2 Νοεμβρίου, 2014

Για να ξεπεράσουμε την κρίση πρέπει να αλλάξουμε και εμείς

Το Ποτάμι

"Το Ποτάμι δημιουργήθηκε γιατί υπάρχει βαθιά κρίση των αξιών στην χώρα μας , κρίση που αγγίζει και τη δημοκρατία μας. Έχουμε καταλάβει στο Ποτάμι πως βρισκόμαστε ως κοινωνία σε αδιέξοδο και αν δεν αλλάξουμε και εμείς οι ίδιοι δεν θα μπορέσουμε να αλλάξουμε ούτε τη χώρα".

Με αυτά τα λόγια ο επικεφαλής του Ποταμιού Σταύρος Θεοδωράκης υποδέχτηκε στη σκηνή του Acro τον φιλόσοφο Στέλιο Ράμφο για να δώσει τις δικές του απαντήσεις στα αδιέξοδα της ελληνικής κοινωνίας. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη, 1.500 άνθρωποι παρακολουθούσαν επί δυόμιση ώρες τον Στέλιο Ράμφο να αναλύει γιατί η παρακμή και οι συμπεριφορές που μένουν πεισματικά ίδιες είναι ο άξονας του προβλήματός μας. Ο Έλληνας φιλόσοφος μίλησε για βαριά προβλήματα και για έκπτωση του αξιακού συστήματος, “δεν μπορούμε πιά να διαχωρίσουμε τι είναι καλό και τι κακό, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε. Ζούμε σε μια κοινωνία που μαραίνεται διαρκώς, γιατί δεν έχει τρόπο να ποτιστεί στις ρίζες της. Οι δεσμοί αίματος, τα σόγια, από τα οποία περνάει κάθε εκλογική επιτυχία, οδηγούν το μερικό να κυριαρχεί του κοινού συμφέροντος. Ζούμε σε ένα τοξικό νέφος σε ένα πνιγηρό παρόν “, είπε ο Στέλιος Ράμφος.

Για να δείτε ολόκληρη την εκδήλωση πατήστε εδώ

‘Οταν τελείωσε την ομιλία του ο Στέλιος Ράμφος, ανέβηκε στη σκηνή ο Σταύρος Θεοδωράκης και του έθεσε το έρωτημα ποιό είναι το ποσοστό του καινούργιου που πρέπει να υπάρξει για να φύγουμε μπροστά . Ο Στέλιος Ράμφος απάντησε πως το μεγάλο ζητούμενο είναι η αλλαγή στη νοοτροπία του Ελληνα. “Αν με ένα μαγικό τρόπο”, είπε “εξαφανιζόταν το δημόσιο χρέος μας αλλά εμείς συνεχίζαμε να έχουμε την ίδια νοοτροπία , την ίδια συμπεροφορά τι μας εγγυάται ότι σε 15 , 20 χρόνια δεν θα πτωχεύσουμε ξανά;”.

Στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα ήταν οι ευρωβουλευτές του Ποταμιού Γιώργος Γραμματικάκης και Μίλτος Κύρκος, πολλά στελέχη του Κινήματος, οι 51 υπεύθυνοι τομέων πολιτικής καθώς επίσης και οι: Άγγελος Δεληβορριάς, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Νίκος Ξυδάκης, Αντώνης Καφετζόπουλος, Κατερίνα Ζαχαροπούλου, Σωτήρης Γκορίτσας, Γιώργος Ρωμαίος, Τάκης Σπυριδάκης, Νίκος Ορφανός,Πέτρος Τατσόπουλος, Γρηγόρης Ψαριανός, Αντιγόνη Λυμπεράκη, Παναγιώτης Καρκατσούλης, Κατερίνα Μάρκου, Τάκης Φραγκούλης, Αντώνης Κοκόσης, Αντώνης Παπαρίζος.

Δείτε φωτογραφίες από την εκδήλωση:

6I1A1681
ramofs 4
6I1A1702

Φωτογραφίες: Θοδωρής Μανωλόπουλος

Διαβάστε την πλήρη απομαγνητοφώνηση:

Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Το κυριακάτικο ξύπνημα ξέρεις παίρνει κάποιες παρατάσεις! Υπάρχει αρκετός κόσμος ακόμη απ’ έξω, να επισπεύσει γιατί θα αρχίσουμε.
Φίλοι μου, σας ευχαριστώ που είστε σήμερα εδώ, σας ευχαριστώ και εκ μέρους του κ. Ράμφου. Δεν θέλω να στενοχωρηθώ και να σας ρωτήσω ποιοι έχετε έρθει για τον Ράμφο και ποιοι έχετε έρθει για εμένα! Περίμενα κάτι πιο μεγάλο στη σκηνή. Ένα πόντιουμ από αυτά τα ωραία που βάζουν τα κόμματα, ένα σκηνικό -αυτό είναι το παλιό μας, αυτό της παρουσίασης- ένα μεγάλο σκηνικό που να λέει «Το Ποτάμι δεν γυρίζει πίσω», μια μεγάλη φωτογραφία μου… Νομίζω ότι οι διαφημιστές παίρνουν τα λεφτά και δεν κάνουν τη δουλειά.
