10 Ιουνίου, 2017

Η υπόθεση του Διστόμου ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων

Δημήτρης Τουτουντζόγλου

Μία από τις τακτικές που εφάρμοζε το καθεστώς το Γ ‘ Ραίχ στα εδάφη που κατείχε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν τα συλλογικά αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού. Στις 10/6/1944 Γερμανοί στρατιώτες ύστερα από τη διέλευσή τους από το χωριό Δίστομο Βοιωτίας, έπεσαν σε ενέδρα Ελλήνων ανταρτών με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 18 από αυτούς, επέστρεψαν στο χωριό και προέβησαν σε μία πράξη πρωτοφανούς αντεκδίκησης, διαπράττοντας ομαδική σφαγή του άμαχου πληθυσμού και πυρπολώντας εν τέλει το ίδιο το χωριό, καταστρέφοντάς το εκ θεμελίων. Το θέμα ανακινήθηκε από την αγωγή που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λειβαδιάς η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Βοιωτίας ως γενική εντολοδόχος των θυμάτων του Διστόμου, ζητώντας αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία και ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τα εγκλήματα των κατοχικών στρατευμάτων.

Το Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 137/1997 απόφασή του, αποφαινόμενο ότι το εναγόμενο Γερμανικό Δημόσιο δεν μπορούσε να επικαλεσθεί το προνόμιο της ετεροδικίας και κατά συνέπεια δε συνέτρεχε λόγος που να αποκλείει τη συνδρομή της διεθνούς δικαιοδοσίας του για την εκδίκαση της υπό κρίσιν αγωγής. Την προαναφερθείσα απόφαση, προσέβαλε το Γερμανικό Δημόσιο με αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1357/1999 απόφαση του Α’ Πολιτικού Τμήματος του ΑΠ, η οποία παρέπεμψε το θέμα της ετεροδικίας του αναιρεσείοντος Γερμανικού Δημοσίου στην Ολομέλεια ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος. Η Ολομέλεια του ΑΠ με την υπ. αριθμ. 11/2000 απόφασή της, με ψήφους 11 έναντι 4, κατέστησε αμετάκλητη και εκτελεστή την καταψηφιστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, επιβεβαιώνοντας σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας την ευθύνη του Γερμανικού Δημοσίου για τα εγκλήματα του καθεστώτος του Γ ‘ Ράιχ.

