22 Μάιος, 2018

Οι λαϊκιστές μονομάχοι παίρνουν τα ηνία της Ιταλίας

Οντίν Λιναρδάτου

Δύο μήνες μετά τις εκλογές η Ιταλία ετοιμάζεται να έχει νέα κυβέρνηση. Οι δύο μονομάχοι, όπως χαρακτηρίζει η Ουάσινγκτον Πόστ τους ηγέτες των δύο μεγαλύτερων λαϊκιστικών, εθνικιστικών κομμάτων της χώρας, της Λέγκας του Βορά και του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, θα επισκέπτονται τον πρόεδρο Σέρτζιο Ματαρέλα με την ελπίδα να επισημοποιήσουν τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού.

Σημαντικά ερωτήματα για το επίσημο πρόγραμμα τους παραμένουν φυσικά αναπάντητα ενώ κανείς δεν γνωρίζει ποιόν θα προτείνουν για τη θέση του πρωθυπουργού. Τόσο ο ηγέτης των Πέντε Αστέρων Λουίτζι Ντι Μάιο όσο και ο αρχηγός της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο να γίνει ένας από τους δύο πρωθυπουργός.

Ανεξάρτητα όμως από τις λεπτομέρειες, η κάθοδος των λαϊκιστών στη Ρώμη αποτελεί πραγματικό kίνδυνο για το φιλελεύθερο κατεστημένο της Ευρώπης.

Η κοινή τους πλατφόρμα είναι μια πληρωμένη απάντηση στις διαταγές των Βρυξελλών, απειλεί την ακεραιότητα της ευρωζώνης, υπόσχεται μία σκληρή γραμμή αντιμετώπισης των μεταναστών και τείνει χείρα φιλίας στη Μόσχα.

Η πρώτη καθαρή και ολοκληρωτικά λαϊκιστική κυβέρνηση της Δυτικής Ευρώπης «θα είναι εκκεντρική, δεν θα ανεχτεί φαινόμενα διαφθοράς και θα εφαρμόσει ένα μη φιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα» γράφει ο Ικόνομιστ και σχολιάζει πως ακόμα και αν τα δύο αυτά αντισυστημικά κόμματα αποτύχουν να σχηματίσουν κυβέρνηση, η Ιταλία θα εξακολουθήσει να είναι βυθισμένη στην αβεβαιότητα, γιατί αυτό θα σημαίνει πως η χώρα είτε θα πάει σε νέες εκλογές είτε θα έχει κυβέρνηση τεχνοκρατών, που θα αδυνατεί να εφαρμόσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις χωρίς κοινοβουλευτική στήριξη .

Η οργή και η δυσανεξία στις διαδοχικές τεχνοκρατικές κυβερνήσεις έδωσαν στις εκλογές της 4ης Μαρτίου, σχολιάζει η Ουάσινγκτον Ποστ, το 50% των ψήφων σε δύο λαϊκιστικά κόμματα.

Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, το οποίο ίδρυσε ο αθυρόστομος ιταλός κωμικός Μπέπε Γκρίλο, έγινε το μεγαλύτερο κόμμα της Ιταλίας συγκεντρώνοντας 37% , παίρνοντας δηλαδή τις ψήφους του συστημικού κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος του Ματέο Ρέντσι.

Η Λέγκα από την άλλη ήταν ένα παραδοσιακό ρατσιστικό κόμμα, τοπικής εμβέλειας, με έδρα το Μιλάνο που σε αυτές τις εκλογές εξελίχθηκε σε σοβαρό παίκτη εθνικής εμβέλειας πια, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία. Η Λέγκα κατάφερε να επισκιάσει και τον κεντροδεξιό σύμμαχο της και πρώην πρωθυπουργό Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Τώρα οι λαϊκιστές είναι αποφασισμένοι να δράσουν τολμηρά.

Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνουν περιλαμβάνουν ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα 1000 δολαρίων για τις φτωχές οικογένειες, περικοπές φόρων και επίθεση στα μέτρα λιτότητας που επιβάλει η ΕΕ.

Αλλά όπως συμβαίνει πάντα με τα λαϊκιστικά κόμματα, αυτό που δεν λένε, είναι πως θα χρηματοδοτήσουν το φιλόδοξο αυτό πρόγραμμα. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι τρέμουν μπροστά στην ιδέα να χαθούν δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ γεγονός που θα προκαλούσε μία νέα καταστροφική κρίση χρέους στη Μεσόγειο.

Ο αρθρογράφος των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς Βολφγκανγκ Μύνχαου δεν δίστασε μάλιστα να παρομοιάσει την κατάσταση που διαμορφώνεται στην Ιταλία με τη Γερμανία της Βαϊμάρης λέγοντας πως οι ελίτ της Ευρώπης υποτιμούν «το μέγεθος της απειλής που αντιμετωπίζουν».

