15 Ιουνίου, 2017

Η «καμπή» του συνδικαλισμού

Ιωάννα Τάγαρη

Η μνημονιακή εποχή έχει χαράξει μία διαχωριστική γραμμή παρελθόντος-παρόντος και είναι αμφίβολο αν η παλιά εποχή στα εργασιακά μπορεί να επανέλθει «αφού τελειώσουν τα μνημόνια».

Γιατί;

Η πρώτη εύλογη απάντηση είναι ότι το έργο των κυβερνήσεων είναι κατώτερο των προσδοκιών, με αποτέλεσμα να είμαστε σε συνεχή μνημόνευση. Και να είναι αβέβαιο το πότε και το αν θα σταματήσει η εποπτεία.
Η δεύτερη απάντηση είναι ότι όσο εποπτευόμαστε, τα μέτρα που παίρνονται σε νομοθετικό επίπεδο αρχίζουν να διαμορφώνουν μία κουλτούρα, άγνωστη έως πρότινος: την εποχή μετά τον συνδικαλισμό.

Είναι κακό αυτό;

Το νόμισμα έχει δύο όψεις.

Η μία όψη, του «θετικού συνδικαλισμού» είναι το δικαίωμα των εργαζομένων να εκπροσωπούνται και να διαπραγματεύονται μισθούς και προνόμια που διευκολύνουν το εργασιακό περιβάλλον, άρα και την απόδοση των εργαζομένων στην παραγωγική διαδικασία. Ο συνδικαλισμός δημιουργήθηκε για να διευκολύνει τις επιχειρήσεις και να ενσωματώσει τις ανάγκες των εργαζομένων στην ατζέντα της επιχείρησης, ώστε οι εργαζόμενοι να αποδώσουν καλύτερα, και έτσι να έχει οφέλη και η επιχειρηματική και η εργασιακή πλευρά.

Η άλλη όψη είναι ο «επαγγελματικός συνδικαλισμός». Εκεί όπου τα δικαιώματα των εργαζομένων είναι υποχρεώσεις και υπάρχει ένα διαχωριστικό τείχος επιχείρησης-εργαζομένων, ως οντοτήτων με αντικρουόμενα συμφέροντα και με αμφίδρομη έλλειψη εμπιστοσύνης.

Το ποια θέαση υιοθετείται κάθε φορά είναι καθαρά θέμα κουλτούρας. Είναι γνωστό ότι ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα διακατέχεται από την δεύτερη λογική. Η πάλη ως μαρξιστική ιδεολογία είναι βαθιά χαραγμένη τόσο στο εργατικό δίκαιο όσο και στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα. Όπως επίσης και στην αντίληψη ότι το κράτος οφείλει δια νομοθετημάτων να προστατεύει το μικρό ανήλικο εργαζόμενο από τον καπιταλιστή επιχειρηματία.

Η συνδικαλιστική αυτή λογική η οποία άνθισε την δεκαετία του ’80, ανάδειξε τον συνδικαλισμό ως δεύτερο πόλο εξουσίας. Η εκάστοτε κυβέρνηση φρόντιζε πάντα να βοηθά και να βοηθιέται από το συνδικαλιστικό κίνημα. Ο συνδικαλισμός υπήρξε μία ισχυρή πολιτική οντότητα, που όπως όλα στην Ελλάδα, εξαρτιόταν αποκλειστικά από την κρατική μηχανή.

Πού μπορεί να παρατηρήσει κανείς αυτή την περίεργη «συνεξάρτηση κράτους-συνδικαλιστικού κινήματος»;

Σε επίπεδο νομοθετείν: το ελληνικό κράτος ακόμη και σήμερα δίνει υποχρεωτική εισφορά για την συντήρηση του συνδικαλιστικού κινήματος. Αυτό σημαίνει ότι ναι μεν το κράτος αναγνωρίζει την αξία του συνδικαλισμού, αλλά ταυτόχρονα το ενσωματώνει ως «δημόσιο αγαθό».

