφάσεις για το μέλλον τους, χωρίς τον μπαμπά-κράτος, θα συμφωνήσουμε ότι αυτή η τροπολογία είναι καλό νέο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης, αυτή η νέα κατεύθυνση θεωρείται επιτυχία;

Αναπόδραστη πραγματικότητα; Ή καλά σκηνοθετημένη παράσταση;

Δεν θα θέλαμε να αδικήσουμε τις καλές προθέσεις της κυβέρνησης. Ωστόσο τα πεπραγμένα που μάλλον θα συνομολογήσουν σε λίγες μέρες από τώρα με το σίριαλ των εργασιακών που παρακολουθήσαμε από τον Σεπτέμβρη του 2016 εώς σήμερα, αν συγκριθούν, δε βγάζουν κανένα νόημα.
Βέβαια, άσχετα των προφανών αντιφάσεων που απορρέουν μεταξύ λόγων-έργων, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η τέχνη της διαπραγμάτευσης ή αλλιώς της ρητορικής πειθούς, είναι το αδιαφιλονίκητο χαρτί της κυβέρνησης.

* Η Ιωάννα Τάγαρη είναι μέλος της ΚΥΚΟ