Να σας πω μια ιστορία. Όταν ξεκινούσαμε το Ποτάμι και υπήρχε μια αναταραχή σε διάφορους κύκλους των παλαιών κομμάτων κυρίως, υπήρχε μια δημοσιογραφική και πολιτική παρέα ένα βράδυ και κάποιος δημοσιογράφος αντικειμενικά επεσήμανε ότι «ρε παιδί μου, αυτοί οι άνθρωποι βγήκαν, έχουν απόψεις, ξέρουν τι λένε, τι γίνεται;» και σηκώνεται ένας αστέρας του παλιού συστήματος, όχι και πολύ αστέρας αλλά τέλος πάντων ένας άνθρωπος του παλιού συστήματος και λέει «Παιδιά, το Ποτάμι το ετοιμάζουν 60 διαφημιστές έξι μήνες τώρα!». Και μάλιστα για να είμαι ακριβής, είπε τη φράση «Οι 60 μεγαλύτεροι διαφημιστές της Ευρώπης»!! γιατί έχει ένα μεγαλύτερο κύρος αυτό.
Έχουμε τους 60 μεγαλύτερους διαφημιστές της Ευρώπης και δεν μας έχουν φτιάξει ένα καλύτερο σκηνικό.
Το Ποτάμι βέβαια όπως ξέρετε βγήκε για άλλο λόγο. Βγήκε γιατί υπήρχε μια μεγάλη κρίση του πολιτικού συστήματος και επιτρέψτε μου να πω μια κρίση δημοκρατίας, που δεν είναι μόνο ένα ελληνικό ζήτημα, είναι ένα πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο ζήτημα. Μια κρίση δημοκρατίας, που έχει τρεις για εμένα εκφράσεις.
Το ένα είναι η κρίση συμμετοχής και η κρίση εκπροσώπησης ότι ο κόσμος δε συμμετέχει και δεν είναι και ευχαριστημένος από αυτούς που τον εκπροσωπούν. Εδώ είναι πάρα πολύ εύκολα τα πράγματα, δεν μπορεί να πει κανείς τίποτε, δεν υπάρχει δηλαδή λόγος να το αποδείξουμε. Είναι γεγονός.
Τα ποσοστά όσων συμμετέχουν στις εκλογές μειώνονται όσο πάει, οι άνθρωποι που αποφασίζουν να μπουν στην πολιτική είναι όσο το δυνατό κάθε τόσο και πιο λίγοι και μπαίνουν στην πολιτική κάποιοι που θεωρούν ότι μπορούν να είναι λίγο πιο σίγουρο ότι μπορούν να μπουν στην πολιτική, είτε επειδή είναι γνωστοί είτε επειδή είναι πλούσιοι. Εγώ είμαι στην πρώτη κατηγορία. Η μία μορφή κρίσης της δημοκρατίας είναι αυτό.
Το άλλο είναι οι ανισότητες που μεγαλώνουν. Διάβασα ένα πρόσφατο στοιχείο μου το έστειλε ένας φίλος που τα μελετά πολύ καλά, ακόμη κι αυτά τα χρόνια της κρίσης είναι φανερό ότι η ψαλίδα αυτό που λέγαμε παλιά μεγαλώνει και αυτοί που αυξάνουν τα πλούτη τους είναι το 1% του κόσμου και μένει το 20, το 30, το 50% ανάλογα τη χώρα και τι οικονομία έχει, που φτωχαίνει, φτωχαίνει. Μια οικονομική ανισότητα που οδηγεί και σε μια οικονομική αναποτελεσματικότητα, που είναι πολύ σοβαρό δηλαδή γίνεται ένας φαύλος κύκλος και θα έχουμε χειρότερη οικονομία, άρα λιγότερα έσοδα λιγότερα λεφτά για την κοινωνία.
Είπαμε την κρίση εκπροσώπησης που είναι κρίση και συμμετοχής, την οικονομική ανισότητα την απουσία δικαιοσύνης και το τρίτο είναι η απονομιμοποίηση των ελίτ, των δημοσιογράφων των συνδικαλιστών των πολιτικών των καθηγητών. Υπάρχει μια χαοτική αμφισβήτηση η οποία δεν οδηγεί σε συμπεράσματα.
Αυτές είναι οι δικές μου τρεις επισημάνσεις γι’ αυτό που ονομάζουμε κρίση της δημοκρατίας. Και κάπου εδώ ο λόγος στον κ. Ράμφο.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Πολύ απότομα!
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Η συμφωνία ήταν αυτή: να μιλήσω λίγο, να μιλήσετε πολύ και μετά να ξαναμιλήσουμε οι δυο μας.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Σωτήρη ακούγεται; Ακούγεται…
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ο Σωτήρης, που επικαλείται ο κ. Ράμφος είναι ο Σωτήρης Γκορίτσας, θα πρέπει να σας πω ότι…. Να το πω εγώ ή θα το πείτε εσείς; Λέω για τη συνάντηση.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Άστο θα το πω εγώ.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ωραία. Τα καλά τα έχει κρατήσει!
