5 Δεκεμβρίου, 2016

Η συνάντηση των «προοδευτικών»...

Νίκος Βιτώρος

Ο πολύπειρος δημοσιογράφος, που θεωρείται καλός γνώστης του ρεπορτάζ της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς», σχολίαζε με άρθρο του το «ναυάγιο» των συζητήσεων ανάμεσα στη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι. Κατά την άποψή του, η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ όφειλε, πλέον, να «αποκαταστήσει τη σχέση του (ΠΑΣΟΚ) με το σύνολο της δημοκρατικής παράταξης -στην οποία ανήκουν και το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ – να επανακαθορίσει τις διαχωριστικές γραμμές του με τη Δεξιά και να διαμορφώσει με νέους ανθρώπους και νέες ιδέες τις ράγες για το μέλλον». Η εξίσωση, κατά την άποψη του συντάκτη, είναι απλή: «Δημοκρατικός» είναι ο μη δεξιός. Σοσιαλδημοκράτες, κεντρώοι, κομμουνιστές, αριστεροί, όλοι μία μεγάλη «προοδευτική» παρέα, απέναντι στη «δεξιά». Πολιτική ανάλυση ποτισμένη στη ναφθαλίνη, με βολικές υπεραπλουστεύσεις και συνθηματολογία εμφυλιοπολεμικών καταβολών. Είναι αυτού ακριβώς του είδους η ξεπερασμένη ανάγνωση των πολιτικών συσχετισμών, αυτή η παρωχημένη προσέγγιση της έννοιας του «προοδευτικού», που καθιστά πιο επίκαιρη από ποτέ τη συζήτηση για έναν καινούργιο πολιτικό φορέα, ο οποίος θα εκφράσει το αληθινά προοδευτικό και αυθεντικά μεταρρυθμιστικό τμήμα της κοινωνίας.

Μία τέτοια προσπάθεια, ωστόσο, δεν μπορεί να καταστρωθεί ως άσκηση επί του παλιού πολιτικού χάρτη, ούτε, ευτυχώς ή δυστυχώς, να κινηθεί εντός χαρτογραφημένων υδάτων. Δεν μπορεί, δηλαδή, να στηριχθεί στην παραδοσιακή συστηματική κατάταξη των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων σε αριστερές, κεντρώες, δεξιές, με την έννοια και τη φόρτιση που έχουν προσδώσει στους όρους οι ιστορικές αναφορές των περασμένων δεκαετιών. Οι βασικοί λόγοι, είναι δύο: Αφενός, οι πολιτικοί με ουσιαστικά προοδευτικό λόγο και καινοτόμες, ριζοσπαστικές προτάσεις για την υπέρβαση του χρεωκοπημένου μοντέλου διακυβέρνησης δεν συγκεντρώνονται σε μία μόνον από τις «κλασικές» πολιτικές παρατάξεις, αλλά διατρέχουν οριζόντια ένα σημαντικό κομμάτι του γνωστού πολιτικού φάσματος. Αφετέρου, οι ανάγκες και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα είναι τόσο σημαντικές και έχουν τόσο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που υποχρεωτικά μετατοπίζουν το πολιτικό κέντρο βάρους από τις αξιακές αφετηρίες και τις ιστορικές συνθήκες του χθες, στην τοποθέτηση των πολιτικών δυνάμεων πάνω στα ζητήματα του σήμερα.
Το «καινούργιο», λοιπόν, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ούτε ως ελιτίστικη εμμονή, ούτε ως επιλογή που υπαγορεύεται με όρους πολιτικού marketing. Το «καινούργιο», σε ιδεολογικό, κοινωνικό και οργανωτικό επίπεδο είναι πολιτικός μονόδρομος για τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, αφού εκ των πραγμάτων οι απαξιωμένοι κομματικοί σχηματισμοί, φέροντας σημαντικές ευθύνες για την κατάρρευση και επιβαρυμένοι με τις άστοχες επιλογές και τα λάθη των περασμένων δεκαετιών, δεν μπορούν να μιλήσουν με αξιοπιστία στη συνείδηση του πολίτη. Όπως σωστά παρατηρεί ο Στάθης Καλύβας, σε πρόσφατο άρθρο του, η απαξίωση του φορέα, έχει ως αποτέλεσμα και την αναπόδραστη απαξίωση του νοήματος που εκφράζει ο φορέας, όσο σωστό και αν είναι αυτό. Σε τελική ανάλυση, όποιος θέλει να μεταφέρει ένα μεταρρυθμιστικό προοδευτικό μήνυμα στην κοινωνία των πολιτών, οφείλει να το κάνει μέσω ενός πολιτικού φορέα που είναι απαλλαγμένος από τα προπατορικά αμαρτήματα της Μεταπολίτευση και προσανατολίζεται, με καθαρό λόγο, στις προκλήσεις της σημερινής ελληνικής κοινωνίας.

