14 Οκτώβριος, 2016

H αλήθεια για την Ελλάδα: Μια ελληνική τραγωδία και ένα ευρωπαϊκό δράμα

Guest Αρθρογράφος

Με αυτόν ακριβώς τον τίτλο δημοσιοποιήθηκε η έρευνα του ευρωπαϊκού κόμματος «Συμμαχία Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη» (ALDE) σε συνεργασία με το Institute for Regulatory Policy Research και «Το Ποτάμι», την οποία και παρουσίασε κατά τη διάρκεια της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο στις 4 Οκτωβρίου 2016, ο επικεφαλής του ALDE Guy Verhofstadt.

Η έρευνα εντοπίζει εύστοχα τις αιτίες που οδήγησαν στην ελληνική κρίση, που στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι άλλο από τα δομικά προβλήματα του μοντέλου οργάνωσης και λειτουργίας των ελληνικών θεσμών.

Αναλύοντας λοιπόν τα προβλήματα, στηριζόμενη σε ενδιαφέροντα στοιχεία και παραδείγματα από τoν ελληνικό δημόσιο βίο, προτείνει τέσσερις απλές αλλά αποτελεσματικές δράσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον εξορθολογισμό της λειτουργίας του κράτους, στην αποτελεσματική μεταρρύθμιση του και τελικώς στην έξοδο από την κρίση που αντιμετωπίζει.

Μετά από 6 χρόνια κρίσης, τρία μνημόνια και τα τρία συνεπαγόμενα αυτών προγράμματα προσαρμογής, η κατάσταση της Ελλάδας το 2016 περιγράφεται με αριθμούς ως εξής: το χρέος αγγίζει το 179%, η ανάπτυξη είναι μηδενική και η ανεργία φτάνει στο 25.1%.

Η ελληνική πλευρά ανταποκρίθηκε, όπως προκύπτει, με λάθος τρόπο στα οικονομικά της προβλήματα και αυτό οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι η κρίση έγινε αντιληπτή ως μια κρίση που αφορά αποκλειστικά οικονομικούς δείκτες, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια κρίση που αφορά στο μοντέλο ανάπτυξης της χώρας και τους θεσμούς της.

Δόθηκε έτσι έμφαση στη θεραπεία των συμπτωμάτων της κρίσης και όχι στην εξάλειψη των αιτιών που την προκάλεσαν. Ενδεικτικά, για το δημοσιονομικό και δημόσιο χρέος ευθύνεται η ελλιπής διακυβέρνηση και η αναποτελεσματική διοίκηση, για την οικονομική αστάθεια το πελατειακό σύστημα, για την έλλειψη πρωτογενούς πλεονάσματος η αδυναμία των θεσμών, για την αδυναμία αποπληρωμής των δανείων η έλλειψη ανταγωνιστικότητας.

Επιπλέον, σήμερα, η άνιση κατανομή των βαρών διαλύει την οικονομία και μεταθέτει όλο το βάρος στους ώμους των πολιτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μιας και το 90% των κρατικών πόρων προέρχεται από φόρους ενώ μόλις 10% εξοικονομείται από τη μείωση δημοσίων δαπανών.

Πρώτο πρόβλημα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής είναι ο χαμηλός βαθμός συμμόρφωσης στα απαιτούμενα μέτρα. Οι τομείς της δημόσιας ζωής που χρήζουν αλλαγής είναι πολλοί, ωστόσο ελάχιστοι από αυτούς έχουν τεθεί προς εξέταση και σε ακόμα λιγότερους εφαρμόστηκαν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Αυτό, συμβαίνει κυρίως, επειδή η παρακολούθηση στο ζήτημα της εφαρμογής είναι ελλιπής. Από τη μια πλευρά, η ΕΕ κάνει τα στραβά μάτια για να αποτρέψει μια ανοιχτή μάχη με την Ελλάδα και να αποφύγει να διαταράξει τις χρηματοπιστωτικές αγορές και από την άλλη, η Ελλάδα επιδεικνύει απροθυμία στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων προκειμένου να προστατεύσει ειδικά συμφέροντα στο εσωτερικό της.

Ωστόσο, για να πετύχει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα η παρακολούθηση θα πρέπει να υπάρχει, να είναι αντικειμενική και να αποτελεί κοινή αποστολή όλων των μερών της συμφωνίας.