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Είναι για το ιστορικό της εκδήλωσης σήμερα, η οποία αποφασίστηκε στα καλά καθούμενα προ είκοσι ημερών όταν είχαμε βρεθεί στο «Αλάτσι» ένα μεσημέρι, είχε προηγηθεί πριν μια δυο μέρες μια συνέντευξη του Σταύρου Θεοδωράκη βραδινή «Στον Ενικό» και ανταλλάσσαμε σκέψεις.
Του έλεγα του Σταύρου «δεν πρέπει να είσαι τόσο αμυντικός. Σε ρωτάνε οι δημοσιογράφοι διάφορες σαχλαμάρες και αισθάνεσαι την ανάγκη και την υποχρέωση να βρεις μια λύση προς τη μέση, ενώ θα μπορούσες να τους πεις “εσάς ποιος σας βάζει, αν με βάζουν άλλοι;”».
Εν πάση περιπτώσει η συζήτηση προχώρησε και μου λέει «και τι λέμε;» του λέω «το πράγμα είναι ολοφάνερο, πρέπει να μιλήσουμε για την παρακμή». Η παρακμή είναι ο άξονας του προβλήματος σήμερα, όχι το οικονομικό δημοσιονομικό, αλλά η παρακμή μιας χώρας η οποία από χρόνια τώρα κατευθύνεται και βυθίζεται σιγά – σιγά δημιουργώντας παράπλευρες απώλειες, του στιλ οικονομική κρίση.
Όχι ότι πια αυτή την ώρα δεν οφείλει κανείς να σταθεί σε αυτό το τόσο βασανιστικό θέμα, αλλά ότι συνεχώς θα χάνει προσανατολισμό, εάν δεν το συνδέει με γενικότερο φαινόμενο. Και μάλιστα κάποια στιγμή του λέω «εντάξει έστω ότι με έναν μαγικό τρόπο εξαφανίζεται το δημόσιο χρέος, παύει να υπάρχει. Τι μας εγγυάται ότι σε 15-20 χρόνια δεν θα το ξανάχουμε στο ακέραιο;». Γιατί; Διότι το ’74 όταν έφυγε η χούντα, άφησε 0 δημόσιο χρέος, απολύτως 0. Επί διακυβερνήσεως Καραμανλή πήγε περίπου κάπου στο 30% και κάτι, επί Ανδρέα Παπανδρέου πήγε στο 65% ίσως και παραπάνω, επί Μητσοτάκη βρεθήκαμε κάποια στιγμή στο αδιέξοδο να δανειστούμε και κάπως έγινε και έγινε ο δανεισμός και βγήκαμε από την στενωπό και μετά τα υπόλοιπα τα ξέρουμε.
Άρα η απορία τι θα μπορούσε να συμβεί εάν δια μαγείας έπαυε να υφίσταται δημόσιο χρέος, υπό ποιους όρους θα μπορούσε να είναι ανεπίστροφη η έξοδος, είναι κάτι που αυτομάτως μας φέρνει σε αυτά τα οποία θα σας πω, διαβάζοντας το χαρτάκι μου.
Θα πω κατ’ αρχήν ότι για να είμαστε δίκαιοι με την περίσταση και για να μην έχουμε εν συνεχεία εκκρεμότητες, θα πω μάλλον ότι αυτή η κυβέρνηση φρονώ ότι πρέπει να ολοκληρώσει οπωσδήποτε το έργο που ανέλαβε.
Επομένως δε θα ήταν η καλύτερη λύση να έχουμε εμπλοκή σε εκλογές, αλλά αυτό βεβαίως εξαρτάται και από άλλους παράγοντες. Και θα πω επίσης ότι οι προφανείς, οι αδιαμφισβήτητες αδυναμίες, λάθη, ερασιτεχνισμοί και όλα αυτά τα πράγματα, δεν μπορεί να κρύψουν, να καλύψουν το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι σηκώνουν ένα μεγάλο βάρος και μακάρι να μπορούν να το σηκώσουν μέχρι τέλους.
Πέρα όμως από αυτό, θα ήθελα να σημειώσω ότι η απάντηση στο ερώτημα τι θα γίνει αν δια μαγείας πάψει να υφίσταται χρέος και θα πρέπει η στόχευση να έχει κάτι ουσιαστικότερο, βαθύτερο, ευρύτερο, περνάει από ένα σκεπτικό το οποίο για μένα έχει πολύ χρήσιμη σημασία και το οποίο θα αποτελέσει τη βάση όσων θα ακολουθήσουν.
Θέλω να πω δηλαδή ότι οι συζητήσεις και οι διαξιφισμοί, έχουν συνήθως να κάνουν με προβλήματα είτε αριθμολογικά, είτε στενά πολιτικού χαρακτήρα, είτε σχετικά, συναφή, παρεμφερή. Νομίζω ότι η συζήτηση μπορεί να ανανεωθεί και θα αρχίσει να φαίνεται φως στις απορίες, να υπάρχει φως στις απορίες του Σταύρου Θεοδωράκη και στις δικές μου απαντήσεις, εάν ξεκινήσουμε λέγοντας ότι μια τέτοια συζήτηση δεν μπορεί να οδηγηθεί πουθενά, εάν προηγουμένως ένας ορίζοντας νοήματος δεν μας βοηθήσει να προσανατολίσουμε τη σκέψη μας ουσιαστικότερα.
