18 Ιανουάριος, 2017

Η διαπραγμάτευση για τα εργασιακά είναι φενάκη χωρίς ανάπτυξη

Ίκαρος Κράτσας

Πριν από 20 ημέρες, στο πλαίσιο της ψήφισης του προϋπολογισμού του 2017, η νέα Υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου πραγματοποίησε την πρώτη ομιλία της στη Βουλή δηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι βρίσκεται στο πλευρό του κόσμου της εργασίας, ότι επιδιώκει την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ότι αντιστέκεται σθεναρά στην απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων που επιδιώκουν οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι και το ΔΝΤ και ότι βρίσκει συμπαράσταση από τις πολιτικές δυνάμεις και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Παράλληλα, κάλεσε την αντιπολίτευση να πάρει θέση.

Θα ήταν πραγματικά πάρα πολύ όμορφο αν η αποτελεσματική υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων ήταν μόνο ζήτημα νομικής τους κατοχύρωσης και αυστηρής εφαρμογής του αντίστοιχου νόμου. Στην πραγματικότητα η αγορά εργασίας είναι ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων αλληλεξάρτησης μεταξύ εργαζόμενων και εργοδοτών και κράτους και είναι αδύνατο να εξυγιανθεί με έναν τόσο απλοϊκό τρόπο όπως ή αντίσταση και και η “ηρωική” διαπραγμάτευση. Είναι μάταιο να νομοθετήσει κανείς για οποιοδήποτε ζήτημα όταν οι αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας θα ακυρώσουν αυτό το νομοθέτημα, ακόμα και αν δεν υπήρχε κανένας απολύτως από την ΕΕ και το ΔΝΤ που να φέρνει αντιρρήσεις σε όποια νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Όπως έχει τονιστεί από πολλούς μέσα στον τελευταίο χρόνο, μέτρα όπως λ.χ ο κατώτατος μισθός, ο οποίος είναι υψηλότερος από αυτόν που μπορεί να δώσει μια μικρομεσαία επιχείριση στους λίγους εργαζόμενους της μπορεί να  οδηγήσει σε πάγωμα των προσλήψεων ή και σε απολύσεις. Οι δε μικρομεσαίες επιχειρήσεις με δραστηριότητα μόνο στην Ελλάδα είναι πολύ πιο δύσκολο να ανταποκριθούν σε πιέσεις που τους ανεβάζουν το κόστος λειτουργίας και να παραμείνουν ανοιχτές. Οι υψηλές εισφορές είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν στην εισφοροδιαφυγή και να επιτείνουν το φαινόμενο της μαύρης εργασίας κ.ο.κ

Εξετάζοντας το ζήτημα από την σκοπιά του συνδικαλισμού και των συμφερόντων των εργαζόμενων νομίζω ότι εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι δύσκολα μπορεί ένας εργαζόμενος ή μια συνδικαλιστική οργάνωση να διεκδικήσει εκ μέρους των μελών της οτιδήποτε όταν η ανεργία είναι στο 23-24% και οι εργοδότες έχουν τη δυνατότητα να αντικαταστήσουν τους υπαλλήλους τους με άλλους που έχουν αντίστοιχα προσόντα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Συμπερασματικά, όπως και με τη διαπραγμάτευση του χρέους και των μέτρων λιτότητας που τελικά η κυβέρνηση δέχτηκε υποκύπτοντας σε ανώτερες δυνάμεις, η αντίστασή μας αναλώνεται σε τυπικά ζητήματα όπως αλλά δεν αγγίζει τα αίτια που δημιουργούν τις δυσχερείς συνθήκες στην αγορά εργασίας.

*Ο Ίκαρος Κράτσας είναι μέλος της Κοινότητας Εργασίας Νέων και της ΜΕ.ΣΥ.Α