Ωστόσο η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του ΑΕΔ με την υπ’ αριθμ. 131/2001 απόφαση του Α’ τμήματος του ΑΠ κατόπιν αίτησης αναίρεσης του Γερμανικού Δημοσίου κατά της υπ’ αριθμ. 1122/1999 απόφασης Εφετείου Αθηνών, η οποία κρίνει σε δεύτερο βαθμό αγωγές που αφορούσαν αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα στο Λιδωρίκι Φωκίδος. Το ΑΕΔ με την υπ. αριθμ. 6/2002 απόφασή του απεφάνθη υπέρ του Γερμανικού Δημοσίου, με οριακή πλειοψηφία, δίχως όμως η απόφασή του να δύναται να ανατρέψει την αμετάκλητη 11/2000 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ. Ειδικότερα το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς(υπ. αριθμ. 137/1997 απόφαση) και η Ολομέλεια του ΑΠ (υπ. αριθμ.11/2000) νομιμοποιήθηκαν στην επί της ουσίας εξέταση της υποθέσεως, αφού αποδέχθηκαν αμφότερα την ύπαρξη της διεθνούς δικαιοδοσίας τους. Ωστόστο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στήριξε τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων στην τεκμαιρόμενη σιωπηρή παραίτηση του Γερμανικού Δημοσίου από το προνόμιο της ετεροδικίας λόγω παράβασης ius cogens διεθνούς κανόνα δικαίου, ενώ η Ολομέλεια του ΑΠ στην Ευρωπαική Σύμβαση περί Κρατικής Ετεροδικίας, η οποία καίτοι μη κυρωθείσα από την Ελλάδα, αποδίδει κατά την πλειοψηφούσα κρίση των μελών του ανωτέρω δικαστηρίου εθιμικό διεθνές δίκαιο και άρα είναι δεσμευτική.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λειβαδιάς το κράτος στερείται της δυνατότητας να επικαλεσθεί την ετεροδικία του όταν η επίδικη πράξη για την οποία ενάγεται έχει πραγματοποιηθεί κατά παράβαση κανόνα ius cogens. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι το κράτος έχει αποποιηθεί την ετεροδικία του, κανόνας που έχει ως αφετηρία γένεσής του, την απόφαση του Διεθνούς Στρατοδικείου της Νυρεμβέργης. Ως δικαιολογητική βάση του ανωτέρω κανόνα εξαίρεσης από την ετεροδικία αποτελούν οι εξής διαπιστώσεις: α) Όταν ένα κράτος παραβιάζει κανόνες διεθνούς δικαίου και μάλιστα αναγκαστικού δικαίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένα ότι θα του αναγνωρισθεί το δικαίωμα της ετεροδικίας. Συνεπώς θεωρείται ότι παραιτείται σιωπηρά από το δικαίωμα αυτό. β) Πράξεις κράτους που παραβιάζουν κανόνες αναγκαστικού δικαίου δεν έχουν τον χαρακτήρα κυριαρχικών πράξεων. Στις περιπτώσεις αυτές θεωρείται ότι το εναγόμενο κράτος δεν ενήργησε μέσα στα πλαίσια της ιδιότητάς του ως κυρίαρχου γ) Πράξεις αντίθετες προς το διεθνές αναγκαστικό δίκαιο είναι ανίσχυρες και δεν μπορούν να αποτελέσουν πηγή νομίμων δικαιωμάτων όπως αυτό της ετεροδικίας (κατ’ εφαρμογή της γενικής αρχής του δικαίου ex iuria jus non orifur) δ)Η αναγνώριση ετεροδικίας για πράξη που είναι αντίθετη προς το αναγκαστικό διεθνές δίκαιο θα ισοδυναμούσε με σύμπραξη του εθνικού δικαστηρίου στην προαγωγή μίας πράξης η οποία αποδοκιμάζεται έντονα από τη διεθνή έννομη τάξη ε) Η προβολή της ετεροδικίας για επίδικες πράξεις που τελέσθηκαν κατά παραβίαση αναγκαστικού κανόνα διεθνούς δικαίου θα αποτελούσε κατάχρηση δικαιώματος και στ) Με δεδομένο ότι η αρχή της εδαφικής κυριαρχίας, ως θεμελιώδης κανόνας της διεθνούς έννομης τάξης, είναι υπέρτερη της αρχής της ετεροδικίας, ένα κράτος που παραβιάζει την εν λόγω αρχή με αθέμιτη κατάληψη αλλότριου εδάφους, δεν είναι δυνατόν να επικαλεσθεί την αρχή της ετεροδικίας για πράξεις που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της αθέμιτης πολεμικής κατοχής. Εκ των ανωτέρω διαπιστώσεων το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ότι «υφίσταται δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, εφόσον οι πράξεις των οργάνων του γερμανικού κράτους που έλαβαν χώρα στο έδαφος της ελληνικής πολιτείας κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής κατοχής, ….. δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πράξεις κυριαρχικής εξουσίας, καθόσον φέρονται ότι τελέσθηκαν από τα παραπάνω όργανα κατά παράβαση κανόνων διεθνούς αναγκαστικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 46 του Κανονισμού της Χάγης του 1907 με αποτέλεσμα το εναγόμενο να μην απολαύει …του προνομίου της ετεροδικίας». Εν ολίγοις το δικαστήριο θεώρησε ότι οι πράξεις των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πράξεις που τελέστηκαν iure imperii δεδομένου ότι παραβιάζουν κανόνες διεθνούς αναγκαστικού δικαίου και ειδικότερα τον Κανονισμό για το δίκαιο του πολέμου που είναι προσαρτημένος στην Δ’ Σύμβαση της Χάγης του 1907. Τα γεγονότα του Διστόμου, οι συνοπτικές εκτελέσεις, οι ομαδικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις άμαχου πληθυσμού και η ισοπεδωτική καταστροφή ολόκληρου του χωριού έλαβε χώρα κατά παράβαση των νόμων και εθίμων του πολέμου ως αντίποινα στις αλλεπάλληλες επιθέσεις που είχαν υποστεί οι κατοχικές δυνάμεις από την Εθνική Αντίσταση. Η πρακτική αντιποίνων των Ναζί παραβίαζε βασικούς κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που επιτάσσουν το σεβασμό της ζωής, της τιμής, της οικογένειας και της περιουσίας του άμαχου πληθυσμού των κατεχόμενων εδαφών (άρθρο 46 Κανονισμού Χάγης 1907).