Πάντοτε, εξάλλου, οι πολιτικές μετατοπίσεις, η διαμόρφωση νέων συναντιλήψεων και συμμαχιών και, τελικά, η δημιουργία κομματικών φορέων, ακολουθούσαν τις καμπές της ιστορίας. Όταν οι ιστορικές και κοινωνικές ανάγκες είναι τέτοιας εμβέλειας που δικαιολογούν (αν όχι επιτάσσουν) αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, τότε νομοτελειακά το παλαιό καθεστώς ρευστοποιείται για να λάβει νέο σχήμα. Στην παρούσα φάση, τουλάχιστον στην ελληνική περίπτωση, είναι σαφές ότι ο οικονομικός Αρμαγεδώνας και οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί που προκαλούνται, είναι πλέον ιστορικής απήχησης. Τέτοιας, που έχουν εν τοις πράγμασι προκαλέσει τεκτονικές μετακινήσεις στον πολιτικό χάρτη. Πολίτες που προέρχονται από την Αριστερά, για παράδειγμα, πλέον ζητούν μετ’ επιτάσεως την ενθάρρυνση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, έναντι της διατήρησης ενός μοντέλου καθολικού κρατικού παρεμβατισμού. Είναι προφανές ότι αυτό το αίτημα, με την καθιερωμένη πολιτική τυπολογία, θα κατατασσόταν στα αιτήματα της «δεξιάς». Ψηφοφόροι της συντηρητικής παράταξης, από την άλλη, συχνά επιδεικνύουν πιο ανοικτή σκέψη σε θέματα κοινωνικής πολιτικής και ατομικών δικαιωμάτων, από αυτήν που εκφράζουν οι «προοδευτικοί» κομματικοί εκπρόσωποι της «αριστεράς».
Αντιστοίχως, ο ορισμός της «προοδευτικής» πολιτικής ταυτότητας έχει απεγκλωβιστεί από τα ιστορικά διλήμματα του χθες, τα οποία καθόρισαν τη μέχρι σήμερα παραδεκτή φόρτιση, και διαμορφώνεται σε συνάρτηση με την τοποθέτηση απέναντι στα κεντρικά διλήμματα του σήμερα. Ας σκεφτούμε: Πόσο «προοδευτικός» είναι το 2016 αυτός που θεωρεί ότι η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να είναι αδιαμφισβήτητη, αδιάλλακτη, μονολιθική; Πόσο «προοδευτικός» είναι αυτός που θεωρεί ότι όλες οι εκφάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας πρέπει να ρυθμίζονται με κρατική παρέμβαση; Πόσο «προοδευτικός», για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, είναι όποιος προσχωρεί στην αντίληψη για καθορισμό «κλειστού αριθμού» τηλεοπτικών αδειών (ή άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων), αρκεί να «εισπράττει το κράτος»;

