16 Ιούνιος, 2015

Η λιτότητα έχει αποδειχθεί ο αποδιοπομπαίος τράγος για τους εθνικιστές και τους λαϊκιστές

του Χάρη Θεοχάρη Είναι τελικά αυτή η έλλειψη πολιτικής οικειοποίησης των μεταρρυθμίσεων που διαφοροποιεί την Ελλάδα από τις άλλες χώρες που έπρεπε να εφαρμόσουν κάποιο πρόγραμμα στήριξης και αυτή η έλλειψη αποτελεί και την κύρια πηγή αγωνίας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Άρθρο του Χάρη Θεοχάρη στον Guardian

Καθώς ξεκινά μια καθοριστική εβδομάδα για τον Αλέξη Τσίπρα και την κυβέρνησή του είναι πλέον γεγονός ότι η Ελλάδα, στα μάτια πολλών, συμπεριλαμβανομένων και των Ευρωπαίων εταίρων, είναι ένα κράτος που αρνείται να εκσυγχρονιστεί και ως εκ τούτου πρέπει να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη, και ίσως και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η άποψη αυτή μπορεί να είναι κατανοητή, αλλά ταυτόχρονα είναι και λανθασμένη. Είναι κατανοητή γιατί η ελληνική κυβέρνηση με τα «παιχνίδια της» αρνείται ουσιαστικά να μπει σε έναν ουσιαστικό και εποικοδομητικό διάλογο με τους πιστωτές της . Είναι όμως και λανθασμένη γιατί όσοι την υποστηρίζουν, έχουν μια στρεβλή και εσφαλμένη εντύπωση για το τι έχει πραγματικά συντελεστεί στην Ελλάδα τα τελευταία πέντε χρόνια, τι πιστεύει και τι επιθυμεί η σημαντική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενώ επίσης υποεκτιμούν και τις συνέπειες ενός Grexit για την ίδια την Ευρώπη.

Η θέση υπέρ του Grexit είναι η όψη ενός νομίσματος που στην άλλη πλευρά του έχει μια εξίσου κατανοητή, αλλά και εξίσου λανθασμένη άποψη: αυτή που υποστηρίζεται από την ελληνική κυβέρνηση σήμερα, ότι δηλαδή, το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής, ευρέως γνωστό και ως «Μνημόνιο» είναι η μοναδική πηγή των κακών που μαστίζουν τη χώρα τα τελευταία πέντε χρόνια.

Και πάλι θα λέγαμε ότι σε ένα σημαντικό βαθμό είναι κατανοητή γιατί αναμφίβολα, η συνταγή της λιτότητας που αποτέλεσε βασικό πυλώνα του Μνημονίου, συνέβαλε στην τρομακτική ύφεση των τελευταίων πέντε ετών, αντίστοιχης του Αμερικάνικου Κραχ το 1929, (με μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 25% και ποσοστό ανεργίας που έφτασε στο 27,5%).

Είναι όμως και λανθασμένη γιατί με τον αποκλεισμό της Ελλάδας από τις κεφαλαιαγορές το 2010, η λιτότητα έγινε μονόδρομος. Η χώρα το 2009 είχε ένα δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξης του 18% του ΑΕΠ (στοιχεία World Economic Outlook 2015, IMF): οι συνέπειες αυτού θα ήταν διαχρονικά καταστροφικές με δεδομένο ότι η ελληνική οικονομία ήταν μη ανταγωνιστική οικονομία και αποκλειστικά βασισμένη στην εγχώρια δημόσια δαπάνη.

Η λιτότητα έχει αποδειχτεί χρήσιμο όπλο στη ρητορική όλων εκείνων λαϊκιστών και των εθνικιστών, οι οποίοι αρνούνται να αποδεχτούν ότι οι ρίζες των ελληνικών οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων είναι κυρίως εγχώριες: αδύναμοι δημοσιονομικοί θεσμοί, αδύναμα και δυσλειτουργικά συστήματα (νομικό, φορολογικό, ρυθμιστικό). Όλα αυτά για δεκαετίες αποτελούσαν τροχοπέδη, για την ανάπτυξη και ανάδειξη ανταγωνιστικών ιδιωτικών εταιρειών.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι το Μνημόνιο ήταν καλοσχεδιασμένο. Ανεξάρτητοι αναλυτές, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου του γραφείου εσωτερικής αξιολόγησης του ΔΝΤ, έχουν εντοπίσει ένα πλήθος κρίσιμων σχεδιαστικών λαθών: Το εκτεταμένο κούρεμα χρέους του 2012 θα έπρεπε να είχε εφαρμοστεί από τις αρχές του 2010, πράγμα το οποίο θα είχε επιτρέψει ένα πιο ομαλό μονοπάτι δημοσιονομικής προσαρμογής και θα είχε ως αποτέλεσμα η ύφεση να μην είναι τόσο βαθιά. Ακόμα και μετά το κούρεμα, οι τρεις θεσμοί (Ευρωπαϊκή επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ΔΝΤ), ήταν σταθερά προσκολλημένοι στην επίτευξη υπέρ-φιλόδοξων δημοσιονομικών στόχων παρά στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και στη δόμηση ενός σύγχρονου κράτους.