Την Ολομέλεια του ΑΠ, προκειμένου να αποφανθεί κατά την εκδίκαση της αναιρετικής αίτησης του Γερμανικού Δημοσίου εάν στοιχειοθετείται η άρση του προνομίου της ετεροδικίας του γερμανικού κράτους, απασχόλησε το θέμα της εθιμικής ισχύος της Ευρωπαικής Σύμβασης περί Κρατικής Ετεροδικίας αλλά και της αντίστοιχης Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών, της οποίας η διάταξη του άρθρου 11 προβλέπει την άρση της ετεροδικίας σε περίπτωση αδικοπραξίας του ξένου κράτους. Ειδικότερα σύμφωνα με το προαναφέρομενο άρθρο, ένα συμβαλλόμενο κράτος δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ετεροδικία του στο δικαστήριο ενός άλλου συμβαλλόμενου κράτους σχετικά με την αστική ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από αδικοπραξίες σε βάρος προσώπου ή περιουσίας ανεξάρτητα από το αν η αδικοπραξία τελέστηκε από το συμβαλλόμενο κράτος iure imperii ή iure gestionis. Επί του ανωτέρου θέματος η πλειοψηφία 15 δικαστών του ΑΠ απάντησε καταφατικά, αποφαινόμενη ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία δημιουργίας του εθίμου καθώς τα κράτη, και αν ακόμη δεν δεσμεύονται από το θετικό δίκαιο, εφαρμόζουν με πεποίθηση δικαίου την προσέγγιση της σχετικής ετεροδικίας όπως αυτή κωδικοποιείται στην Ευρωπαική Σύμβαση περί Κρατικής Ετεροδικίας. Με την άποψη αυτή συντάχθηκε ένα μέρος της θεωρίας. Αντίθετη ήταν η μειοψηφία των τεσσάρων δικαστών του ΑΠ όπως και η θεωρία στην πλειοψηφία της.

Ένα άλλο ζήτημα που εξέτασε ο ΑΠ είναι εάν η δραστηριότητα των Ενόπλων Δυνάμεων του κράτους εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των κειμένων περί ετεροδικίας δεδομένου ότι το άρθρο 31 της Ευρωπαικής Σύμβασης περί Κρατικής Ετεροδικίας αναφέρει ότι «η σύμβαση δεν θίγει ασυλίες ή προνόμια που απολαμβάνει το κράτος μέρος σε σχέση με πράξεις ή παραλείψεις των ενόπλων του δυνάμεων, όταν βρίσκονται σε αλλότριο έδαφος». Προκειμένου να αποφανθεί επί του ανωτέρου ζητήματος, η πλειοψηφία της υπ. αριθμ. 11/2000 ΟλΑΠ διαχωρίζει τις αδικοπραξίες ως αποτέλεσμα ενόπλων συρράξεων «που πλήττουν όχι αναπόφευκτα, ως ανακλαστική συνέπεια του πολέμου, τον άμαχο πληθυσμό γενικά» και σε εκείνες που πλήττουν «άτομα περιορισμένου κύκλου και συγκεκριμένου τόπου που δεν μετέχουν καθοιονδήποτε τρόπο….άμεσα ή έμμεσα, στις πολεμικές επιχειρήσεις», αποφαίνομενη ότι για την πρώτη κατηγορία αδικημάτων καλύπτονται τα κράτη από την ετεροδικία, για τη δεύτερη όμως, που περιλαμβάνει κυρίως τα εγκλήματα των οργάνων της κατέχουσας δύναμης, που τελούνται κατά κατάχρηση της κυριαρχικής του εξουσίας και συνιστούν συχνά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, δεν καλύπτονται.

Ειδικότερα ως προς την περίπτωση της στρατιωτικής κατοχής, η πλειοψηφούσα κρίση των μελών του ΑΠ δέχεται ότι δεν καλύπτονται από το προνόμιο της ετεροδικίας εκείνες οι πράξεις των οργάνων της κατέχουσας δύναμης που «τελούνται κατά κατάχρηση της κυριαρχικής τους εξουσίας, ως αντίποινα για πράξεις δολιοφθοράς αντιστασιακών ομάδων» σε βάρος συγκεκριμένων και περιορισμένου σχετικά αριθμού παντελώς αμέτοχων και αθώων πολιτών γιατί οι πράξεις αυτές αντίκεινται σε κάθε έννοια δικαίου». Ωστόσο κατά τη μειοψηφούσα κρίση των μελών του ΑΠ, στην κατά της Ευρωπαικής Σύμβασης περί Κρατικής Ετεροδικίας εξαίρεση από τον κανόνα της κρατικής ασυλίας δεν περιλαμβάνονται αδικοπραξίες από ένοπλες εν γένει συγκρούσεις διευκρινίζοντας ότι η διατύπωση είναι ευρύτατη, χωρίς να γίνεται λόγος για πολεμικές ενέργειες ή πολεμικές συρράξεις, αλλά για κάθε είδους και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις ένοπλες συγκρούσεις.