Δεύτερο πρόβλημα αποτελεί η αθέτηση των συμφωνηθέντων για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Είναι πλέον σύνηθες φαινόμενο να συμφωνείται και να υπογράφεται η υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων και στη συνέχεια, όταν αυτά πρέπει να επικυρωθούν από το νομοθετικό σώμα, να τροποποιούνται και εν τέλει να αθετούνται έχοντας απομακρυνθεί κατά πολύ από το πνεύμα της αρχικής συμφωνίας.

Σε σύνδεση με αυτό, μπορούμε να προσθέσουμε και τρίτο πρόβλημα το οποίο έγκειται στις εσωτερικές έριδες της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία λαμβάνει αποφάσεις που ακυρώνουν εντελώς το αρχικό επιθυμητό αποτέλεσμα των συμφωνιών προσαρμογής.

Το τέταρτο πρόβλημα, αφορά την έλλειψη διαφάνειας στη διακυβέρνηση. Οι υπουργικές αποφάσεις έχουν γίνει ο κανόνας στην ελληνική διακυβέρνηση, οι οποίες ξεκίνησαν από το 3% επί πρωθυπουργίας του Γ. Παπανδρέου, αυξήθηκαν κλιμακωτά επί πρωθυπουργίας Λ. Παπαδήμου και Α. Σαμαρά στο 12% και 13% αντίστοιχα και σήμερα έχουν κορυφωθεί στο 34% επί πρωθυπουργίας Α. Τσίπρα.

Πέμπτο και σοβαρό ζήτημα, είναι οι κυβερνητικές επιθέσεις στις ανεξάρτητες αρχές της χώρας. Η κυβέρνηση επιτίθεται κατά ανεξάρτητων αρχών και θεσμών που προστατεύονται από το Σύνταγμα και μεταφέρει τις αρμοδιότητές τους στους υπουργούς. Ενδεικτικά, 4 από τις 9 ανεξάρτητες αρχές δεν έχουν πρόεδρο ενώ η θητεία για 50 από 86 μέλη των διοικητικών συμβουλίων τους έχει λήξει.

Τέλος, έκτο εμπόδιο που αντιμετωπίζει η Ελλάδα στο δρόμο της προς την αλλαγή είναι το γεγονός ότι η δημόσια διοίκηση εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να ελέγχεται από τα κόμματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι οι νόμοι για την «απο-πολιτικοποίηση» της δημόσιας διοίκησης άλλαξαν την τελευταία στιγμή αντιστρέφοντας ολόκληρο το σκοπό τους και αφήνοντας στη θέση τους γενικούς γραμματείς υπουργείων που προέρχονται από τα πολιτικά κόμματα.

Θα μπορούσε λοιπόν το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής που υπεγράφη να δώσει λύση σε όλα τα παραπάνω; Το ποσό χρηματοδότησης του προγράμματος αγγίζει τα 86 δις ευρώ, έχει χρονικό ορίζοντα 3 ετών και εμπεριέχει κάποιους καλούς στόχους όπως η τόνωση της ανταγωνιστικότητας και ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν 4 λόγοι που προμηνύουν την αποτυχία του κι αυτό διότι: δεν δίνει έμφαση στη βελτίωση της διακυβέρνησης, σε πιο αποδοτικούς θεσμούς και κυρίως στην εξάλειψη των πελατειακών σχέσεων που υπονομεύουν την οικονομία, περιέχει φορολογικά και οικονομικά μέτρα που οδηγούν μόνο σε υπερ-φορολόγηση στραγγαλίζοντας την οικονομία, είναι δομικά πολύπλοκο και τέλος επειδή η κλασσική συνταγή του ΔΝΤ «το ίδιο κοστούμι ταιριάζει σε όλους» έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική και ειδικά στην ελληνική περίπτωση.

Ένας νέος δρόμος για την Ελλάδα, μια νέα προσέγγιση για την Ευρώπη

Είναι σαφές ότι πρέπει να ακολουθηθεί νέα προσέγγιση στο ελληνικό πρόβλημα που θα οδηγήσει σε αποτελεσματική και οριστική λύση. Πρέπει να απαλλαγούμε από την πάγια αντίληψη των προηγούμενων μνημονίων που εστιάζουν στα συμπτώματα και όχι την αιτία των προβλημάτων. Χρειαζόμαστε ένα νέο κοινό σχέδιο Ελλάδας-ΕΕ για τον δραστικό εκσυγχρονισμό της χώρας και επίσης μια νέα πρωτοβουλία για τη διακυβέρνηση της ευρωζώνης εν γένει.

