5 Σεπτεμβρίου, 2017

Η «μεταρρυθμιστική λαγνεία» για την παιδεία συνεχίζεται

Τομέας Παιδείας

Η τωρινή ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, όπως και κάθε άλλη άλλωστε τις τελευταίες δεκαετίες, παρουσιάζει τη δική της σειρά «μεταρρυθμίσεων», αυτή τη φορά για το Λύκειο και την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Καταρχήν να συμφωνήσουμε ότι η αποκατάσταση του ρόλου του Λυκείου είναι το βασικό ζητούμενο. Δυστυχώς και υπό την ηγεσία του κ. Γαβρόγλου η «μεταρρυθμιστική λαγνεία» για την παιδεία, χαρακτηριστικό όλων των ελληνικών κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης, συνεχίζεται. Ο διάλογος για την εκπαίδευση δεν υπήρξε για ακόμη μία φορά, ούτε ουσιαστικός, ούτε σοβαρός, ούτε συνεκτικός, ενώ το Υπουργείο Παιδείας εξακολουθεί να κάνει ότι μπορεί για να αναιρεί με τις πολιτικές του ότι ευαγγελίζεται σε θεωρητικό επίπεδο. Ενδεικτικό είναι ότι η επιτροπή διαλόγου υπό τον κ. Λιάκο είχε βγάλει πέρυσι πόρισμα, τελείως διαφορετικό από τις σημερινές προτάσεις του Υπουργείου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εξαγγελία άμεσης επέκτασης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης έως το 18ο έτος. Είναι γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών και μαθητριών της χώρας ολοκληρώνουν τις Λυκειακές σπουδές. Παρόλα αυτά δεν είναι όλοι. Η προτεινόμενη επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης γίνεται χωρίς ουσιαστική πρόβλεψη για όσους, έστω και λιγότερους, επιθυμούν να ακολουθήσουν άλλους δρόμους και να φοιτήσουν σε τεχνικές και επαγγελματικές σχολές άλλων Υπουργείων όπως οι σχολές του ΟΑΕΔ. Η συγκεκριμένη εξαγγελία χωρίς οικονομική εκτίμηση, χωρίς εναλλακτικές λύσεις και επιλογές και κυρίως χωρίς την ουσιαστική αναβάθμιση και υποστήριξη των ΕΠΑΛ – ενώ στις περισσότερες χώρες βλέπουμε μια συστηματική ενίσχυση της τεχνικής και επαγγελματικής κατεύθυνσης στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η πρόταση του Υπουργείου κινείται ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση - θεωρούμε ότι αποτελεί επιχείρημα μόνο στην ατζέντα του «πολιτικάντη». Η ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης είναι επιτακτική για να καταρριφθούν και τα κοινωνικά στερεότυπα που θέλουν τα ΕΠΑΛ σχολεία ενός κατώτερου Θεού.

Η πρόταση νόμου για τις αλλαγές στο Λύκειο συνεχίζει τη λογική της ρύθμισης και των μικρότερων λεπτομερειών λειτουργίας και του ασφυκτικού κεντρικού ελέγχου όλων των πεπραγμένων στην εκπαίδευση, ενισχύοντας την κουλτούρα συγκεντρωτισμού και ομοιομορφίας που επικρατεί στη δημόσια διοίκηση. Το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί του μέσα από την παρούσα διάρθρωση έχουν ελάχιστες δυνατότητες διαφοροποίησης και επιλογής, ενώ ακόμη και «μεγαλόπνοα» σχέδια, όπως οι προτεινόμενες δημιουργικές δραστηριότητες και οι κοινωνικές δράσεις των μαθητικών κοινοτήτων, θα παραμείνουν «σχέδια επί χάρτου» μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα της ολοκλήρωσης της ύλης και των διπλών εξετάσεων της Γ’ Λυκείου.

