11 Μαρτίου, 2017

Η κάλπικη αλήθεια

Σώτη Τριανταφύλλου

Ομιλία της συγγραφέως και ιστορικού Σώτης Τριανταφύλλου, στην εκδήλωση του Ποταμιού στην εκδήλωση του Ποταμιού με τίτλο «Τα ψέματα του κόσμου μας και οι αλήθειες του Ποταμιού»

Ήταν το κομματάκι «A lot of wind» των fall, που σημαίνει κενολογία. Και νομίζω ότι ταιριάζει με την ουσία της μετα-αλήθειας για την οποία θα σας πω λίγα πράγματα. Έχω εδώ και ένα πολύ μικρό απόσπασμα από το «Πρόγευμα στο Τίφαννυς» του Τρούμαν Καπότε. «Έχεις άδικο. Είναι κάλπικη. Αλλά έχεις κάποιο δίκιο. Δεν είναι κάλπικη, επειδή είναι πραγματικά κάλπικη. Τις πιστεύει όλες τις αηδίες που πιστεύει. Δεν μπορείς να τις αλλάξεις ιδέες».

Αυτό ταιριάζει με την πολιτική που αυτή την στιγμή εκδηλώνεται σε όλο τον κόσμο. Και στον χώρο της αυστηρής πολιτικής, αλλά και στο χώρο των ανθρωπίνων σχέσεων. Λέμε περισσότερα και μεγαλύτερα ψέματα από κάθε άλλη εποχή στην ιστορία; Ίσως. Το παράδοξο είναι ότι στην εποχή μας, μπορούμε να επαληθεύσουμε ευκολότερα τα πραγματικά γεγονότα. Αν θέλουμε… Αλλά δεν θέλουμε. Τα πραγματικά γεγονότα έχουν μικρότερη σημασία από τις γνώμες και τα συναισθήματα. Μεγαλύτερη σημασία έχουν εκείνα τα «δεδομένα», που μας συμφέρουν και που ενισχύουν την ήδη διαμορφωμένη μας γνώμη.

Η μετα-αλήθεια αποτελεί φαινόμενο της – ας πούμε - «μετα-δημοκρατίας», όπου το πρόθεμα αναιρεί την υπόλοιπη λέξη, και όπου ο δημόσιος διάλογος αντιγράφει το μοντέλο της διαφήμισης στην οποία νομιμοποιούνται τα ψέματα, οι υπερβολές, τα συνθήματα, η προσφυγή στο συναίσθημα εντέλει.

Ο όρος «μετα-αλήθεια» είναι σχετικά καινούριος, αλλά η ουσία δεν είναι. Η προπαγάνδα – όπως όλοι ξέρουμε – είναι παλιά, όσο και ο ανθρώπινος πολιτισμός. Σε αυτήν προστίθεται η αλήθεια των ταμπλόιντ (και αυτό είναι σχετικά παλιό), η παραπληροφόρηση, τα ψεύτικα πειραγμένα στατιστικά, η φημολογία, οι λεγόμενοι αστικοί θρύλοι, η συνομωσιολογία, το κουτσομπολιό, τα factoids (κατασκευάσματα) των βιογράφων, η ενασχόληση με τα τρίβια της καθημερινότητας και της ζωής των διασημοτήτων.

Τις τελευταίες δεκαετίες, εξαιτίας της τεχνολογίας και της φιλελευθεροποίησης της δημοκρατίας, όπου δεν υπάρχουν επιπτώσεις στην κατάχρηση της ελευθερίας του λόγου, υπάρχουν θέματα που είναι είτε υπερβολικά αλλόκοτα για να τα κατατάξουμε στις αλήθειες, είτε υπερβολικά καλοήθη για να τα αναγνωρίσουμε ως ψέματα. Είμαστε φειδωλοί με την αλήθεια. Την εξωραΐζουμε, τη βελτιώνουμε. Για παράδειγμα, οι δημοσιογράφοι και οι υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων που επιδίδονται σε αυτή τη διαδικασία δεν χαρακτηρίζονται απατεώνες. Χαρακτηρίζονται spin doctors, whatever that means (ό,τι και να σημαίνει αυτό).

Ο όρος χρησιμοποιείται από το 1984. Και αντί να πούμε σε κάποιον «είσαι ψεύτης» αν και στην Ελλάδα, κατά κάποιον τρόπο το λέμε, προτιμάμε να πούμε «πλανάστε», «σας λείπει η ευθυκρισία», «αρνείστε να δείτε την πραγματικότητα» και βέβαια προσθέτουμε το πιο ωραίο και το πιο ψεύτικο «Σέβομαι την άποψη σας». Έτσι παρερμηνεύουμε την πραγματικότητα και επιδεικνύουμε επιείκεια έναντι του ψεύτη.