Γιατί είναι άλλο πράγμα οι διαξιφισμοί περί τα πράγματα και τους αριθμούς και άλλο πράγμα σε ποιον ορίζοντα νοήματος τοποθετείται το πρόβλημα που σημαίνει σε πιο βαθμό ευσταθεί η ιστορία του τι θα γίνει, ή τι μπορεί να γίνει σε 15 – 20 χρόνια εάν πάψει να υφίσταται μαγικά το χρέος.
Αυτό μας οδηγεί αμέσως σε ένα σκεπτικό που περιλαμβάνει παράγοντες οι οποίοι δεν τίθενται στο τραπέζι όταν γίνονται οι σχετικές συζητήσεις γι’ αυτά τα θέματα. Διότι συνήθως είναι τέτοια η ένταση και η έμφαση που δίνουμε στο μνημόνιο και την έξοδο από αυτό, λησμονώντας ότι το μνημόνιο είναι αποτέλεσμα κρίσεως και όχι δημιουργώ παράγοντα που δημιούργησε την κρίση, αλλά εκείνο το οποίο δεν τίθεται στο τραπέζι σε μια τέτοια συζήτηση, είναι ακριβώς ένα ευρύτερο περιβάλλον, μια πλατύτερη τοποθέτηση του θέματος, τέτοια που να μπορεί να λαμβάνει υπόψη φαινόμενα όπως η χρόνια παρασιτική λειτουργία του κράτους ή του πελατειακού συστήματος η ανωμαλία και παρόμοια τέτοια θέματα, τα οποία συνδέονται και με νοοτροπίες ανθρώπων.
Δηλαδή δεν τίθεται με μεγάλη σαφήνεια όταν τίθεται, ή συνήθως δεν τίθεται καθόλου, το στοιχείο των νοοτροπιών, το στοιχείο ενός προσανατολισμού βαθύτερου από τους άμεσους και πολιτικούς σχεδιασμούς, ένα στοιχείο το οποίο έχει να κάνει με περισσότερο ιθαγενή προβλήματα και ζητήματα τα οποία συνήθως δεν τα ακουμπάμε.
Νομίζω ότι η κρίση μας δίνει μια πολύ καλή ευκαιρία να θέσουμε με όρους πολιτικούς και ιστορικούς το στοιχείο του πολιτισμικού παράγοντα σε αυτή τη συζήτηση. Να θέσουμε δηλαδή το ζήτημα των νοοτροπιών σε μια κοινωνία η οποία είναι σταθερά διχασμένη μεταξύ ενός κόσμου τέτοιου που τον ξέρουμε νεωτέρου, σύγχρονου κόσμου και της δικής της προνεωτερικής καταβολής, την οποία ακόμη δεν έχει ξεπεράσει.
Κάπου δηλαδή μεταξύ βιωμάτων, ηθών, εθίμων, εθισμών του νεωτερικού χαρακτήρα, ομαδικής πνιγηρής κοινότητος έως κοινωνίας και μιας σύγχρονης πραγματικότητας που όλοι είναι εφοδιασμένοι με το κινητό τους, που κινούνται με διαφορετικούς ρυθμούς και με αντιλήψεις οι οποίες έχουν να κάνουν με προβλήματα διαφορετικά απ’ ότι πριν από 1 – 1,5 αιώνα.
Επομένως το πρώτο πράγμα από το οποίο θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει για να συνεννοηθεί είναι να αναρωτηθεί τι πράγμα είναι νοοτροπία. Τι λέμε νοοτροπία; Να το πούμε χοντρικά όταν λέμε νοοτροπία μιλάμε για ένα σύνολο από αντιλήψεις και από εθισμούς που διαπλάθουν και που κατευθύνουν τις πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές ενός κοινωνικού σώματος, όντας ταυτοχρόνως πεποιθήσεις και αντιλήψεις κοινές σε κάθε μέλος της.
Δεν πρόκειται δηλαδή για κάτι το οποίο θα βρούμε ξεχωριστά στην ομάδα ή στα άτομα. Είναι κάτι συλλογική που διαφωτίζει συγχρόνως και κάθε μέλος.
Και υπ’ αυτή την έννοια δεν υφίσταται ζήτημα προβαδίσματος θεσμών και νοοτροπιών, τι είναι πρώτο, τι είναι δεύτερο, τι είναι τελευταίο. Αλλά υφίσταται πάντα ανοιχτό ένα θέμα πώς αυτά συναιρούνται, πώς συνδυάζονται, ή πως δεν συνδυάζονται και με τι τίμημα.
Εκείνο το οποίο μπορεί να πει κανείς είναι ότι εάν δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ θεσμών και νοοτροπιών, οι θεσμοί μπορεί να μείνουν μετέωροι και οι νοοτροπίες να μείνουν ατομικά γεγονότα. Σε κάθε διαφορετική περίπτωση αυτά συνυπάρχουν και οφείλουν να συνδέονται οργανικά.
