19 Μάιος, 2019

Γιατί στην Ελλάδα δεν παίρνουμε Νόμπελ στα οικονομικά (και γιατί δεν θα πάρουμε ούτε και τώρα)

Πλάτωνας Τήνιος

Τώρα που η οικονομική επιστήμη επίσημα γιορτάζει τα εννιά χρόνια της κρίσης στην Ελλάδα, ας μου επιτραπεί ένα συντεχνιακό παράπονο. Και εμείς οι οικονομολόγοι ψυχή έχουμε.

Αν και μικρή χώρα, έχουμε δύο βραβεία Νόμπελ στη ποίηση. Και κανένα στα Οικονομικά. Και αυτό παρά το ότι η Ελληνική οικονομία κυριαρχούσε στα παγκόσμια πρωτοσέλιδα πολύ περισσότερο από ότι ο Σεφέρης στην Ποίηση. Το ίδιο ισχύει και για το Βραβείο Λένιν, πού ενώ το έδωσαν στον Ρίτσο, ο Ευκλείδης ακόμη πασχίζει να αποφύγει το βραβείο Χάγιεκ. Γιατί τέτοια γκίνια;
Δεν υπάρχει συνωμοσία, ούτε επιβουλή.

Το πρόβλημά μας είναι πιο πεζό. Παρά την δημοσιότητα, το «Ελληνικό πρόβλημα» δεν ήταν παρά ένα σύνολο από προφανή προβλήματα, το καθένα με οφθαλμοφανή λύση. Η διατύπωση του ‘τι δέον γενέσθαι΄ απαιτούσε οικονομικά επιπέδου πρώτου έτους. Η ‘μαεστρία’ στην οποία διακριθήκαμε ως Έθνος ήταν η ευκολία με την οποία αγνοούσαμε το πρόβλημα και αναβάλαμε κάθε λύση.

Θα αναφέρω τρία παραδείγματα. Στο ασφαλιστικό, δεν χρειαζόντουσαν 200 ταμεία, ούτε ισόβιες συντάξεις οι άγαμες θυγατέρες διευθυντών του Δημοσίου. Στα εργασιακά, δεν μπορούσαμε να επιβάλουμε την εξίσωση μισθών με το Λουξεμβούργο, ούτε να νομίζουμε ότι μπορείς να νομοθετείς σαν να εργάζονται όλοι στην ΔΕΗ. Το τρίτο πεδίο, το εθνικό χρέος, υποτίθεται ότι πρέπει να λειτουργεί ως το θερμόμετρο που προκαλεί τον ιατρικό συναγερμό. Εκεί, αλήθεια, ήμαστε πιο ευρηματικοί: Μετατοπίσαμε την κλίμακα (‘μαγειρέματα’) και βρίσκαμε λόγους γιατί το ροδοκοκκίνισμα του πυρετού στην πραγματικότητα δείχνει ρωμαλέα κράση.

Οι οικονομίες μαθαίνουν όταν αναγκάζονται να αποκαταστήσουν τα σπασμένα. Εμείς φωνάξαμε την τρόικα, όπως καλούν κάποιοι συνεργείο καθαρισμού. Ίσως από δημοκρατική ευαισθησία εκείνοι δεν μας ανέφεραν ότι χρειαζόμαστε ανακατασκευή – αφού τις μετασκευές τις σχεδιάζουν μηχανικοί και αυτοί απαιτούν εντολές από τον ιδιοκτήτη. Σε κάθε περίπτωση, εμείς αφήναμε τα συνεργεία να κάνουν την δουλειά τους, αρκούμενοι σε σποραδικές αυστηρές παρατηρήσεις (για να μην ξεχνιόμαστε).

Έτσι, εννιά χρόνια μετά, μαζεύτηκαν οι σκούπες και τα απορρυπαντικά, επιστράφηκαν στον ιδιοκτήτη τα κλειδιά της εξώπορτας (αν και όχι της εισόδου υπηρεσίας) και οι ιδιοκτήτες αναλαμβάνουμε ξανά. Το σπίτι είναι καθαρό, αλλά τα δομικά προβλήματα παραμένουν.

Το θέμα είναι ότι τόσα χρόνια, όσο νουθετούσαμε τα συνεργεία, δεν φροντίσαμε να διδαχτούμε. Συνεπώς, εδώ τα εννιάχρονα της κρίσης θυμίζουν 2009. Την εμπειρία της κρίσης, φαίνεται, την πήρε μαζί της η τρόικα. Το φταίξιμο το χρεώνει η μια πολιτική παράταξη στην άλλη, και όλοι μαζί συμπεριφέρονται σαν να αρκεί να αλλάξουμε το ποιος θα κάτσει στις κυβερνητικές καρέκλες. Η πολιτική έχει το πάνω χέρι, υπαγορεύοντας στην οικονομία τι θα γίνει και πότε, τι μπορεί να λέγεται και τι να αφήνουμε για αργότερα. Όπως και πριν.

Γυρίζοντας στα τρία προφανή προβλήματα, αντί για λύσεις αναζητούμε ‘πώς να ρίξουμε την μπάλα έξω’. Στο ασφαλιστικό σπεύδουμε να μοιράσουμε χρήματα με δικαστικές αποφάσεις, ενώ η απλούστευση διαδικασιών με μαγικό τρόπο απαιτεί διπλάσιο προσωπικό. Στα εργασιακά, καθώς επιστρέφει η μετενέργεια, το όνειρο παραμένει ο διορισμός στο Δημόσιο. Για το ‘μέλλον της εργασίας’ αποφασίζει το συνδικάτο των ταξί. Ως προς το χρέος, συνεχίζεται η απηνής δίωξη του Ανδρέα Γεωργίου. Η διαχείριση του χρέους ανακάλυψε το νέο τρυκ της συσσώρευσης υπερπλεονασμάτων ως τις εκλογές, σχεδιασμένων όμως να εξαντληθούν μόλις αναλάβει ο αντίπαλος.

Άρα, ούτε στο μέλλον θα δικαιωθεί η Ελλάδα με βραβείο Νόμπελ στα οικονομικά. Ως μερική αποζημίωση, όμως, ούτε και η Τρόικα δεν θα πάρει τίποτε.

*Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά & μέλος της επιτροπής διαλόγου.

Πηγή: Καθημερινή