Έχει αλλάξει ακόμα και η ψυχική διάθεσή στην εκφορά όλης της αλήθειας. Όταν παίρνω ένα λάθος νούμερο στο τηλέφωνο, βγαίνει μια σέξι φωνή, πολύ ευχάριστη και ενθουσιώδης, η οποία μου λέει ότι το τηλέφωνο αυτό που προσπαθώ να καλέσω είναι λάθος. Η εποχή της μετα-αλήθειας είναι η εποχή της φλυαρίας. Άκουσα, είδα, μου είπαν. Τα σύνορα μεταξύ αλήθειας και ψέματος συγχέονται. Η ατιμία και η τιμιότητα, η μυθοπλασία και η πραγματικότητα συγχέονται επίσης. Η εξαπάτηση γίνεται πρόκληση, παιχνίδι και, τέλος, συνήθεια. Οι άνθρωποι πασχίζουν να αναβαθμίσουν και να ενισχύσουν τα πεπραγμένα τους.

Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια, έχει αναπτυχθεί η τέχνη του βιογραφικού σημειώματος, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι εμπλουτίζουν αυτό το βιογραφικό, συνήθως λέγοντας οριακά ψέματα, είτε επινοώντας τίτλους που δεν απέκτησαν ποτέ, είτε – όταν πρόκειται ιδιαίτερα για πολιτικούς – επινοώντας σχέσεις οικογενειακές, συγγενικές με ηρωικούς προγόνους, με σπουδαίες οικογένειες. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η ψευδολογία συμβαίνει σε ένα περιβάλλον, όπου μπορούμε να επαληθεύσουμε όλα τα hard facts. Ο καθένας, λοιπόν, δημιουργεί το προσωπικό του αφήγημα και ιδιαίτερα στο χώρο της πολιτικής δημιουργεί το αφήγημα των πεπραγμένων του, με τρόπο που να συγκρούεται κατάφορα με την πραγματικότητα, η οποία είναι ορατή σε όλους. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τελευταία γιορτάζει το τέλος της κρίσης. Το άκουσα με τα αυτιά μου. Μοιάζει σαν να επαναλαμβάνεται αυτή η κοινοτοπία όταν η πραγματικότητα δεν ταιριάζει με τις επιθυμίες, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Και από το διεθνή χώρο πάλι ένα παράδειγμα. Το brexit ήταν εν πολλοίς αποτέλεσμα μια χειραγώγησης που σχετιζόταν με ψεύτικους αριθμούς εξοικονόμησης ποσών από τη μη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά τα ποσά δεν είναι επαληθευμένα, τα οποία προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας πριν το δημοψήφισμα. Εν πάσει περιπτώση η μετα- αλήθεια δεν ταυτίζεται με τον υποκειμενικό ιδεαλισμό του Berkley για παράδειγμα, παρότι και τα δύο συστήματα σκέψης και συμπεριφοράς μπορούν να συναντηθούν στον σολιψισμό. Ο σολιψιστής δεν βλέπει τίποτα εκτός από την προσωπική του αλήθεια, από το εγώ του. Και σ’ αυτή την περίπτωση μπορούμε να πούμε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αυτή τη στιγμή είναι ένας σολιψιστής, ή μάλλον μια καρικατούρα σολιψιστή.

Όλα αμφισβητούνται και στο περιβάλλον της μετα-αλήθειας σημασία έχει μόνο ότι συμφέρει το κάθε άτομο ή ομάδα. Συχνά αυτό εκφράζεται με την κοινοτοπία περί πραγματικότητας που μόλις ανέφερα ή επιστρέφει κυκλικά στον δογματισμό των κομμουνιστικών κομμάτων. Αλήθεια είναι ότι συμφέρει το κόμμα και τον αγώνα. Μέσα λοιπόν σε αυτό το περιβάλλον λέμε όλο και περισσότερα αβλαβή και επιβλαβή ψέματα. Τα αβλαβή είναι του τύπου "χαίρομαι που σε βλέπω", "τι ωραία μαλλιά", "μ’ αρέσει το φόρεμά σου", "θα σου τηλεφωνήσω, θα τα πούμε, κτλ και δε τα λέμε ποτέ". Τα μικρά ψέματα συσσωρεύονται δημιουργώντας ένα λουτρό λέξεων μες στο οποίο δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κανέναν.

