2 Φεβρουαρίου, 2017

Η πολιτική της μετα-αλήθειας

Σώτη Τριανταφύλλου

Post-Truth: Γιατί είναι η λέξη της χρονιάς.

Διαβάζω στο περιοδικό “Point” τη λεζάντα μιας γελοιογραφίας που δείχνει έναν φυλακισμένο: «Οι ιδέες του περί μετα-τιμιότητας τον οδήγησαν σε εξοικείωση με την ιδέα της μετα-ελευθερίας». Το συνθετικό «μετα-» έχει, εδώ και κάμποσες δεκαετίες, την ιδιότητα να αναιρεί ό,τι έπεται: για παράδειγμα, το «μετα-κοσμικό» κράτος σημαίνει «πολυθρησκευτικό», επιτρεπτικό δημοσίων προσευχών στον Αλλάχ· ο «μετα-φεμινισμός» σημαίνει είτε σύγχυση-συγχώνευση των φύλων, είτε εύθυμη επιστροφή στους παραδοσιακούς ρόλους. Όσο για το «μετα-» πριν από την αλήθεια σημαίνει ένα περίπλοκο πλέγμα ψεμάτων – «μετα-ψεμάτων». Όποιος αντιστέκεται στην αποδοχή αυτού του «μετα-» θεωρείται «πριν», άρα αναχρονιστικός και με το ένα πόδι στον τάφο.

Το 2004, ο Ραλφ Κιζ, στο βιβλίο του The Post-Truth Era: Dishonesty and Deception in Contemporary Life, συνοψίζει τη μετα-αλήθεια ως εξής: «Άλλοτε, είχαμε την αλήθεια και τα ψέματα. Σήμερα έχουμε την αλήθεια, τα ψέματα και τις διατυπώσεις που μας φαίνονται αβλαβείς και τις χαρακτηρίζουμε απλώς ανακριβείς. Ανθίζει ο ευφημισμός: ξεστομίζουμε βελτιωμένες και αναβαθμισμένες αλήθειες». Η πολιτική γίνεται «μετα-πολιτική»: τα μέσα ενημέρωσης και ηλεκτρονικής δικτύωσης δημιουργούν περιβάλλον πολλαπλών ερεθισμάτων και πληροφοριών, μέρος των οποίων είναι αποτέλεσμα εσκεμμένης εξαπάτησης, ενώ ένα άλλο μέρος είναι αποτέλεσμα χειραγώγησης (πιο light εξαπάτησης). Τα σύνορα μεταξύ αλήθειας και ψέματος, όπως και μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας είναι ασαφή: έχουμε την εντύπωση ότι δεν μοιραζόμαστε όλοι τον ίδιο κόσμο κι ότι δεν έχουμε ούτε τα ίδια μάτια, ούτε τις ίδιες λέξεις για τον περιγράψουμε.

Στη μετα-αλήθεια, τα γεγονότα δεν έχουν σημασία. Οι πολιτικοί λένε ό,τι τους κατεβαίνει· τα υποτιθέμενα σοβαρά ΜΜΕ σχολιάζουν τα λεγόμενά τους, καταφεύγοντας, δήθεν, στην επαλήθευση-διάψευση, αλλά, τι περίεργο, η πραγματικότητα δεν αναδεικνύεται: γίνεται, με τη σειρά της, μια μετα-αλήθεια των δημοσιογράφων, ενώ, ακόμα συχνότερα, πέφτει πάνω στον τοίχο που είναι ο σημερινός θεατής – η πραγματικότητα, τα χειροπιαστά hard facts γλιστράνε πάνω στον ψηφοφόρο όπως το νερό πάνω στις πάπιες. Οι οπαδοί του Βrexit, οι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ, οι οπαδοί του Ντόναλντ Τραμπ δεν ακούνε, δεν βλέπουν, δεν πιστεύουν παρά μόνον αν η μέθοδος παρουσίασης των γεγονότων ταιριάζει στο ψυχικό τους υπόστρωμα. Αναζητούν την «αυθεντικότητα» –γι’ αυτό, αποθεώνουν άτομα που τα χαρακτηρίζει η αμετροέπεια, η λούμπεν-λαϊκότητα, η δήθεν αντισυμβατική εμφάνιση– έναντι των επιτηδευμένων ελίτ, των τεχνοκρατών και των γραφειοκρατών. Ό,τι πουλιέται ως αντισυμβατικό είναι η σύμβαση του σήμερα.

To 2006, είχα διαβάσει, με διαρκή κλαυσίγελο, ένα βιβλίο του Χάρι Φράνκφουρτ με τίτλο “Οn Bullshit”: πώς, στην καθημερινότητα, δεν λέμε τα πράγματα όπως είναι, άλλοτε από ευγένεια, άλλοτε από δόλο, άλλοτε εξαιτίας του οδοστρωτήρα της πολιτικής ορθότητας – πώς, με λίγα λόγια, επαναλαμβάνουμε κοινοτοπίες («Το σύστημα είναι σάπιο», «Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι») και γινόμαστε ψεύτες, επεξεργαστές και ερμηνευτές ψεμάτων. Είμαστε φορείς και μάρτυρες ευρέος φάσματος εκδηλώσεων μετα-αλήθειας: από τους ευφημισμούς (η Air France δεν κάνει λόγο για «καθυστέρηση πτήσης» αλλά για «διαφοροποίηση ώρας απογείωσης», πράγμα που με εκνευρίζει κάπως), μέχρι την επιχειρησιακή κολακεία (ενώ περιμένω στο τηλέφωνο κάποιας δημόσιας υπηρεσίας, η γλυκερή φωνή με διαβεβαιώνει ξανά και ξανά ότι το τηλεφώνημά μου έχει μεγάλη σημασία και να κάνω υπομονή) μέχρι την άσκηση της πολιτικής όπου η μετα-αλήθεια παίρνει τη μορφή της παραπλάνησης και του βαυκαλίσματος.