Ο πυρήνας αυτού του προγράμματος θα μπορούσε να βασίζεται σε 4 δράσεις για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, την ώθηση της οικονομίας και την προσέλκυση νέων επενδύσεων.

Πρώτη δράση θα έπρεπε να είναι η άρση των εμποδίων και η επένδυση στην ανάπτυξη. Η Ελλάδα θα πρέπει να εξαλείψει τα πολλά νομικά, ρυθμιστικά και διοικητικά εμπόδια στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών (π.χ. πραγματικό άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων) και να δημιουργήσει ένα πιο ευνοϊκό κλίμα για τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Θα πρέπει ακόμη να αυξηθεί η χρηματοδότησή της από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων προς ενίσχυση των νεοσύστατων και μικρομεσαίων επιχειρήσεών της, καθώς επίσης και να θεσμοθετηθεί στοχευμένη μείωση φόρων για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και ιδιαίτερα των ΜμΕ.

Δεύτερη δράση θα πρέπει να αποτελέσει η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης μέσω της καταπολέμησης των πελατειακών σχέσεων. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίτευξη αυτής της μεταρρύθμισης είναι η αποπολιτικοποίηση της διοίκησης και η θέσπιση συστήματος αξιολόγησης για τους δημοσίους υπαλλήλους, η θέσπιση διαφανούς κανονισμού για το δανεισμό των κομμάτων και των ΜΜΕ και τέλος η πολυπόθητη μετάβαση στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση.

Τρίτη απαραίτητη μεταρρυθμιστική δράση είναι ο εκσυγχρονισμός του δικαστικού συστήματος. Θα πρέπει να επιτευχθεί ψηφιοποίηση του συστήματος, εφαρμογή κωδικοποίησης και εκσυγχρονισμός του νομικού πλαισίου, επιλογή των ανώτατων δικαστικών χωρίς κομματικά κριτήρια και τέλος αναμόρφωση και ενίσχυση της επιβολής του νόμου εν γένει, ιδίως όσον αφορά σε νομοθετήματα προστασίας της ιδιοκτησίας και των επενδυτών.

Τέταρτη και άκρως αναγκαία δράση συνιστά η φορολογική μεταρρύθμιση. Υφίσταται η ανάγκη για σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, για αύξηση του αριθμού των συναλλαγών που πραγματοποιούνται μέσω πιστωτικών και τραπεζικών καρτών, καθώς και για επιβολή ηλεκτρονικής δικτύωσης όλων των ελεγκτικών αρχών και για συνολική εφαρμογή ηλεκτρονικού συστήματος έκδοσης αποδείξεων.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η συγκεκριμένη παρουσίαση δεν περιέχει κάποια εξωπραγματική συνταγή που δεν είχαμε φανταστεί έως τώρα. Η λύση έρχεται πάντα με την εξάλειψη της ρίζας κάθε προβλήματος. Αυτό είναι που για χρόνια προσπαθούν να μας πείσουν οι εξωτερικοί παρατηρητές της ελληνικής κρίσης.

Εμείς ωστόσο, συνηθισμένοι καθώς είμαστε στο δράμα, περιμένουμε ως τραγικοί πρωταγωνιστές τον «από μηχανής θεό» να μας σώσει αγνοώντας την αλήθεια που οι θεατές του ελληνικού δράματος γνωρίζουν από τις κερκίδες.

Αντίθετα με τον χαρακτηρισμό “unreformable state” που μας έχουν αποδώσει στο εξωτερικό, δηλαδή κράτος ανεπίδεκτο αλλαγής, η Ελλάδα είναι ικανή να αλλάξει μόνη της τη μοίρα της, απλώς διορθώνοντας τα κακώς κείμενα που καθιστούν τον κρατικό της μηχανισμό, δυσλειτουργικό, αναποτελεσματικό και εν τέλει αποτυχημένο.

Με αυτόν τον τρόπο η ελληνική τραγωδία, μπορεί να καταλήξει σε happy end, αν αφήσουμε για λίγο στην άκρη το θέατρο και αποφασίσουμε ότι θα προχωρήσουμε στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, που θα μας οδηγήσουν στην κάθαρση και τη λύτρωση.

Πηγή: EuropeanBussiness.gr

Αρθρογράφος: Αλεξάνδρα Κτίστη