Πόσο δικαιολογεί την ταυτότητα της «προοδευτικής» αντίληψης η «πανηγυρική» διαπίστωση ότι «Το εκλογικό αποτέλεσμα στο ΤΕΕ δείχνει ότι κόντρα σε όλους και σε όλα η Προοδευτική Παράταξη έχει σφυγμό και μπορεί να ανακάμψει και κοινοβουλευτικά, αποτελώντας την εναλλακτική προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης»; Μπορεί τα χρόνια να περνούν, μέσα στη βαριά σκιά μίας πρωτόγνωρης κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, αλλά οι κακές συνήθειες του πολιτικού συστήματος, δε λένε να κοπούν… Διείσδυση των κομματικών μηχανισμών σε κάθε πτυχή του δημοσίου βίου, με τελικό ζητούμενο ένα ευρύ δίκτυο μικροκομματικών εξυπηρετήσεων, συναλλαγών, εξαγορών, ψηφοθηρίας.

Στον αντίποδα, ας σταθούμε σε κάποια μόνο από τα κομβικά σημεία στα οποία κατέληξε, στο πρόσφατο Πόρισμά της, η Επιτροπή Διαλόγου και Θέσεων για τις Προοδευτικές Μεταρρυθμίσεις:

1) «Επανασχεδιασμός του φορολογικού συστήματος με μείωση των φόρων των επιχειρήσεων και εν συνεχεία εξασφάλιση πολυετούς ισχύος του».
2) «Η αμοιβή συνδέεται με την απόδοση. Οι αποδοτικοί υπάλληλοι επιβραβεύονται. Υπάλληλοι που κρίνονται επανειλημμένα ανεπαρκείς απομακρύνονται».
3) «Ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων με την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος».

Οι παραπάνω κεντρικές πολιτικές θέσεις αντιστοιχούν σε μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα σήμερα. Έρχονται να χαράξουν μία σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις παθογένειες του φορολογικού συστήματος, της δημόσιας διοίκησης και της ανώτατης παιδείας και μία νέα πρόταση διακυβέρνησης, όπως και να αναδείξουν κάποια από τα κυρίαρχα στοιχεία ενός απαραίτητου για τη χώρα «οδικού χάρτη» ριζικών αλλαγών. Αποτυπώνουν ανάγλυφα το όριο ανάμεσα στη σημερινή «πρόοδο» και τη σημερινή «συντήρηση». Παρά το γεγονός, όμως, ότι η ανάγκη για την αποδόμηση του παλιού και τη δραστική μεταρρύθμιση της χώρας, αρθρώνεται πλέον σε συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις, είναι βαθιά απογοητευτικό ότι σημαντικό τμήμα του πολιτικού συστήματος, ακόμη και αν ασμένως επικαλείται την ιδιότητα του «προοδευτικού», επιμένει να καθορίζει τη στάση του απέναντι στα μεγάλα ζητήματα των καιρών μας, με προτεραιότητα στην αδιέξοδη υπεράσπιση ξεπερασμένων συνθημάτων και την αναπαλαίωση ξεφτισμένων ιδεών. Όταν το σύνολο του μεταπολιτευτικού «μοντέλου ανάπτυξης» της κοινωνίας έχει καταρρεύσει, λόγω των δομικών του αδυναμιών, είναι αποκαρδιωτικό να παρακολουθεί κανείς τις «παραδοσιακές» πολιτικές δυνάμεις να πλειοδοτούν στην προστασία «κεκτημένων» και «προνομίων» του παρελθόντος, ξοδεύοντας το – όποιο – κεφάλαιό τους στην πρόσκτηση πρόσκαιρων μικροκομματικών ωφελειών. Μία τέτοια πολιτική είναι, δυστυχώς, προφανές ότι ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ, προσβλέποντας, κοντόφθαλμα στον «επαναπατρισμό» ψηφοφόρων, οι οποίοι είχαν μετακινηθεί στον ΣΥΡΙΖΑ.