Τι χαρακτηρίζει την ελληνική νοοτροπία όπως αυτή προεκτείνεται σε συμπεριφορές και κυρίως συμπεριφορές πολιτικότερες; Για να το πούμε αλλιώς, γιατί η σημασία της νοοτροπίας έγκειται στο γεγονός ότι παρακινεί σε επιλογές. Επομένως είναι πολύ σημαντικό, γιατί ανάλογα με τη νοοτροπία του, ένας παρακινείται να κάνει τούτο ή το άλλο και για αυτό όταν «οι νοοτροπίες είναι που μετράνε», δηλαδή αυτό παρακινεί εσωτερικά εκείνους ή τους άλλους να δρουν, να κινούνται με αυτό τον τρόπο.
Επομένως όταν λέμε τι χαρακτηρίζει την ελληνική νοοτροπία, είναι σαν να λέμε τι εν τέλει παρακινεί τους πολίτες και τους πολιτικούς στις επιλογές τους, σε ικανό βαθμό δεν χρειάζεται να είναι κάτι απόλυτο, αλλά σε ικανό βαθμό. Τι τους παρακινεί λοιπόν;
Και εδώ προστίθεται κι ένας άλλος παράγοντας αξιοπρόσεκτος. Προστίθεται το εξής: η κρίση η οποία έχει αλλάξει πάρα πολλά πράγματα στη ζωή μας, δεν έχει αλλάξει διόλου τις νοοτροπίες μας, είναι τσιμεντένιες, ενώ τα γεγονότα είναι βαριά. Είναι πολύ βαριά τα γεγονότα όμως οι συμπεριφορές παραμένουν πεισματικά όσον αφορά τις νοοτροπίες οι ίδιες. Ας πούμε η κοντή μνήμη παράδειγμα πάμε για νέο δικομματισμό μέσα στα πέντε χρόνια. Δε χρειάζεται αργοπορία καθόλου. Τα ίδια πράγματα αρχίζουν και επανέρχονται.
Ή οι οξύτητες, οι διαξιφισμοί, οι πολεμικές ατμόσφαιρες δηλαδή ο τρόπος που καταλαβαίνουμε πολιτικά τον άλλον ως έκφραση ενσάρκωσης του απολύτου κακού, παραμένει. Επομένως μπορεί οι νοοτροπίες να άλλαξαν υπό την έννοια ότι αγοράζει κανείς λιγότερα στο κατάστημα, αλλά αυτό δεν είναι νοοτροπία, αυτό είναι τι βαραίνει στην τσέπη.
Στην πραγματικότητα ο τρόπος που θυμώνει και ζητάει λογαριασμό και αυτό που περιμένει, είναι σε μεγάλο βαθμό ίδιο. Άρα πρέπει να το κρατήσει κανείς για να δει τη βαρύτητα του παράγοντα της νοοτροπίας και όχι το λαογραφικό στοιχείο το οποίο μπορεί να έχει και που έχει αναμφιβόλως, αλλά δεν είναι τελικά το αποφασιστικό στοιχείο.
Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι έχουμε μπει ήδη σε μια παροχολογία τρομερή, τα κλασικά προηγούμενα. Η ίδια αντίληψη ότι αυτό που ελκύει τον ψηφοφόρο είναι να του χαρίσεις και ο ψηφοφόρος περιμένει να του δώσουν για να προτιμήσει αντιστοίχως. Αυτά ως παρακινηματικές εσωτερικές συνθήκες έχουν σημασία για να τα κρατήσουμε, να τα μελετήσουμε και να δούμε τι θα το κάνουμε αυτό το πράγμα. Διότι τελικά είναι ισχυρότερο και στερεότερο από οτιδήποτε άλλο.
Υπό αυτή την έννοια θα έλεγε κανείς για να βοηθηθούν κάπως τα πράγματα ότι χρειαζόμαστε και τη βοήθεια ενός άλλου τρόπου σκέψης ώστε με τα υπόλοιπα τη συνδρομή κι άλλων παραγόντων να αφήσουμε την κρίση πίσω. Διότι έχουμε ξεχάσει ότι μπορεί με τα Μνημόνια να τελειώσουμε, αλλά η κρίση παραμένει στο ακέραιο.
Μην το ξεχνάμε αυτό. Αυτό είναι το πρόβλημα και η παραμονή της κρίσης εγγυάται την επανάληψή της αργά ή γρήγορα, αύριο ή μεθαύριο με την ίδια ή με άλλη μορφή. Διότι δεν ήταν οικονομική κρίση μια κρίση η οποία ήταν μεταπολεμική ή προπολεμική, η κρίση υπήρχε μόνιμα. Υπήρχε μια βαθιά αναμέτρηση, ένας εσωτερικός διχασμός που έπαιρνε κάθε φορά διαφορετικές διαστάσεις και μορφές.
Μας ενδιαφέρει εδώ να σκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίο σήμερα οι νοοτροπίες, στην πολιτική τους εκδοχή πέρα από την καθημερινότητα, διαχειρίζονται με πραγματικό ή με φαντασιακό τρόπο τις περιστάσεις και να δούμε ακριβώς λίγο, μα πάρα πολύ λίγο το υποκείμενο αυτής της νοοτροπίας για να βοηθηθούμε καλύτερα.
Διότι η στερεότητα των νοοτροπιών και των αντιλήψεων προϋποθέτει ένα υποκείμενο, ένα τύπο ανθρώπου ο οποίος παραμένει σταθερά αμετακίνητος και που θα μπορούσαμε χονδρικά να τον περιγράψουμε ως ένα τύπο ο οποίος εισπράττει και διαμορφώνει την εικόνα για τον εαυτό του, την ιδέα για τον εαυτό του, την ταυτότητά του δηλαδή από το περιβάλλον.
