8 Μάιος, 2018

Η καθαρή έξοδος δεν μπορεί να είναι ούτε μνημονιακή ούτε πελατειακή

Παναγιώτης Καρκατσούλης

Η συζήτηση για την «επόμενη μέρα» της μετα-μνημονιακής Ελλάδας δεν έχει εκπλήξεις. Έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα στην πομφόλυγα της «καθαρής εξόδου» του Τσίπρα που έχει υπονομευθεί πριν καν διατυπωθεί και στην μη έξοδο.

Η μεν καθαρή έξοδος που θα μας οδηγήσει στα ουρί του Παραδείσου δεν μπορεί να πείσει ούτε τους πιο ψεκασμένους συριζανελίτες, αφού περιορίζεται σε γενικές υποσχέσεις του τύπου «θα πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας» ενώ, ταυτόχρονα, πλησιάζει η αποφράδα ημερομηνία 1-1-2019 με τις επόμενες περικοπές στις συντάξεις και το αφορολόγητο. Βλέποντας ότι η δυναμική του αφηγήματος είναι περιορισμένη, τα κυβερνητικά στελέχη ετοιμάζουν ένα ακόμη μεγαλύτερο ψέμα που μας πάει πίσω στο 2015. Καλλιεργούν την υπόσχεση ότι θα αναιρέσουν με νόμο τις περικοπές που έχουν ήδη ψηφίσει, αδιαφορώντας για τις καταστροφικές επιπτώσεις που αυτό θα έχει στην αξιοπιστία μιας χώρας που μόλις θα έχει βγει στη «ζούγκλα των αγορών».

Από την άλλη, πολλοί από τους αρνητές του συριζαϊκού αφηγήματος περιορίζονται σε κάποια μέτραμέσου βεληνεκούς, όπως ο εξορθολογισμός των δαπανών, η βελτίωση της λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιώνκαι ο έλεγχος των προσλήψεων. Αυτά είναι σωστά αλλά δεν αρκούν για να συγκροτήσουν ένα όραμα, μια προοπτική ανάτασης, για έναν απογοητευμένο και, εν πολλοίς, παραιτημένο λαό.

Φαίνεται ότι οι εναλλακτικές εξαντλούνται μεταξύ της πελατειακής διακυβέρνησης και μιας «ο- Θεός- να- την –κάνει- πολιτική» ισοπεδωτικής λιτότητας. Είτε, δηλαδή, μόλις βγούμε, θα ξαναρχίσει η πορεία για να γυρίσουμε πίσω εκεί που ήμασταν ήθα συνεχίσουμε να ζούμε με μια «επιτροπεία» που θα επιχειρεί να κάμψει τις όποιες αντιστάσεις ημών των ιθαγενών.

Υπάρχει άλλος δρόμος; Άλλος τρόπος; Υπάρχει βεβαίως. Απαιτεί, όμως, μια επώδυνη, σε πρώτη φάση, ενδοσκόπηση και εν συνεχεία πολλή και επίπονη προσπάθεια προκειμένου ν’ αντέξουμε στον διεθνή ανταγωνισμό.

Το νέο πρότυπο ανάπτυξης της χώρας μπορεί και πρέπει να στηρίζεται να αναπαράγει και να μεγιστοπιεί τις αξίες και τις αρχές της ελληνικότητας.

Με το που θα εκστομίσει, όμως, κανείςτη λέξη αυτή και πριν προλάβει να πει τι εννοιολογείται με τον όρο αυτόν, θα πρέπει να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει δύο τύπων αντιδράσεις: Οι πρώτες απονέμουν στην ελληνικότητα το περιεχόμενο μιας εξιδανικευμένης κατανόησής της, πλησίστιας μιας εθνικιστικής, που καταλήγει σε στείρους αποκλεισμούς, ενώ οι δεύτερες παραπέμπουν σ’ έναν αριστερόστροφο ψευτο-διεθνισμό μαζί με ισχυρές δόσεις «τσιφτετελληνικότητας».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ.

* Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου «Π στο τετράγωνο - Πρόοδος στην πράξη»