Σε «νομικό» επίπεδο: ο συνδικαλισμός αποτελεί μία «ένωση προσώπων» που ενώνονται για ένα κοινωνικό σκοπό. Αν ο κοινός αυτός σκοπός καλύπτεται από την δημόσια δαπάνη, καταλαβαίνει κανείς ότι ο συνδικαλισμός αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης πολιτικής που σκοπό έχει να συντηρήσει την συνδικαλιστική ένωση. Τότε αντίστοιχα έπρεπε να δίνεται συνεισφορά και σε όλες τις ενώσεις προσώπων που αφορούν κοινωνικούς σκοπούς. Δίνεται; Και μάλιστα με την μορφή υποχρεωτικής εισφοράς;
Όσες μεγαλύτερες τέτοιες «υποχρεώσεις» δημιουργούνται από το κράτος, τόσο μεγαλύτερη και η σύγχυση. Και τόσο πιο «επιβεβλημένη» γίνεται η παρουσία της ένωσης προσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων de facto.

Σε επίπεδο «πρακτικής εφαρμογής» του συνδικαλισμού, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, απεχθάνονται το συνδικαλισμό. Άσχετα που το επευφημούν, ή φαίνεται να το στηρίζουν στα λόγια.
Επί της αρχής, και στη συνείδηση του κόσμου, το συνδικαλιστικό κίνημα είναι πια απαξιωμένο. Θεωρητικά ωστόσο, κρατά ακόμη κάτι από την παλιά «αίγλη του». Κανείς εργαζόμενος ιδίως στο Δημόσιο, δεν τολμά να αμφισβητήσει τους εργατοπατέρες. Ή ότι αυτοί δεν θα υπάρχουν ως ενδιάμεσοι πόλοι πίεσης στην κυβέρνηση ώστε να δοθούν επιδόματα και άλλες «εξυπηρετήσεις».

Ωστόσο η κρίση απέδειξε ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ακριβώς αυτή η λογικής της εξαρτήσεως από τον μπαμπά-κράτος. Η αντίληψη ότι «φώναξε και θα περάσει το δικό σου». Τα μνημόνια απέδειξαν ότι τώρα «μπαμπάς» είναι οι «θεσμοί» και η λογική διαπαιδαγώγησης των νέων «πατρώνων» είναι διαφορετική. Ήταν πραγματικά οδυνηρό για τους ίδιους τους προέδρους των συνδικαλιστικών κινημάτων, όταν άρχισε η μνημονιακή εποπτεία, να βρουν τις πόρτες των υπουργείων κλειστές. Όλες οι χάρες και οι εξυπηρετήσεις που δίνονταν στο συνδικαλιστικό κίνημα από τις εκάστοτε κυβερνήσεις δεν ήταν πια στο χέρι του συνδικαλισμού. Αλλά ούτε και του «μπαμπά-κράτους».

Ωστόσο αυτή η αλλαγή πατρωνίας, αν και θεωρητικά φαίνεται σκληρή, αποτελεί ίσως μία θαυμάσια ευκαιρία.

Ποια είναι αυτή; Η ώρα να γίνουμε ενήλικοι πολίτες. Και να πούμε, «Είμαι ελεύθερος. Δεν εξαρτώμαι». Ποιος μεγαλούργησε αληθινά κάτω από τις γονικές φτερούγες; Και για πόσο;

Η κρίση είναι ευκαιρία να ξαναδούμε πώς μέσα κυρίως από το συνδικαλιστικό κίνημα, μπορούμε να δημιουργήσουμε για τον εαυτό μας παραγωγικά και ουσιαστικά. Με διάλογο και εργασία.

Η πατρωνία είναι εκτός μόδας. Η νέα εποχή είναι μπροστά.

* Η Ιωάννα Τάγαρη είναι μέλος της ΚΥΚΟ