Είναι ο κλασικός παραδοσιακός ετεροκαθοριζόμενος ανθρώπινος τύπος της προνεωτερικής εποχής του οποίου η παράσταση για τον εαυτό του, είναι μια παράσταση που καθορίζεται από τα μάτια των άλλων, από αυτό που βλέπουν οι άλλοι σε αυτόν και του λένε «μπράβο, είσαι καλό παιδί» ή «είσαι χάλια διότι δεν κάνεις αυτό που κάνουμε όλοι».
Γιατί η εικόνα που παίρνω από τους άλλους, στην πραγματικότητα σημαίνει ύπαρξη απόλυτα αδιαφοροποίητη και από τους άλλους. Με αυτή την έννοια η σύγκρουση με τα δεδομένα μιας εποχής όπως η δική μας, είναι πάρα πολύ ισχυρή. Όταν ζει κανείς σε ένα πλαίσιο πολιτικό και κοινωνικό που οι διαφοροποιήσεις εν τοις πράγμασι συντελούνται, αλλά εν τοις πνεύμασι παραμένουν απολιθωμένες, το θέμα είναι πάρα πολύ σοβαρό.
Γιατί δεν έχει να λύσει κανείς μόνο προβλήματα εξωτερικά, έχει να λύσει και τον εσωτερικό του διχασμό. Παίρνει εικόνα από άλλους, αλλά με το κινητό του, με το αυτοκίνητό του, με την άνεση που έχει, έχει και μια φάση εαυτού, η οποία διψάει για μια αυτονομία, αλλά που τελικά η αυτονομία αυτή δεν είναι έχει την ευχαρίστηση που προσφέρει η συγκατάθεση, το χειροκρότημα της παρέας, της γειτονιάς, του φιλοθεάμονος κοινού της τηλεόρασης και ούτω καθ’ εξής.
Άρα έχουμε μια τέτοια κατάσταση που λίγο ως πολύ εγγυάται, υποδαυλίζει μια μόνιμη κρίση με πολλές μορφές, μια από τις οποίες εξαιρετικά οδυνηρή είναι η τωρινή, αλλά έχουν υπάρξει κι άλλες και πιο οδυνηρές αν σκεφτεί κανείς τα εμφύλια θέματα στο τέλος της δεκαετίας του ’40 και που ακριβώς στο μέτρο που η κρίση αυτή παραμένει αλώβητη και διαχέεται και λειτουργεί κανονικά, θα μπορούσε να έχει αποτελέσματα εξαιρετικά οδυνηρά, τέτοια τα οποία υφιστάμεθα σήμερα.
Σήμερα θα πρέπει να ξεφύγουμε από την παγίδα και την περιορισμένη όσο και πραγματική διάμετρο διάσταση της οικονομικής κρίσης. Νομίζω ότι πρέπει να μιλήσουμε για μόνιμη κρίση που υπάρχει και που είναι των πνευμάτων και των πραγμάτων και η οποία συνοδεύει το ελληνικό κράτος από της συστάσεώς του από το 1821. Όπου ήδη το 1823 σφάζονταν και όπου το μεγάλο διακύβευμα τότε ήταν οι μεν πονηροί Φαναριώτες έλεγαν «πρέπει να γίνει κράτος δεν γίνεται αλλιώς», οι δε θερμοκέφαλοι πολεμιστές που σκοτώνονταν έλεγαν ότι «πρέπει να είναι ελληνικά τα πασαλίκια, δεν χρειάζεται να είναι παπάδες Τούρκοι, πρέπει να είμαστε εμείς».
Από τότε παίρνει τη σύγχρονη μορφή η κρίση, της οποίας οι απώτερες καταγωγές πάνε στο 12ο αιώνα, αλλά δεν μας ενδιαφέρει η αρχαιολογία αυτή. Μας ενδιαφέρει η μονιμότητα της κρίσης. Και γιατί μας ενδιαφέρει η μονιμότητα της κρίσης; Διότι ένα νεοπαγές φιλόδοξο πολιτικό Κίνημα, πρέπει να έχει μια ματιά ορίζοντα ευρύτερου από τη στενή κοντόθωρη, αλλά πραγματική, εμπειρία των πολιτικών οι οποίοι κάθε φορά κυνηγάνε τα γεγονότα για να τα προλάβουν ή για να προηγηθούν δεν έχει σημασία, πως.
Υπάρχει δηλαδή ένας ορίζοντας προβλήματος πολύ μεγάλος, που έχει και εγγραφές ψυχικές, που έχει και διαστάσεις τέτοιου χαρακτήρα. Και αυτό μια πραγματικά ανανεωτική πολιτική κίνηση, πρέπει να το λαμβάνει υπόψη, διότι θα θέτει σε διαφορετικό ουσιαστικότερο ορίζοντα νοήματος αυτά, για τα οποία μιλάει και που με τον τρόπο αυτό θα μιλήσει στις καρδιές ενός λαού που θα ήθελε να ξεμπλέκει με αυτή την ιστορία, αλλά επειδή δεν ξέρει την ψυχή του, δεν έχει τρόπο να ξεμπλέξει. Και η εύκολη λύση είναι να τα φορτώνεις σε άλλους, Εβραίους, μασόνους, δεξιούς, αριστερούς και δεν ξέρω τι για να τελειώνουμε. Έτσι μια συνωμοσία λύνεται το πρόβλημα, τουλάχιστον ψυχικά.