Και ο γάλλος υπουργός οικονομικών Μπρούνο Λε Μέρ ξεκαθάρισε πως οι Ιταλοί πρέπει να καταλάβουν πως το μέλλον της Ιταλίας βρίσκεται στην Ευρώπη και πουθενά αλλού αλλά υπάρχουν κανόνες που πρέπει να γίνουν σεβαστοί.

Αυτές οι δηλώσεις προκάλεσαν την άμεση αντίδραση του Ματέο Σαλβίνι ο οποίος τουιτάρισε πως δεν αγωνίστηκε για να κρατήσει την Ιταλία «στο δρόμο της φτώχειας, της μετανάστευσης και της ανασφάλειας».

Σε αυτή τη φράση γίνεται σαφής και η άλλη προγραμματική θέση των λαϊκιστών που είναι ο σχεδιασμός της μαζικής απέλασης των παράτυπων μεταναστών και ο περιορισμός των διασώσεων ανθρώπων, οι οποίοι διασχίζουν με βάρκες τη θάλασσα από τη Βόρεια Αφρική.

Αυτή φυσικά αποτελεί πάγια θέση της Λέγκας και του Σαλβίνι που ασκούν μια ακροδεξιά, υπερεθνικιστική πολιτική .

Για το Κίνημα όμως και τον Ντι Μάιο αυτή η τακτική εξυπηρετεί έναν και μόνο σκοπό: να λειτουργήσει ως εγερτήριο σάλπισμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν έχει στηρίξει αρκετά την Ιταλία στο προσφυγικό.

Όπως και να έχει το κλίμα της ξενοφοβίας θα ενταθεί στην Ιταλία.

Η Σεσίλ Κιένγκε, ιταλίδα ευρωβουλευτής που έχει γεννηθεί στο Κονγκό, λέει πως πολλά μέλη της Λέγκας του Βορά παραδέχονται δημοσίως πως είναι ρατσιστές.

«Μου είναι πολύ δύσκολο» λέει η Κιένγκε να αποδεχτώ πως θα είναι στη κυβέρνηση ένα κόμμα που λέει ανοιχτά ότι είναι ρατσιστικό και πως αυτό το κόμμα θα κληθεί να ψηφίζει νόμους που θεωρητικά πρέπει να προστατεύουν ολόκληρη την κοινωνία».

Το ζήτημα βέβαια είναι τι από όλα όσα λένε θα μπορέσουν στο τέλος να εφαρμόσουν σε μία χώρα με πολλές δικλείδες ασφαλείας και ενώ θα έχουν οριακή πλειοψηφία στη βουλή.

Σύμφωνα με το ιταλικό Σύνταγμα ο πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να δώσει την τελική έγκριση του για το σχηματισμό κυβέρνησης και μπορεί να ζητήσει αλλαγές.

Ο πρόεδρος Σέρτζιο Mαταρέλα αναμένεται να ελέγξει το πρόγραμμα της Λέγκας και του Κινήματος για να διαπιστώσει αν αυτό σέβεται το Σύνταγμα και αν υπάρχουν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι για την εφαρμογή του.

Τα πράγματα λοιπόν δεν θα είναι πολύ εύκολα ούτε για τον Σαλβίνι ούτε για Μάιο που θα ήθελαν επίσης να μετέχουν στην κυβέρνηση. Ο πρώτος από τη θέση του υπουργού Εσωτερικών, για να τσακίσει τους μετανάστες και ο δεύτερος από τη θέση του υπουργού Εργασίας για να μοιράσει επιδόματα στους φτωχούς Ιταλούς.

Σε όλα αυτά βέβαια ο πρόεδρος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα του βέτο που του δίνει το Σύνταγμα.

Αυτό που καταδεικνύεται από το αποτέλεσμα των ιταλικών εκλογών είναι πως οι πολίτες δεν απορρίπτουν πια την ανευθυνότητα και τον παραλογισμό αλλά αντίθετα έλκονται από αυτά τα δύο στοιχεία και ψηφίζουν αυτούς που τα έχουν.

Για αυτό και παρατηρούμε ολοένα και πιο πολύ τους ψηφοφόρους να μετακινούνται εύκολα από το ένα κόμμα στο άλλο και είναι συχνό το φαινόμενο να ψηφίζουν διαφορετικό κόμμα σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Αντίθετα η σιωπηλή γενιά των baby boomers (μπέιμπι μπούμερς) παρέμενε πιστή σε ένα κόμμα.

* Η Οντίν Λιναρδάτου είναι υπεύθυνη Διεθνών Σχέσεων

Πηγή: Μεταρρύθμιση-Liberal