22 Αύγουστος, 2016

Γιατί ο αθλητισμός αντέχει στην κρίση;

Γιώργος Μαυρωτάς

Αξιοκρατία. Η μεζούρα και το χρονόμετρο δεν λένε ποτέ ψέματα

Τελείωσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Ρίο με την Ελλάδα να κατακτά 3 χρυσά μετάλλια, 1 αργυρό και 2 χάλκινα, μια πολύ καλή επίδοση για μια χώρα 10εκ. που βιώνει μια παρατεταμένη οικονομική κρίση.

Μια επίδοση σαφώς καλύτερη από το Πεκίνο το 2008 και το Λονδίνο το 2012 όταν ακόμα τα σημάδια της κρίσης δεν ήταν τόσο έντονα και οι αγελάδες ήταν ακόμα παχιές. Πώς γίνεται λοιπόν και ο αθλητισμός αντέχει κι επιβιώνει στην κρίση; Κατά τη γνώμη μου οφείλεται στους παρακάτω λόγους:

Η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική είναι και κρίση αξιών. Στον αθλητισμό όμως υπάρχουν αξίες που αντέχουν, που δεν μπορείς να τις παραχαράξεις. Πρώτη και βασική ότι τα αγαθά κόποις κτώνται, η προσπάθεια, η επιμονή είναι η βασική κινητήριος δύναμη.

Υπάρχει και το οικονομικό ζήτημα που μπορεί να βελτιώνει τις συνθήκες και να δημιουργεί κίνητρα, αλλά τελικά δεν παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο. Αντίθετα, η αντοχή στις αντιξοότητες είναι κάτι που οι αθλητές αρχίζουν να το μαθαίνουν από την πρώτη τους προπόνηση και δεν σταματούν να το μαθαίνουν ποτέ. Το «πέφτω και ξανασηκώνομαι» είναι το βασικό μάθημα από τον αθλητισμό, που έτσι έχει μπει στην κρίση «προπονημένος».

Ο αθλητισμός είναι συνυφασμένος με την αξιοκρατία. Η μεζούρα και το χρονόμετρο δεν λένε ποτέ ψέματα. Κι ας είσαι το παιδί του Ροκφέλερ ή ο γιός του κομματάρχη, αν δεν πάρεις το οk από τη μεζούρα και το χρονόμετρο δεν προχωράς.

Δεν μπορείς να γίνεις πρωταθλητής με «μέσο» ή ρέκορντμαν με γνωριμίες. Ο κάθε «ανώνυμος» πιτσιρικάς θα προχωρήσει αν είναι καλός, ανεξάρτητα από το πώς τον λένε ή ποιόν ξέρει ο μπαμπάς του. Άλλωστε, αν δείτε και τους πρόσφατους Ολυμπιονίκες μας, είναι παιδιά οικογενειών χωρίς ιδιαίτερη οικονομική επιφάνεια, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι όσοι αξίζουν, μπορούν να φθάσουν μέχρι την κορυφή. Αυτό άλλωστε σημαίνει αξιοκρατία.

Η στοχοθεσία και ο προγραμματισμός είναι επίσης χαρακτηριστικά που μαθαίνεις στον αθλητισμό. Ο οδικός χάρτης προς την επιτυχία περνάει μέσα από λεπτομερές σχέδιο, όπου πρέπει να ξέρεις τι θα κάνεις κάθε μέρα για τον επόμενο χρόνο ή και παραπάνω. Και κάθε μέρα πρέπει να δίνεις τον καλύτερο εαυτό σου, για να μπορέσεις να το κάνεις αυτό και στον στόχο, στους αγώνες.

Επίσης, στον αθλητισμό μετράνε οι πράξεις κι όχι τα λόγια. Οι επιδόσεις κι όχι οι υποσχέσεις. Και ειδικά στον αθλητισμό οι άνθρωποι που ηγούνται, είτε προπονητές, είτε αρχηγοί ομάδων, θα πρέπει να εμπνέουν κι όχι απλώς να πείθουν. Κάντε την αντιπαραβολή με άλλους τομείς της κοινωνίας μας για να συγκρίνετε και να προβληματιστείτε.