Η διχογνωμία στην κρίση των μελών της Ολομέλειας του ΑΠ οδήγησε στην παραπομπή ενώπιον του ΑΕΔ, όπου και σε αυτό οι απόψεις διχάστηκαν με συνέπεια η απόφαση να ληφθεί με οριακή πλειοψηφία μόλις μιας ψήφου. Ειδικότερα, σε αυτό παραπέμφθηκε προς επίλυση το ζήτημα αφενός του χαρακτηρισμού ως γενικώς παραδεδειγμένου κανόνα του διεθνούς δικαίου, της διάταξης του άρθρου 11 της Ευρωπαικής Σύμβασης περί Κρατικής Ετεροδικίας, που προβλέπει εξαίρεση από την ετεροδικία για αδικήματα που τελέσθηκαν ως πράξεις κυριαρχίας στο έδαφος του κράτους του forum από δράστη ευρισκόμενο στο έδαφος αυτό και αφετέρου το ζήτημα αν η εξαίρεση αυτή καλύπτει σύμφωνα με το διεθνές έθιμο, αξιώσεις αποζημίωσεων από αδικήματα που πηγάζουν μεν από καταστάσεις ενόπλων συγκρούσεων, πλήττουν όμως περιορισμένου κύκλου και συγκεκριμένου τόπου άτομα που δεν έχουν σχέση με τις ένοπλες συρράξεις και δεν μετέχουν στις πολεμικές συγκρούσεις.

Ως προς το πρώτο ζήτημα η πλειοψηφία των έξι δικαστών του ανωτέρω δικαστηρίου αποφάνθηκε ότι δεν υφίσταται διεθνής εθιμικός κανόνας κατά τον οποίο ένα ξένο κράτος μπορεί να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους του forum για αδικοπραξία που έλαβε χώρα στο έδαφος του τελευταίου από τις ένοπλες του ξένου κράτους είτε σε περίοδο ειρήνης είτε σε περίοδο πολέμου οπότε και δεν αίρεται το προνόμιο ετεροδικίας του γερμανικού δημοσίου. Συνάμα το ΑΕΔ απεφάνθη, επισημάνοντας τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ Mc Elhinney και Al Adsani /Ηνωμένου Βασιλείου, ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του διεθνούς δικαίου δεν έχει σχηματισθεί γενικώς παραδεδεγμένος κανόνας του δικαίου αυτού που να επιτρέπει, κατά εξαίρεση από την αρχή της ετεροδικίας, να εναχθεί παραδεκτώς ένα κράτος ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους για αποζημίωση από κάθε είδους αδικοπραξία που έλαβε χώρα στο έδαφος του forum και στην οποία εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο ένοπλες δυνάμεις του εναγόμενου κράτους είτε σε καιρό ειρήνης είτε σε καιρό πολέμου. Έκρινε εν προκειμένω το ΑΕΔ ότι το αλλοδαπό κράτος εξακολουθεί να απολαμβάνει το προνόμιο της ετεροδικίας όταν ενάγεται για πράξεις οι οποίες έλαβαν χώρα στο έδαφος του forum και στις οποίες είχαν εμπλακεί κατά οποιονδήποτε τρόπο οι ένοπλες δυνάμεις, χωρίς να γίνει διάκριση, εάν οι πράξεις αυτές παραβιάζουν κανόνες ius cogens ή εάν οι ένοπλες δυνάμεις ενεπλάκησαν ή όχι σε σύρραξη με άλλα ένοπλα τμήματα.

Η μειοψηφούσα γνώμη του ανωτέρω δικαστηρίου διατύπωσε την αντίθετη άποψη καταλήγοντας ότι το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Κρατικής Ετεροδικίας αποτελεί εθιμικό κανόνα διεθνούς δικαίου, ο οποίος δεν κάμπτεται όταν κρίνονται πράξεις των ενόπλων δυνάμεων ή σχετιζόμενες με τις ένοπλες δυνάμεις που αποτελούν εγκλήματα πολέμου και σε καμία περίπτωση οι πράξεις αυτές δεν εντάσσονται στην έννοια των ενόπλων συγκρούσεων. Πάρα ταύτα στο χώρο της ελληνικής έννομης τάξης η ήδη αμετάκλητη απόφαση 137/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς είναι δεσμευτικός για το γερμανικό δημόσιο εκτελεστός τίτλος, η εκτέλεση του οποίου όμως υπόκειται σε άλλους περιορισμούς όπως την ετεροδικία εκτελέσεως. Η ενδεχόμενη άρση της ετεροδικίας εκτελέσεως εξαρτάται απολύτως από τη συναίνεση του κράτους, η οποία είναι ρητή. Εκτέλεση επιτρέπεται μόνο κατά εξαίρεση και πάντως με την προηγούμενη άδεια του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Επιτακτική θεωρείται, λοιπόν, λόγω της σοβαρότητας και λεπτότητας του θέματος, η παρείσφρηση της εκτελεστικής εξουσίας, ώστε να μην διαταραχθούν οι διεθνείς σχέσεις της χώρας.

* Ο Δημήτρης Τουτουντζόγλου είναι εμπειρογνώμονας του Ποταμιού στον Τομέα Δικαιοσύνης και μέλος της Νεολαίας

Πηγή: justina.gr