Ενώ κρίνεται θετική η πρόθεση εξορθολογισμού του αριθμού των προσφερόμενων μαθημάτων στο Λύκειο καθώς και η δυνατότητα επιλογής μαθημάτων, θα ήταν χρήσιμο να μάθουμε με ποια κριτήρια θα προχωρήσει το Υπουργείο προς αυτή την κατεύθυνση. Επίσης, με ποιους τρόπους θα επιτύχει τη, θεωρητικά σωστή, προσέγγιση της αξιολόγησης, ως αξιολόγηση της ικανότητας αναπλαισίωσης της γνώσης και όχι της απομνημόνευσης, καθώς απουσιάζουν προτάσεις που ενισχύουν την κριτική και δημιουργική σκέψη, όπως για παράδειγμα η εισαγωγή του πολλαπλού σχολικού εγχειριδίου. Η αλλαγή της εκπαιδευτικής προσέγγισης που θέλει ακόμη και σήμερα τη μετωπική διδασκαλία ως το συνηθισμένο τρόπο εργασίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, απαιτεί γενναίες αποφάσεις τόσο σε ότι αφορά τη διδασκόμενη ύλη, όσο και τα σχολικά εγχειρίδια αλλά και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.

Δυστυχώς, αντί να σχεδιάζουμε ένα αυτοτελές Λύκειο, ως ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το παρόν σχέδιο νόμου καθιστά τη Γ’ Λυκείου ως προπαρασκευαστική χρονιά για την εισαγωγή στα ΑΕΙ. Στο πλαίσιο αυτά μάλιστα προτείνονται διπλές εξετάσεις πανελλαδικού τύπου. Η υπόσχεση του Υπουργείου σύμφωνα με την οποία, επειδή αυξάνεται σε έξι ώρες εβδομαδιαίως η διδασκαλία των μαθημάτων που σχετίζονται με την πρόσβαση στην τριτοβάθμια, θα μειωθεί η ανάγκη φροντιστηριακής υποστήριξης, ενέχει αρκετά στοιχεία ρομαντισμού και ελλιπούς επαφής με την πραγματικότητα.

Πρέπει να καθιερωθεί το Εθνικό Απολυτήριο ως ένας τίτλος με ουσία και όχι κενό γράμμα. Η βαθμολογία του θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας διαφανούς και αντικειμενικής διαδικασίας αξιολόγησης και αποτύπωσης της γνώσης και των δεξιοτήτων των μαθητών και μαθητριών. Αυτό δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει μια μορφή «τράπεζας θεμάτων» και δεν πρέπει ασφαλώς να περιορίζεται μόνο στη Γ’ Λυκείου. Η ενιαία, αδιάβλητη και αντικειμενική αξιολόγηση και στις άλλες τάξεις του Λυκείου θα αποφορτίσει (με αξιόπιστο τρόπο) τις πανελλαδικές εισαγωγικές εξετάσεις όπου σε «μια ζαριά» τριών ωρών παίζεται το μέλλον των παιδιών.

Στο Ποτάμι πιστεύουμε ότι τα προβλήματα του Λυκείου δε λύνονται μόνο σε συνάρτηση με τις εισαγωγικές εξετάσεις και οι εισαγωγικές εξετάσεις δεν αντιμετωπίζονται χωρίς την αποφασιστική αναδιάρθρωση των πανεπιστημιακών σχολών και την αξιολόγηση τόσο του επιστημονικού τους έργου όσο και του παιδαγωγικού. Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα και τα τμήματά τους θα πρέπει να έχουν περισσότερη εμπλοκή στην επιλογή των υποψήφιων φοιτητών και φοιτητριών τους, καθορίζοντας όχι μόνο τον αριθμό εισακτέων αλλά επίσης περιγράφοντας τις προαπαιτούμενες γνώσεις και δεξιότητες για την επιτυχή φοίτησή τους.

Το σχέδιο νόμου για το Λύκειο και την εισαγωγή στην τριτοβάθμια του κ. Γαβρόγλου δεν είναι δυστυχώς παρά μια παλαιοκομματικού τύπου πρωτόλεια συρραφή ανακολουθιών, χωρίς συγκεκριμένο στόχο και σύγχρονο όραμα. Η όποια προσπάθεια για να πετύχει θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ουσιαστικού και όχι εικονικού διαλόγου ώστε να έχει την αποδοχή ευρύτατης πλειοψηφίας στη Βουλή και βέβαια να συμφωνήσουν όλοι ότι θα έχει μακροπρόθεσμο ορίζοντα, τουλάχιστον δεκαετίας.