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, είναι αυτονόητο ότι ένας καινούργιος, αληθινά προοδευτικός πολιτικός φορέας, δεν μπορεί να προκύψει ως «φτιασιδωμένη» παραλλαγή των παλιών κομματικών σχηματισμών, ούτε μπορεί να γεννηθεί από την ευκαιριακή συγκόλλησή τους. Το παλιό πολιτικό σύστημα είναι σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά απονομιμοποιημένο (όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς από το ποσοστό αυτών που απέχουν) και, σε κάθε περίπτωση, γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και λειτούργησε στο ιστορικό πλαίσιο της Μεταπολίτευσης για να υπηρετήσει εντελώς διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες. Μία τέτοια βεβιασμένη κίνηση, ένας συνήθης συνασπισμός κομμάτων στο υπόβαθρο, έστω, μίας «προγραμματικής πλατφόρμας» το μόνο που θα παρήγαγε θα ήταν ένας άτολμος, ασπόνδυλος και θνησιγενής πολιτικός σχηματισμός που θα εξακολουθούσε να φέρει σχεδόν ακέραιο το σηπτικό φορτίο της μόλυνσης που, υποτίθεται, ότι θα έπρεπε να θεραπεύσει.

Η υπέρβαση απαιτεί τη διαμόρφωση μίας νέας ευρύτερης πολιτικής ένωσης του προοδευτικού κέντρου του πολιτικού συστήματος. Η φυσιογνωμία ενός τέτοιου φορέα, δεν θα αντλεί αναφορές, σε ιστορικό επίπεδο, από τις διακυμάνσεις της πολιτικής ζωής της χώρας στο πρόσφατο και απώτατο παρελθόν, αλλά αποκλειστικά από την τοποθέτηση απέναντι στις επιλογές, τα διλήμματα και τις προκλήσεις της εποχής μας. Αυτονόητα, μία τέτοια νέα πολιτική ένωση δεν θα απευθυνθεί στην κοινωνία με την απρόσφορη πια ορολογία της Μεταπολίτευσης, αλλά θα κληθεί να απαντήσει στα ερωτήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία της βαθιάς κρίσης και το μέλλον της, στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον.

Ο πυρήνας, γύρω από τον οποίον μπορεί και πρέπει να λάβει χώρα αυτή η γόνιμη διεργασία υπάρχει. Είναι ό,τι πιο αναζωογονητικό, ατόφια προοδευτικό και ελπιδοφόρο γεννήθηκε στην πρόσφατη πολιτική ζωή της χώρας. Είναι ένα κίνημα πολιτών που επαναπροσδιόρισε τα πολιτικά ήθη και την έννοια της πολιτικής συμμετοχής.

Είναι το Ποτάμι – με τους ανθρώπους, την ακραιφνώς μεταρρυθμιστική του ταυτότητα, την ποιότητα των τεκμηριωμένων προτάσεών του. Το πολιτικό σκηνικό, όπως έχει διαμορφωθεί, με τις μεν εξ αριστερών πολιτικές δυνάμεις να αναλώνονται σε έναν άκρατο λαϊκισμό παροχών και καταστροφικής ευνοιοκρατίας, ενώ την παραδοσιακή δεξιά παράταξη να ετοιμάζεται να εφορμήσει στην εξουσία, ζεσταίνοντας τους δικούς της μηχανισμούς εκπόρθησης της κρατικής μηχανής, είναι πιο ώριμο από ποτέ. Αρκεί να βρεθεί, χωρίς καμία καθυστέρηση και δισταγμό, το θάρρος, που θα οδηγήσει στην ειλικρινή και αποφασιστική συσπείρωση του συνόλου των υγιών δυνάμεων του τόπου, χωρίς τους διαχωρισμούς και τους αποκλεισμούς του χθες, αλλά με την πυξίδα στραμμένη σε ένα κοινό αύριο.

* Ο Νίκος Βιτώρος είναι Δικηγόρος – Μέλος της ΜΕ.ΣΥ.Α. και της Επιτροπής Δεοντολογίας στο Ποτάμι.