Οι πολιτικοί απελευθερώνονται πλήρως και γίνονται τρολ. Η επιτρεπτικότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου ο καθένας έχει την ελευθερία να πει οτιδήποτε, ατιμωρητί, κι όπου αναδύεται ο «πολίτης-δημοσιογράφος», διαχέεται στους θεσμούς: ίσως ο Βλαντιμίρ Πούτιν αποτελεί το μεγαλύτερο τρολ διεθνώς (επιρρίπτει όλες τις ευθύνες στις ΗΠΑ ή στην Ουκρανία χωρίς να εμφανίζει καμιά απόδειξη, χωρίς να του ζητείται κανένας αλγόριθμος), αλλά ακολουθούν πολλοί που τον μιμούνται. Όσο πιο «αληθινή» ακούγεται η μετα-αλήθεια τόσο καλύτερα: «Η κλιματική αλλαγή είναι μύθος», «Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι», «Οι βομβιστές αυτοκτονίας είναι τα τανκς των φτωχών» – έτσι, αναπτύσσεται αντιεπιστημονικό πνεύμα· πνεύμα ανορθολογισμού και μη απόδειξης. Συμβαίνει τελικά αυτό που προσπαθεί να κάνει εδώ και σαράντα χρόνια η λεγόμενη “French theory”: η αποδόμηση της πραγματικότητας.

Κάθε κοινωνική ομάδα διεκδικεί τη δική της πραγματικότητα, τη δική της αφήγηση. Οι πιο πιστευτές είναι οι αφηγήσεις των «θυμάτων»: ποιος πιστεύει σήμερα την αφήγηση των «ισχυρών»; Ακόμα και ο Ντόναλντ Τραμπ υιοθετεί την αφήγηση του Αμερικανού χωρικού ο οποίος φοβάται ότι θα πλακώσουν Μεξικανοί με μαχαίρια στα δόντια και θα βιάσουν λευκές γυναίκες. Επίσης, στοιχείο αξιοπιστίας είναι το συναισθηματικό φορτίο: οι στατιστικές, οι περιγραφές των ειδημόνων, οι επιστημονικές αναλύσεις θεωρούνται «ψέμα»· αλήθεια θεωρούνται οι μαρτυρίες τύπου ριάλιτι σόου – το λέει η λέξη· η πραγματικότητα πάλλεται in your face. Κι επειδή πάλλεται in your face, το ριάλιτι σόου γίνεται κυβέρνηση.

Η πολιτική της μετα-αλήθειας δεν είναι, φυσικά, εντελώς καινούργιο φαινόμενο: πράγματι, η προεδρία Τζορτζ Γ. Μπους ήταν η αρχή μιας καινούργιας φάσης πειθούς που συνέπεσε με τη διεύρυνση της χρήσης του Ίντερνετ· στον 20ό αιώνα, η πολιτική ρητορική, ιδιαίτερα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο είχε μάλλον χαμηλούς τόνους και φαινόταν σε δρόμο εκπολιτισμού. Η πορεία αυτή έχει ανατραπεί: όπως γράφει ο Μάικλ Ντίκον στην Daily Telegraph, «τα γεγονότα είναι αρνητικά, απαισιόδοξα και αντιπατριωτικά»· η πολιτική τα αποφεύγει – έτσι, αναπτύσσεται από τη μία πλευρά ο ουτοπισμός, από την άλλη πλευρά η συνωμοσιολογία. Οι ονειροφαντασίες και οι φήμες αντικαθιστούν τα hard facts.

Η μετα-αλήθεια σε όλες τις μορφές καταλήγει σε μια σειρά διαδικασίες αποδόμησης: στην απονομιμοποίηση του δημοκρατικού συστήματος (προσφάτως διάβασα άρθρο στο Ίντερνετ περί «ναζιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης»: τι είδους άνθρωποι πιστεύουν άραγε ότι η ΕΕ είναι «ναζιστική»;)· στην προπαγάνδα εναντίον της προπαγάνδας (εναντίον των ΜΜΕ, των θεσμών, του πολιτικού λόγου, των διανοουμένων)· στην ανάδυση ηλεκτρονικού λόγου (όπως το clickbait, τα fake news sites, το infotainment) που είναι ανοιχτά παραπλανητικός και που αφήνει πάντοτε πίσω του ένα ίχνος σαν βλέννα.

Η σχετικοποίηση της αλήθειας είναι η άλλη όψη του νομίσματος του διαλεκτικού υλισμού, της μαρξιστικής αντικειμενικότητας. Εξάλλου, η «μετα-αλήθεια» έχει τις ρίζες της στη ναζιστική και κομμουνιστική προπαγάνδα: το Newspeak, όπως το περιέγραφε ο Όργουελ, είναι η σημερινή τέχνη του bullshit όπως το περιγράφει ο Φράνκφουρτ. Το στοίχημα είναι ποιος θα πει τα καλύτερα bullshit με τον ελκυστικότερο τρόπο – αυτές τις ημέρες προτιμάται το στιλ του άξεστου βλακός που περνιέται για ξύπνιος. Τολμώ να ελπίζω ότι κάθε άξεστος βλαξ που ξεστομίζει μετα-αλήθειες θα εξοικειωθεί σύντομα με τη μετα-ελευθερία.

Πηγή: Athens Voice

*Η Σώτης Τριανταφύλλου είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου.