28 Μαρτίου, 2017

Η κουρασμένη διεκδίκηση της νεωτερικότητας

Πάνος Μπιτσαξής

• Από την γοητεία του πυκνού νοήματος των tweets, που είναι το τελευταίο μου παιχνίδι, περνάω σήμερα σε μια σειρά σπονδυλωτών άρθρων αναλυτικής σκέψης. Γενικός τίτλος «Η κουρασμένη διεκδίκηση της νεωτερικότητας». Λίγοι θα αντέξουν να τα διαβάσουν. Ζούμε σε μια εποχή τόσο βαθιάς απογοήτευσης ως και αποστροφής για την πολιτική και τον δημόσιο βίο, είμαστε όλοι τόσο έντονα κλεισμένοι σε μια ιδιωτικότητα με επίκεντρο την μάχη της επιβίωσης, ώστε ο πολιτικός λόγος ηχεί από παράξενος έως γραφικός. Είναι σαν να βοά στην έρημο. Δεν πειράζει. Στα αλήθεια δεν με απασχολεί. Από μια άποψη, η μαχόμενη γραφή είναι άσκηση στη ματαιότητα. Αν αθροίσεις τις σελίδες που γράφονται κάθε χρόνο και τις βάλεις στη σειρά, θα κάνεις πολλές φορές τον κύκλο της γης, μου έλεγε κάποτε ο πατέρας μου, όταν είχε ολοκληρώσει ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο – έργο ζωής το 1972, υπό τον τίτλο «Η ευημερία ενάντια στην ελευθερία».

• Από την μεταπολίτευση μέχρι τον Μάιο του 2010, η εκλογική επιλογή του ελληνικού λαού ήταν ο ακραιφνής δικομματισμός. Τα δύο μεγάλα κόμματα εναλλάσσονταν με τεράστια πλειοψηφικά ποσοστά στην εξουσία. Η χώρα έζησε πρωτοφανή για τα ιστορικά δεδομένα της ελεύθερης Ελλάδας πολιτική σταθερότητα και ηρεμία. Για 36 ολόκληρα χρόνια. Από την ταραγμένη Ελλάδα του εμφύλιου διχασμού, από τα ερείπια της δικτατορίας και της Κυπριακής τραγωδίας εφόρμησε μια άλλη δυναμική Ελλάδα, που προόδευε με ρυθμούς ιλιγγιώδεις. Η Ψωροκώσταινα έδωσε την θέση της σε μια Ελλάδα, το βιοτικό επίπεδο της οποίας ήταν ένα από τα καλύτερα του κόσμου. Λαμβάνοντας υπόψη και το άδηλο χρήμα, ήταν μια από τις πλουσιότερες χώρες του πλανήτη. Το εμφυλοπολεμικό κράτος των διώξεων και των διακρίσεων έδωσε τη θέση του σε μια δημοκρατία θεσμικά ανεμπόδιστη σε δικαιώματα και ελευθερίες. Κάθε μέρα φαινόταν να είναι όλο και πιο ισχυρή. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ εξουδετέρωσε την ανασφάλεια. Η χώρα έδειχνε οχυρωμένη και ισχυρή, μέλος μιας κοινότητας με τεράστια ακτινοβολία και δυναμική. Πακτωλοί χρημάτων έρρεαν από και προς πάσα κατεύθυνση. Από τις μεγαλοφυείς επιλογές του Κωνσταντίνου Καραμανλή που καθόρισαν την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και τις δομές της εσωτερικής πολιτικής ομαλότητας μέχρι τον μεταρρυθμιστικό οίστρο της πρώτης κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου (1981-1985) σε συνδυασμό με την ραγδαία περιφερειακή ανάπτυξη, ανδρώθηκε μια κοινωνία σχεδόν αταξική. Μια αχανής αστική τάξη με εισοδηματικές διαφορές αλλά όχι ταξικές διαφορές. Στα ίδια νυχτομάγαζα έραιναν με λουλούδια τους τραγουδιστές οι υδραυλικοί και οι μαραγκοί της διπλανής μας πόρτας πλάι στους εκπρόσωπους της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας και των τζακιών. «Ο παράδεισος είναι αυτός που ζούμε», όπως θα έλεγε ο Πασκάλ Μπρυκνέρ. «Ζήτω η μεταπολίτευση», δήλωσε κάποτε, μεσούσης της κρίσης, προκαλώντας οργή, ο αιρετικός Θεόδωρος Πάγκαλος.