Επιπλέον, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, της πρώτης περιόδου, όπως η απαραίτητη αλλά απότομη προσαρμογή των ρυθμίσεων της αγοράς εργασίας και του ελάχιστου μισθού, χωρίς διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, δεν είχαν συνέχεια και αποδείχτηκαν έτσι ανεπαρκείς για την προώθηση των εξαγωγών στο πλαίσιο ενός αρτηριοσκληρωτικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Εν συντομία πολλές κατηγορίες μπορούν να αποδοθούν προς πολλές κατευθύνσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως πως το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης βρίσκεται στις διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες έδειξαν να κατανοούν τα προβλήματα μόνο αποσπασματικά, ενώ αποσπασματική ήταν και η θέλησή τους να τα αντιμετωπίσουν.

Είναι τελικά αυτή η έλλειψη πολιτικής οικειοποίησης των μεταρρυθμίσεων που διαφοροποιεί την Ελλάδα από τις άλλες χώρες που έπρεπε να εφαρμόσουν κάποιο πρόγραμμα στήριξης και αυτή η έλλειψη αποτελεί και την κύρια πηγή αγωνίας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Πολλοί, συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος, διατηρούσαμε ελπίδες ότι η νέα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που εκλέχθηκε τον περασμένο Ιανουάριο θα άλλαζε αυτή τη δυναμική δεδομένου ότι δεν είχε δεσμούς με το πελατειακό σύστημα. Δυστυχώς, οι έως σήμερα αποδόσεις της αποδεικνύουν πώς ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τόσο συντηρητικός, φατριαστικός, πεινασμένος για εξουσία και ιδεοληπτικός όσο και οι προκάτοχοί του.

Όχι μόνο τοποθετήθηκαν σε θέσεις-κλειδιά, άνθρωποι οι οποίοι έχουν να επιδείξουν την κομματική τους ταυτότητα περισσότερο από τις ικανότητές τους, αλλά επίσης το μόνο συνεκτικό σημείο της κυβερνητικής στρατηγικής έως τώρα είναι η καθολική αναστροφή των μεταρρυθμίσεων, καλών και κακών, που είχαν πραγματοποιήσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις, απλούστατα για να επιδείξουν τη ρήξη τους με το παρελθόν.

Επιπροσθέτως, η κυβέρνηση έχει αποτύχει να εκφράσει μια συμπαγή, προοδευτική, εστιασμένη στο αύριο μεταρρυθμιστική ατζέντα και να κινηθεί πέρα από τη λαϊκιστική ρητορική της, ώστε να «αγκαλιάσει» τις αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες χρειάζεται επειγόντως η χώρα και πολλές από τις οποίες περιγράφονται ήδη στο «Μνημόνιο». Αυτές, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, άνοιγμα των αγορών προϊόντων, απλοποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ένα διευρυμένο και καλύτερα στοχευμένο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, μια πραγματικά αξιοκρατική δημόσια διοίκηση, ιδιωτικοποιήσεις σε κλάδους όπου δεσπόζουν αναποτελεσματικά κρατικά μονοπώλια και μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού.

Ως αποτέλεσμα της έλλειψης συμπαγών κυβερνητικών μεταρρυθμιστικών προτάσεων αλλά και της γενικής αδιαλλαξίας που επικρατεί, οι πιστωτές έχουν επανέλθει και ζητούν ξανά φιλόδοξους δημοσιονομικούς στόχους και πρόσθετα οριζόντια μέτρα λιτότητας (όπως για παράδειγμα αύξηση στο ΦΠΑ), τα οποία είναι εύκολα στην παρακολούθηση και τη μέτρηση των αποτελεσμάτων. Στόχος τους είναι να μπορούν να δικαιολογήσουν εύκολα στα κοινοβούλιά τους την επιπλέον βοήθειας στην Ελλάδα, και την ίδια ώρα οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οπισθοχωρούν για άλλη μια φορά.

Οπότε έχουν όλα χαθεί; Στην πραγματικότητα αν δει κανείς πίσω από τις τρομακτικές ειδήσεις περί λιτότητας, στάσης πληρωμών και Grexit, θα συνειδητοποιήσει ότι μια γνήσια συναρπαστική πολιτική ευκαιρία αναδύεται: οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια σιωπηρή αλλά ισχυρή πλειοψηφία Ελλήνων να επιθυμεί δύο πράγματα: συμφωνία που να εξασφαλίζει τη συμμετοχή στην Ευρωζώνη και μια διακομματική κυβέρνηση εθνικής ενότητας που να μπορεί να την υλοποιήσει.

Εάν η σημερινή ελληνική δικομματική κυβέρνηση, η οποία για πέντε χρόνια καταφέρονταν εναντίον των Μνημονίων, υπογράψει το δικό της μνημόνιο, αυτό θα αποτελεί ένα σημείο καμπής, αλλά και μια ευκαιρία για ανανέωση.

Οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν πάντα απέναντί τους, μια ισχυρή αντιπολίτευση με ρητορική που έκλινε προς το λαϊκισμό και που δημιουργούσε αυταπάτες στο εκλογικό σώμα, ότι υπάρχει μια ανώδυνη εναλλακτική διάσωση. Αυτό το δομικό πολιτικό πρόβλημα έχει τώρα απαντηθεί αποτελεσματικά ενώ οι συνθήκες είναι ώριμες για μια κυβέρνηση που θα έχει κάνει κτήμα της ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα.

Η αγανάκτηση και η κούραση που γίνεται αισθητή σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αναφορικά με την Ελλάδα είναι κατανοητή, αλλά δεν είναι καλοί λόγοι ώστε να χαθεί αυτή η μοναδική ευκαιρία για την Ευρώπη και την Ελλάδα.

* Ο Χάρης Θεοχάρης είναι κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, βουλευτής Β΄ Αθήνας και υπεύθυνος του τομέα Οικονομικών

16 Ιουνίου 2015, Guardian