Η πολιτική της αλήθειας της δεκαετίας του 1960 και του 1970, λέμε την αλήθεια, είμαστε ειλικρινείς και όλα αυτά που λέγονταν εκείνη την εποχή, έχει τελείως καταρρεύσει προφανώς δεν αξίζαμε την αλήθεια και βρήκαμε έναν άλλο τρόπο για να σχετιζόμαστε. Η αλήθεια, λοιπόν, είναι ανεπιθύμητη. Συχνά στις αναπτυγμένες χώρες οι ψυχίατροι για να θεραπεύσουν τους ασθενείς τους, τους κάνουν ένα είδος boosting με ψέματα. "Είσαι καταπληκτικός. Μην έχεις ενοχές. Έχεις κάνει ότι μπορείς". Πράγμα που μοιάζει λίγο με το κήρυγμα του λαϊκιστή πολιτικού, ο οποίος απευθύνεται στον λαό λέγοντας του: "είσαι καταπληκτικός. Ό,τι έχεις κάνει είναι τέλειο, απλώς οι άλλοι σε επιβουλεύονται και τα προβλήματά σου οφείλονται στα λάθη και στις κακόβουλες πράξεις των άλλων. Μοιάζει δηλαδή σα μια ναρκισσιστική διαταραχή να μεταδίδεται από τον λαϊκιστή πολιτικό στο κοινό του. Τι προκύπτει; Ο προαναφερθείς σολιψισμός, ο ηθικός σχετικισμός -καλό είναι ό,τι με συμφέρει δηλαδή-, η παρακμή της κοινότητας, όπου το στοίχημα που μπαίνει είναι πώς θα εξαπατήσουμε τους άλλους και ένα παραλήρημα αυτοέκφρασης που διαχέεται όπως ξέρουμε ιδιαίτερα στο ίντερνετ. Αλλά όχι μόνο στο ίντερνετ και στις εκπομπές ας πούμε, reality show, σε εκπομπές που οι άνθρωποι μιλούν για τα προβλήματά τους σε αγνώστους, ή έχουν υπερβολική οικειότητα, δημιουργούν υπερβολική οικειότητα με αγνώστους.

Στην πολιτική της μετα-αλήθειας, περιλαμβάνεται απόκρυψη, αλλοίωση και υποβιβασμός γεγονότων. Μια στάση που μοιράζονται η Δεξιά και η Αριστερά και που μπορούμε να αποδώσουμε εν μέρη στα 40 χρόνια τηλεόρασης. Λέω 40 γιατί η τηλεόραση δεν ήταν από την αρχή, ένα τέτοιο Μέσο. Εξελίχθηκε, έτσι. Εξελίχθηκε ιδιαίτερα όταν άρχισαν να πληθαίνουν τα κανάλια, να γίνονται ιδιωτικά κτλ. Αυτό που είχε σημασία για την τηλεόραση, και που μεταφέρθηκε και μεγεθύνθηκε στο ίντερνετ ήταν, δεν ήταν το ίδιο το γεγονός, αλλά η παρουσίασή του, το περιτύλιγμα και ο αντίκτυπός του στο μεγαλύτερο δυνατό κοινό.

Η πραγματικότητα δηλαδή πρέπει να συμβαδίζει με τα γούστα και τις επιθυμίες των μαζών. Το αποτέλεσμα αυτής της προσαρμογής είναι ο κομφορμισμός, η ενιαία σκέψη. Μολονότι από τη μια πλευρά φαίνεται σαν η εποχή μας να ευνοεί το "έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε" όποιος τελικά διαφωνεί αλίμονό του. Ο Θεός έχει αλλάξει. Δεν έχουμε φτάσει σε μια ανυπαρξία του Θεού. Το χρυσαφένιο μάτι του Θεού μας κοιτάζει από ψηλά και προσπαθεί να κόβει οποιοδήποτε κεφάλι εξέχει.

Τέλος γινόμαστε όλοι ειδήμονες. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της μετα-αλήθειας ακριβώς γιατί μπορούμε να εκστομίσουμε οτιδήποτε. Γινόμαστε ειδήμονες σε πράγματα για τα οποία βέβαια δεν έχουμε ιδέα, ή ακόμα χειρότερα έχουμε μια μικρή ιδέα, διότι δανειζόμαστε γνώμες άλλων, ψήγματα πληροφόρησης κτλ. Μαζί με το λεξιλόγιο της πολιτικής ορθότητας, αυτού του είδους η ημιμάθεια, φτάνει σε μια ανάδειξη του καθημερινού bullshit. Το πρόβλημα για τη δημοκρατία, είναι ότι τα ψήγματα πληροφόρησης, αυτό που ονομάζαμε παλιότερα ημιμάθεια, μαζί με το λεξικό της πολιτικής ορθότητας και το καθημερινό bullshit, δεν αναδεικνύουν πολιτικούς σε θέσεις εξουσίας αλλά όπως έχουμε δει και προσφάτως καλλιτέχνες του bullshit.

Δείτε το βίντεο εδώ:

*Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι μέλος της Επιτροπής Διαολόγου