10 Μαΐου, 2018

Η χαμένη δεκαετία

Guest Αρθρογράφος

Η τηλεοπτική μετάδοση από τη Βουλή εστιάζει στα κυβερνητικά έδρανα. Μια παρέα υπουργών μοιράζεται ένα αστείο, γελάνε. Η εύθυμη ατμόσφαιρα δεν προκαλεί εντύπωση. Η κοινή γνώμη έχει πια αντιληφθεί ότι οι μειώσεις συντάξεων και οι φόροι, αφορμή κάποτε για δραματικές συνεδριάσεις με διασπάσεις κομμάτων και αποχωρήσεις βουλευτών, τώρα ψηφίζονται με χαρούμενη αποφασιστικότητα. Η εικόνα είναι εντυπωσιακή για έναν άλλο λόγο, γιατί είναι κρυφή εικόνα, κανείς δεν βλέπει πραγματικά αυτό που πρέπει να δει.

Αν όμως κάποιος είχε φύγει από τη χώρα πριν 10 χρόνια, χωρίς καμία επαφή με ό,τι συμβαίνει έκτοτε και του ζητούσες να περιγράψει αυτή την εικόνα, τι θα έβλεπε; Έναν πρώην νεολαίο της ΚΝΕ, νυν αρχηγό του Σύριζα, ένα στέλεχος του Συνασπισμού, έναν βουλευτή της ΝΔ, τον αρχηγό της καραμανλικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, έναν υπουργό του Πασόκ, έναν σύμβουλο του Γ. Παπανδρέου και έναν συνδικαλιστή της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Το 2010, το ελληνικό σύστημα εξουσίας έδωσε τον νυν υπέρ πάντων αγώνα. Και τον κέρδισε. Ηττημένη ήταν η ελληνική κοινωνία. Με μια σκληρή, ανελέητη μάχη, διαφύλαξε όπως και όσο μπορούσε το χρεοκοπημένο μοντέλο. Προσπάθησε να εκβιάσει τη συνέχιση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, χωρίς να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις που θα έκαναν την οικονομία βιώσιμη αλλά θα μείωναν τον δικό του ρόλο. Αντιμετώπισε τους δανειστές ως αντιπάλους και με «διαπραγματεύσεις», «ισοδύναμα» και «πολιτικές λύσεις» προσπάθησε να διατηρήσει ανέπαφο το παρασιτικό σύστημα. Το πελατειακό κράτος συνεχίζει να αντιστέκεται με επιτυχία σε κάθε μεταρρύθμιση. Για να το επιτύχει, εφηύρε έναν εχθρό, τους «ξένους», ώστε να καμουφλάρει την αιτία της χρεοκοπίας και να διασωθεί.

Όποιοι, λίγοι, πολιτικοί προσπάθησαν να ψελλίσουν την αλήθεια και να οδηγήσουν την Ελλάδα στην έξοδο από την κρίση, εφαρμόζοντας έστω και σπασμωδικά τις αναγκαίες αλλαγές, στοχοποιήθηκαν ως «εχθροί του λαού», πράκτορες του Σόρρος, νεοφιλελεύθεροι, γερμανοτσολιάδες, δοσίλογοι και μερκελιστές. Η οικονομία μεταξύ 2010 και 2013 καταστράφηκε από τις δολιοφθορές, περισσότερο από ό,τι τη χτύπησε η κρίση. Η Αθήνα κάηκε, ο τουρισμός υπονομεύτηκε, άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Η τυχοδιωκτική πολιτική του ελληνικού πολιτικού συστήματος, με αποκορύφωμα το δραματικό εξάμηνο του 2015, έκανε σαφή σε όλους τον εκβιασμό της παρασιτικής κομματοκρατίας: Δεν θα δίσταζε να μετατρέψει τη χώρα σε Βενεζουέλα της Μεσογείου προκειμένου να μη χάσει τα προνόμιά της. Με οποιοδήποτε κόστος.

Όπως είχε προβλεφθεί, γλιτώσαμε την απόλυτη καταστροφή, μείναμε στο τέλμα. Η από πολλούς διαφημισμένη «επιστροφή στην κανονικότητα» σημαίνει απλώς τη σιωπηλή παρακμή. Μια Ελλάδα παρατεταμένης μιζέριας, που δήλωσε στους εταίρους της και στον κόσμο ολόκληρο, ότι αδυνατεί να ακολουθήσει τη σύγχρονη εποχή, αρνείται να αλλάξει, προτιμάει τη σταδιακή, αργή φθορά. Μια Ελλάδα των επιδομάτων.

Τίποτα από όσα ήταν στην ημερήσια διάταξη το 2010 δεν συζητιέται σήμερα. Ηλεκτρονικές προμήθειες Δημοσίου, Κτηματολόγιο, open government, Διαύγεια, συστήματα αντιμετώπισης λαθρεμπορίου καυσίμων, σκάνερ για το παραεμπόριο, Ανεξάρτητες Αρχές, όλα ακυρώνονται, αναβάλλονται, παραποιούνται, ξεχνιούνται. Συζητάμε εκ νέου τις καινούργιες προσλήψεις στο δημόσιο, την αύξηση των μετακλητών, τον διπλασιασμό Γ. Γραμματέων, τη δημιουργία περισσότερων διοικητικών δομών του κράτους. Τα πανεπιστήμια Δυτικής Αττικής και Στερεάς Ελλάδας.

Συζητάμε, δηλαδή, την πορεία προς τη Νέα Χρεοκοπία. Και αυτή τη φορά κανείς δεν θα μπορεί να πει, δεν ήξερα. Η υπερφορολόγηση χρηματοδοτεί την επέκταση του κομματικού κράτους. Το δημόσιο χρέος, σιγά-σιγά για να μην καταλαβαίνουν οι πολίτες τι συμβαίνει, μετατρέπεται σε ιδιωτικό. Όλοι οι έλληνες χρωστάνε στα ταμεία και την εφορία. Ακόμα και οι τράπεζες, αντί να χρηματοδοτούν την οικονομία, χρηματοδοτούν τους πολίτες με «φοροδάνεια» για να πληρώσουν τους φόρους. Ένα εκατομμύριο κατασχέσεις λογαριασμών το 2017.

Η παραπλάνηση έχει ημερομηνία λήξεως, όταν τελειώσουν οι καταθέσεις. Όμως το σύστημα εξουσίας πήρε παράταση, κέρδισε ήδη μια δεκαετία. Η οποία χάθηκε από τη ζωή μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ.

Συντάκτης: Φώτης Γεωργελές