• Ποιός θα μπορούσε στις συνθήκες εκείνες να αρθρώσει νεωτερικό λόγο; Ποιός θα μπορούσε να τον δομήσει με ειρμό και κατεύθυνση; Ποιός θα μπορούσε να θέσει στα σοβαρά το ζήτημα των παθογενειών στις οποίες σχεδόν το σύνολο των Ελλήνων μετείχε με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο; Όμως οι χρόνιες παθογένειες, παράλληλα με την ανάπτυξη και την ευωχία, άρχισαν να τρώνε σαν σαράκι τα σωθικά του συστήματος. Αδιόρατα, «ανεπαισθήτως», όπως έλεγε ο Καβάφης. Πρόσβαλλαν το ανοσοποιητικό σύστημα της χώρας. Η υποκουλτούρα του νεοπλουτισμού έγινε κυρίαρχη. Τα διάφορα «κλικ» και «νίτρο», οι κοσμικές στήλες και άλλα συναφή εγκληματούσαν εις βάρος της συλλογικής συνείδησης και της αστικής ηθικής. Περιφρονούσαν τον παραγωγικό άνθρωπο. Δημιουργούσαν καινούρια πρότυπα ιδιαίτερα στη νεολαία. Όποιος δεν είχε λεφτά, επώνυμο ρολόι, επώνυμο μπλουζάκι, ακριβό αυτοκίνητο και φαντεζί γκόμενα ήταν ο κύριος τίποτα. Η εντιμότητα από αξία μετατράπηκε σταδιακά σε απαξία. Οι επιτήδειοι και οι καταφερτζήδες, τα λαμόγια, τότε μπήκε αυτή η λέξη στο λεξιλόγιο, στην ασυδοσία του ακαταδίωκτου, ήταν τα παραδείγματα προς μίμηση. Η άρχουσα τάξη των ημερών.
Η Ελλάδα αποκτούσε τη διπροσωπία του Ιανού. Το ένα πρόσωπο η πρόοδος, οι μεταρρυθμίσεις, η ευημερία. Το άλλο πρόσωπο οι μίζες, η αρπαχτή, η σπατάλη, η φοροδιαφυγή, η ρουσφετοκρατία και η φαυλότητα. Το δεύτερο αυτό πρόσωπο, όσο περνούσε ο καιρός, κέρδιζε έδαφος. Η διαφθορά διαχύθηκε σε όλο το κοινωνικό σώμα .Το ψάρι δεν βρωμούσε μόνο από το κεφάλι. Βρωμούσε και από την ουρά.

• Η νομοτέλεια της κατάρρευσης είχε προδιαγραφεί τουλάχιστον 15 χρόνια πριν συμβεί. Αλλά αυτό ποιός μπορούσε να το διακρίνει, να το συλλάβει στη διάσταση που ζούμε σήμερα και πολλώ μάλλον να το εμποδίσει; Τα πάντα καλύπτονταν από τη συνομωσία της σιωπής και της ανομολόγητης συνενοχής.

• Το 2004, λίγο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο φίλος μου, Νίκος Σταθόπουλος, μου γνώρισε έναν νέο οικονομολόγο που εργαζόταν στην Παγκόσμια Τράπεζα σε κάποια λατινοαμερικάνικη χώρα. Ήταν πρόσφατη τότε η θορυβώδης πτώχευση και η κοινωνική δυστυχία που επακολούθησε στην Αργεντινή. Λέξεις όπως το ΑΕΠ, το χρέος, ο εξωτερικός δανεισμός, ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός μου ήταν ακόμα από ασαφείς έως άγνωστες. Δειπνούσαμε στην Αίγλη στο Ζάππειο. Μετά από μια ιδιαιτέρως βαρετή ανάλυση, ο τύπος κατέληξε ότι τα όσα συμβαίνουν στην Αργεντινή θα είναι παιδική χαρά μπροστά σε όσα πρόκειται να συμβούν στην Ελλάδα σε τρία ή τέσσερα χρόνια από τότε. «Είσαι μακριά και δεν ξέρεις την Ελλάδα», του είπα με αλαζονεία και λανθάνουσα ειρωνεία. «Εδώ το χρήμα κυκλοφορεί σε μια παράλληλη οικονομία. Όποιος αποτυπώσει τις ροές του, θα πάρει νόμπελ. Κανένας μας δεν τις ξέρει. Σε κάθε, όμως, περίπτωση η Ελλάδα δεν μπορεί να πτωχεύσει». Όταν φύγαμε, ρώτησα τον Νίκο, χασκογελώντας: «Πού τον ψώνισες αυτόν; Δεν ξέρει τι του γίνεται». Τελικά έπεσε έξω ενάμιση περίπου χρόνο. Τον έχω θυμηθεί πολλές φορές. Ήμουν κι εγώ, όπως οι περισσότεροι, βαθιά νυχτωμένος. Όχι ότι δεν έβλεπα. Όχι ότι δεν καταλάβαινα. Θεωρούσα, όμως, ότι τα όσα συνέβαιναν ήταν ένα είδος ανυπέρβλητου κισμέτ. Έτσι είναι η Ελλάδα και δεν μπορεί να αλλάξει. Τελικά ποτέ, όμως, δεν πεθαίνει.