Άρα λοιπόν μιλούμε για ένα τέτοιο φαινόμενο και θα έλεγα φαινόμενο του προϊόντος του χρόνου λαμβάνει στοιχεία αποσυνθετικής παρακμής. Για μια παρακμή που πια έχει φτάσει στη φάση αποσυνθέσεως, επειδή διαρκεί μεγάλο χρονικό διάστημα και τα διλήμματα είναι τέτοια που καθηλώνουν παράγοντες. Δεν γίνεται τίποτα, ούτε μπρος ούτε πίσω.
Βράζει στο ζουμί της μια κατάσταση με μικρές αναβολές κάθε τόσο, όποιες είναι αυτές οι μικρές αναβολές, αλλά επανερχόμαστε στα ίδια διότι ακόμη δεν έχει υπάρξει μια πολιτική κίνηση, αλλά και δεν έχει συνειδητοποιήσει η κοινωνία στερεότερα ένα βαθύ πρόβλημα. Τη σύγκρουση μεταξύ προνεωτερικού βαθέως εαυτού και συγχρόνου κόσμου μέσα στο οποίο καλείται ο άλλος να δουλέψει, να παντρευτεί, να σκεφτεί και δεν ξέρω τι.
Και που ενώ αλλού αυτά τα βήματα μπορεί να έχουν γίνει, στην περίπτωση την δική μας τα εμπόδια είναι πάρα πολύ σοβαρά και οργανικά εμπόδια μιας τερατώδους ανασφάλειας την οποία δεν μπορεί να διαχειριστεί η πολιτική ακόμη, δίνοντας λύσεις που συνδέονται με ασφάλεια, ώστε να μην τρομοκρατείται κάθε φορά ο πολίτης με τα απλοϊκά πράγματα χρήσιμη και σωστά, αλλά που γι’ αυτόν είναι Γολγοθάς.
Μιλούμε λοιπόν για κρίση με έντονα στοιχεία αποσυνθετικής παρακμής, και αυτό είναι το πιο σοβαρό. Τι σημαίνει; Γιατί είπαμε πριν τι είναι η νοοτροπία. Τι είναι κρίση; Τι λέμε με τη λέξη κρίση; Να προσπαθήσω εδώ να τα βολέψουμε κάπως.
Όταν λέμε κρίση, εγώ τουλάχιστον έτσι το καταλαβαίνω, μιλάμε για μια πολύ σκληρή δοκιμασία του ήθους και του τρόπου της δημιουργικής εκφράσεως ατόμων και συνόλου. Κρίση σημαίνει παραλύουμε δηλαδή σαν άτομα και σαν σύνολο. Υπάρχει λοιπόν μια τέτοια δοκιμασία του ήθους, της δημιουργικής εκδηλώσεως ανθρώπων και συνόλων και προϋποθέτει ταυτοχρόνως, εννοώντας βεβαίως δυο ειδών αισθήματα. Ένα αίσθημα ρήξεως με τον κόσμο, ο κόσμος είναι κακός, είναι στραβός και ένα αίσθημα ρήξεως με το νόμο στην ενδοχώρα μιας κοινωνίας. Που φταίει ο κόσμος, που φταίει ο νόμος.
Και μάλιστα στην περίπτωση του νόμου, το αίσθημα της ρήξεως είναι πολύ πιο ισχυρό από την ανάγκη να υπάρχει νόμος. Δηλαδή είναι προτιμότερη η απόλυτη διάλυση. Η απόλυτη διάλυση. Έχει ένα απεγνωσμένο χαρακτήρα με μηδενιστικό ακριβώς περιεχόμενο. Διότι είναι το μηδέν; Μηδέν σημαίνει δεν έχει νόημα κάτι. Δεν έχει λόγο υπάρξεως κάτι.
Σε τέτοιες καταστάσεις ρήξεως οι κοινωνίες παραδίδονται σε εσωτερικές αναταραχές και πάρα πολύ συχνά θέτουν τη σκέψη οι άνθρωποι και οι κοινωνίες στην υπηρεσία ιδεών οι οποίες δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Έχουν σχέση με προβολές επιθυμητικών φαντασιώσεων στην πραγματικότητα.
Είναι πολύ απλό. Εάν καθίσει κανείς και φυλλομετρήσει γεγονότα και συμβάντα και διαπληκτισμούς και αυτά που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια ή και πριν από τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας, θα δει ότι η σύγκρουση είναι σύγκρουση μεταξύ πραγματικού και φαντασιακής επιθυμίας. Αυτό είναι παθογόνο, προβληματικό, αλλά είναι και πολύ δυνατό, γιατί ου με πείσεις και εάν με πείσεις, όταν πέφτει στο τραπέζι η επιθυμητική φαντασίωση η οποία βαφτίζει κατά βούληση την πραγματικότητα.