Ένας τέταρτος λόγος είναι ότι με την οικονομική κρίση ξεχώρισε η ήρα από το στάρι σε ότι αφορά τους ανθρώπους που ασχολούνται με τον αθλητισμό. Έμειναν όσοι τον αγαπούσαν πραγματικά κι είχαν το μεράκι να βοηθήσουν κι όσοι τυχόν τον έβλεπαν ως πεδίο «αρπαχτής» κι εύκολου πλουτισμού μετανάστευσαν, ως επί το πλείστον, σε άλλους χώρους. Ειδικά αυτό συνέβη στα λιγότερο δημοφιλή αθλήματα που άντεξαν επειδή υπηρετήθηκαν από ανθρώπους με μεράκι και αγάπη, που δεν το έβαλαν κάτω μπροστά στα προβλήματα.
Σε ό,τι αφορά τους αθλητές υψηλού επιπέδου που διεκδίκησαν ή πήραν το εισιτήριο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής ένα μοντέλο υποστήριξης που στηρίχτηκε κυρίως σε χορηγίες.

Υπήρξαν οι «αθλητικές υιοθεσίες» αθλητών από διάφορες εταιρίες ώστε να τους παρέχουν όσα δεν μπορούσε να τους εξασφαλίσει η πενιχρή κρατική χρηματοδότηση για την προετοιμασία. Ένα υβριδικό μοντέλο δηλαδή που, εκ του αποτελέσματος, φαίνεται ότι δούλεψε πολύ ικανοποιητικά. Ίσως θα πρέπει να το σκεφτούμε και για το μέλλον πώς μπορεί να επεκταθεί δημιουργώντας συμπράξεις δημόσιου κι ιδιωτικού τομέα και στην αθλητική προετοιμασία.

Τα αποτελέσματα λοιπόν ήταν καλά για τη χώρα μας σε ό,τι αφορά τα μετάλλια (υπήρχαν βέβαια κι άλλες χαμηλότερες αλλά διόλου ευκαταφρόνητες διακρίσεις στην κωπηλασία, ιστιοπλοΐα, πόλο κλπ ).

Κατά τη γνώμη μου όμως το κριτήριο αθλητικότητας μιας χώρας δεν είναι μόνο ο πίνακας μεταλλίων των Ολυμπιακών Αγώνων. Είναι κυρίως το πόσοι πολίτες ασχολούνται ενεργά με τον αθλητισμό. Δεν αναφέρομαι μόνο σε ενήλικους αλλά (κυρίως) και σε παιδιά. Θεωρώ λοιπόν ότι ο υψηλός αθλητισμός, ο πρωταθλητισμός και ο αθλητισμός είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

Αν δεν υπάρξει η Κορακάκη, ο Πετρούνιας, ο Γιαννιώτης, η Στεφανίδη και τα άλλα παιδιά, πώς θα προσελκύσουμε παιδιά στη σκοποβολή, στη γυμναστική, στο κολύμπι, στο στίβο;

Όπως έγινε το 1987 με τον Γκάλη και την ομάδα μπάσκετ και το 1992 με τον Πύρρο και τη Βούλα; Οι αφίσες τους κόσμησαν πολλά παιδικά δωμάτια, θρέφοντας όνειρα που κατέληξαν σε μετάλλια. Κι από την άλλη, αν δεν πάνε παιδιά στα σκοπευτήρια, στα γυμναστήρια, στα κολυμβητήρια πώς θα αναδειχθούν οι νέοι πρωταγωνιστές στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024, 2028, 2032…; Ειδικά όταν όλα αυτά τα αθλήματα είναι «ως μη γενόμενα» για τα περισσότερα αθλητικά ΜΜΕ που ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το στοίχημα και τι είπε ο ένας αθλητικός παράγοντας για τον άλλο…

Κλείνω με μία πρόταση που έκανε το Ποτάμι: Να μιλήσουν οι πρωταγωνιστές σε μια ειδική συνεδρίαση τον Σεπτέμβριο στη Βουλή αφιερωμένη στους ανθρώπους που μας έκαναν περήφανους αυτό το καλοκαίρι. Να τιμήσουν τη Βουλή και να τιμηθούν από αυτή. Και να μιλήσουν στο ανώτατο θεσμικό επίπεδο για την εμπειρία τους, για πράγματα που συνήθως κρύβονται πίσω από τη λάμψη των μεταλλίων. Τι πήγε καλά, τι δεν πήγε, πώς ξεπέρασαν τις δυσκολίες, τι θα μας προέτρεπαν.

Πιστεύω ακράδαντα ότι τέτοια πρότυπα θα πρέπει να αναδεικνύονται σε μια εποχή κρίσης αξιών. Υπάρχει ένα ανθρώπινο κεφάλαιο που πρέπει να το αξιοποιήσουμε αντλώντας συλλογικά μαθήματα από τη συμπεριφορά τους και την πορεία τους. Κι αυτό έχει άλλο κύρος αν γίνεται στα πρωινάδικα κι άλλο από το βήμα της Βουλής…

Πηγή: Athens Voice

* Ο Γιώργος Μαυρωτάς είναι βουλευτής Αττικής.