• Όταν ο Γιώργος Παπανδρέου, με φόντο τη γαλανή θάλασσα του Καστελόριζου, ανακοίνωσε την είσοδο στον μηχανισμό σταθερότητας, το μνημόνιο, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, ελάχιστοι αντελήφθησαν τι είχε συμβεί. Μόνο οι επαΐοντες και οι εντός των τειχών αισθάνθηκαν σαν ζαλισμένα κοτόπουλα. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας ήταν εντελώς ανεκπαίδευτο στην αντιμετώπιση της εφορμούσας κρίσης. Είχε φτάσει, όμως, το σημείο θραύσης. Το μεταπολιτευτικό σύστημα και η ισορροπία της διπροσωπίας του είχε οριστικά διαρραγεί.

Η κυβέρνηση μπήκε βίαια σε μια πρόχειρη και ευκαιριακή διαχειριστική προσέγγιση, με την ελπίδα ότι ο από μηχανής θεός, με κάποιον τρόπο μαγικό, θα έσωζε την κατάσταση και οι αγορές σύντομα θα άνοιγαν τους κρουνούς του φτηνού και αφθόνου χρήματος. Η ανεύθυνη αντιπολίτευση άρχισε αμέσως το blame game που εμπόδιζε κάθε δυνατότητα υπέρβασης. Κανένας δεν μπορούσε να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη, γιατί τον ενοχλούσε το είδωλο.

Ο νεωτερικός λόγος, δηλαδή η ήρεμη κατόπτευση των παραμέτρων της κρίσης και η υπέρβασή τους με όρους πολιτικούς και τεχνοκρατικούς, είτε ήταν ανύπαρκτος είτε μοναχικός και αδιέξοδος. Η αριστερά άρχισε αμέσως να καλλιεργεί τους δαίμονες και να προωθεί την αυταπάτη. Οι θεωρίες συνωμοσίας, οι λύσεις από τη Ρωσία, το Ιράν, τη Βενεζουέλα κι ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς χάιδευαν τα αυτιά ενός λαού, όχι μόνο ανέτοιμου, αλλά και φανατικά αντίθετου στην συνειδητοποίηση και την αναζήτηση λύσεων. Γεννήθηκε το αντιμνημόνιο και το «δεν πληρώνω, δεν πληρώνω». Άξαφνα προέκυψαν και οι ναζί. Γενικότερα, όμως, ο κόσμος συμπεριφερόταν σαν μην είχε συμβεί τίποτα.

• Την μέρα της ανακοίνωσης στο Καστελόριζο ήμουν στη Φλώρινα, με την ιδιότητα του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού. Μόλις είχα μάθει το τι είχε συμβεί και προσπαθούσα να το συνειδητοποιήσω στις πρακτικές του διαστάσεις. Ήμουν σε μια ταβέρνα με τον Γιώργο Λιάνη και τοπικούς παράγοντες της πόλης. Με πλησίασαν κάποιοι και μου είπαν: «Εκπροσωπούμε τους Παοκτζήδες της Φλώρινας. Κύριε Γενικέ θέλουμε μια χάρη. Κάθε Κυριακή πηγαίνουμε στη Τούμπα. Είναι όμως από την άλλη μεριά της πόλης και θέλει μια ώρα παραπάνω να φτάσεις εκεί. Γι’ αυτό το λόγο, τώρα που έγινε η Εγνατία, σας παρακαλούμε να χτίσετε ένα γήπεδο του ΠΑΟΚ από την άλλη μεριά της πόλης για να φτάνουμε πιο γρήγορα. Αν δεν έχετε τώρα λεφτά, δεν πειράζει. Κάντε το μετά την κρίση».

* Ο Πάνος Μπιτσαξής είναι υπεύθυνος του τομέα Νέας Γενιάς και Αθλητισμού

Πηγή: iporta