25 Μαρτίου, 2015

Η ενεργειακή πολιτική πρέπει να είναι υπεύθυνη απέναντι στις επόμενες γενιές

της Χλόης Βλασσοπούλου Κάθε χάραξη δημόσιας πολιτικής είναι πολύπλοκη γιατί πρέπει να εξασφαλίζει τη συμβατότητα μεταξύ αντικρουόμενων στόχων δημοσίου συμφέροντος.

Γράφει η Χλόη Βλασσοπούλου

Κάθε χάραξη δημόσιας πολιτικής είναι πολύπλοκη γιατί πρέπει να εξασφαλίζει τη συμβατότητα μεταξύ αντικρουόμενων στόχων δημοσίου συμφέροντος (προστασία της υγείας, προστασία του περιβάλλοντος, οικονομική επιβάρυνση του προϋπολογισμού...). Υπάρχουν όμως πολιτικές των οποίων η χάραξη είναι ιδαίτερα δύσκολη γιατί οι αποφάσεις που παίρνονται σήμερα συνεπάγονται τεράστιες και άρα ανελαστικές επενδύσεις που μας δεσμεύουν έναντι των επόμενων γενεών. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η ενεργειακή πολιτική. Oι ενεργειακές πηγές που επιλέγουμε να προωθήσουμε καθορίζουν τις υποδομές στις οποίες θα επενδύσουμε, το μεγάλο κόστος των οποίων δεν μπορει να αποσβεστεί παρά με την εξασφάληση της μακροπρόθεσμης λειτουργίας τους.

Αποφάσεις που βασίζονται σε ευκαιριακές επιδοτήσεις ή σε μικροπολιτικές βλέψεις εδραιώνουν πολιτικές που δεν υπηρετούν ούτε το δημόσιο συμφέρον ούτε τις ανάγκες των επόμενων γενεών. Η απώλεια του ελέγχου στην ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών την περίοδο 2007-2013 η οποία, σε συνδυασμό με την άρνηση άρσης των στρεβλώσεων της αγοράς ηλεκτρισμού, οδήγησε στην αθέτηση των υποχρεώσεων που ανέλαβε το δημόσιο έναντι των επενδυτών αποτελεί ένα παράδειγμα. Η επικύρωση και επέκταση από την σημερινή κυβέρνηση, της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας από το λιγνίτη είναι ένα άλλο παράδειγμα. Δύο χώρες στην Ευρώπη βασίζουν επί το πλείστον την παραγωγή ενέργειας τους στο λιγνίτη: η Γερμανία (42%) και η Ελλάδα (55%). Προκειμένου να προσαρμοστεί στο νέο πακέτο ενεργειακών και κλιματικών στόχων για την Ευρώπη ως το 2030, η γερμανική κυβέρνηση έχει ήδη ξεκινήσει την ενεργειακή της στροφή. Ο υπουργός οικονομίας και ενέργειας, Sigmar Gabriel, πρότεινε τη μείωση των λιγνιτικών μονάδων προκειμένου να επιτύχει η χώρα τη δέσμευση μείωσης 40% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έως 2030 και σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ προβλέπεται, έως το 2018, η κατάργηση των επιδοτήσεων για λιγνιτικές εξορύξεις.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού ΠΑΠΕΝ για την ίδρυση νέας λιγνιτικής μονάδας "Πτολεμαϊδα 5" αλλά και για την παράταση λειτουργίας των παλαιότερων και άκρως ρυπογόνων λιγνιτικών μονάδων δεν έχει μόνο ως συνέπεια να εγκλωβίζει την Ελλάδα στην λιγνιτική εποχή σε αντίθεση με την πορεία της Ε.Ε. Οι ρύποι που εκπέμπονται από την καύση λιγνίτη έχουν αποδεδειγμένα σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία των κατοίκων λιγνιτικών περιοχών και ιδιαίτερα των νεώτερων. Οι μεγάλες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τις μονάδες αυτές συμμετέχουν άμεσα στο φαινόμενο του θερμοκηπίου με τεράστιο οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος για τις χώρες της νότιας Ευρώπης και ειδικά για την Ελλάδα. Τη στιγμή που η ενεργειακή και κλιματική ευρωπαϊκή πολιτική οδεύει σταθερά προς την ενεργειακή μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και προβλέπει τη διάθεση σήμαντικων κονδυλίων προς επίτευξη του στόχου αυτού, η Ελλάδα όχι μόνο δεν θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί αυτή την αναπτυξιακή δυναμική, αλλά θα καταστεί ταυτόχρονα ανίκανη να επιτύχει τους ευρωπαϊκούς κλιματικούς στόχους και θα επωμιστεί επιπλέον αντισταθμιστικό κόστος πληρωμής δικαιωμάτων εκπομπών αερίων ρύπων.

Mία ενεργειακή πολιτική συμβατή σε βάθος χρόνου με την δημόσια υγεία, την προστασία του περιβάλλοντος και την εθνική οικονομία, δεν μπορεί να μήν λαμβάνει υπόψη της όλα αυτά τα δεδομένα. Εάν ο λιγνίτης είναι σήμερα το "εθνικό" μας καύσιμο, πρέπει να φροντίσουμε ώστε αύριο ο ήλιος και ο αέρας που διαθέτει άπλετα η χώρα μας να γίνουν επίσης εθνικά καύσιμα. Ταυτόχρονα το πλούσιο υδατικό δυναμικό, μαζί με άλλες τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας, πρέπει να αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα προσαρμογής του ενεργειακού μας συστήματος στη μεγάλη ευρωπαϊκή ενεργειακή στροφή. Έτσι η Ελλάδα μπορεί να είναι πρωτεργάτης και όχι ουραγός μιάς "καθαρής" Ευρώπης.

* Η Χλόη Βλασσοπούλου είναι υπεύθυνη του τομέα Ενέργειας και Κλίματικής Αλλαγής

25 Μαρτίου 2015