Και όταν έχεις μια κοινωνία η οποία δυσκολεύεται με τον εαυτό της επειδή πρέπει να διασώσει ένα παλιό εαυτό απέναντι σε μια πραγματικότητα που έχει μπροστά της, τότε η φαντασίωση είναι ισχυρότερο χαρτί.
Πολύ περισσότερο δε όταν το στοιχείο του συναισθήματος είναι πιο δυνατό από της λογικής, γιατί η πραγματικότητα θέλει λογική. Η φαντασίωση είναι η υπερβολή συναισθήματος. Οπότε σε αυτές τις περιπτώσεις μονιμότερα χαρακτηριστικά, αρχαϊκότερα έρχονται στην επιφάνεια και καθορίζουν το παιχνίδι των παρακινήσεων χωρίς πια να συζητάμε για κακές προθέσεις, με ένα τρόπο ο οποίος θα μπορούσε να γίνει κυριολεκτικά ολέθριος και έχει γίνει στην ιστορία μας αρκετές φορές. Και το ’22 και το ’47. Δηλαδή έχουν συμβεί τέτοια πράγματα στην ιστορία μας.
Ο άνθρωπος που δεν αντέχει τον κόσμο την πιο εύκολη λύση την έχει στην αυτοκαταστροφή. Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτού του τύπου η αντίδραση η ψυχολογική. Υπάρχει λοιπόν μια τέτοια πραγματικότητα, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό υπόβαθρο της κρίσεως του οποίου προέκταση είναι κάτι για το οποίο έχουμε συμφωνήσει και το έχουμε επαναλάβει πολλές φορές όλοι μας εδώ στη ζωή μας, δηλαδή μια έκπτωση του αξιακού συστήματος, του τι είναι καλό, τι είναι κακό, τι πρέπει τι δεν πρέπει.
Έχουμε δηλαδή μια έκπτωση του ήθους της ζωής με τις μεγάλες απαιτήσεις υπέρ του ήθους της επιβιώσεως και δεν υπάρχει χειρότερη εκδοχή στις παρακινήσεις, στα κίνητρα της ζωής από αυτή την μετακίνηση, από αξίες ζωής σε εθισμούς επιβιώσεως.
Το ήθος το οποίο δημιουργεί και οι συμπεριφορές τις οποίες διαμορφώνει πλέον κάτι τέτοιο, μπορεί να μεταβληθεί σε μόνιμη και σταθερή ασθένεια την οποία χοντρικά θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε σαν αδιαφορία, ή εχθρότητα, προς το κοινό δημόσιο αγαθό.
Το λέω αυτό διότι θεωρώ κάπως προτρέχοντας, ως πηγή, ως καθαρή πολιτική έκφραση της σημερινής κρίσεως την απόλυτη εχθρότητα, ή αδιαφορία στο κοινό αγαθό. Εκεί αρχίζει το πρόβλημα με όρους πια πολιτικούς και όχι ψυχολογικούς, ιστορικούς ή άλλης φύσεως και τάξεως που είναι απολύτως εύλογο και νόμιμο να εξετάσει κανείς.
Αλλά εδώ το πρόβλημα η σύγκρουση με το κράτος που λέμε, η σύγκρουση με τους θεσμούς, είναι αποφασιστικής σημασίας διότι εκείνο το οποίο τίθεται εν κινδύνω είναι πολύ πιο σοβαρό από το εάν θα μπω στη Σύγκλητο και θα βγάλω έξω τον Πρύτανη, ή δεν ξέρω εγώ τι θα επιβάλω. Από την ίδια την υφή τη συστατική του συνυπάρχει και εάν δεν το συγκρατήσουμε αυτό το πράγμα δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τι κινούνται, τι νήματα ψυχικά και τι φαντασιώσεις είναι εκείνες οι οποίες λανθάνουν πίσω από απλοϊκές εξεγέρσεις και χειρονομίες νεαρών που είτε νομίζουν, είτε δεν νομίζουν πως υπηρετούν μεγάλες ιδέες, αλλά στην πραγματικότητα συμβαδίζουν με κάτι πολύ αρνητικό.
Να πω επίσης ότι από τη στιγμή κατά την οποία οι αξίες της ζωής υποχωρούν δραματικά μπροστά στους εθισμούς των επιβιώσεων, στην πραγματικότητα παίζεται κάτι πολύ πιο βαθύ και σοβαρό το οποίο δεν μπορεί να το καταλάβει εύκολα ο καθένας, αλλά εάν το καταλάβει όποιος μπορεί, έχει να κάνει πολλές σκέψεις. Δηλαδή πρόκειται για μεθοδικό αποκλεισμό του μέλλοντος από τα βιώματα της καθημερινής ζωής και της πολιτικής υπάρξεως.
Κάθε φορά που στεγνώνει, που στερεύει, που ευνουχίζεται το δημιουργείν, το μέλλον πάει στο περιθώριο. Δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια διαρκής προσπάθεια να σταματήσουμε το μέλλον το πρόβλημά μας και αυτό δεν φαίνεται, δεν ακούγεται επικίνδυνο, συμπαθητικό ακούγεται, ποιητικό μπορεί να ακουστεί. Αλλά είναι πάρα πολύ σοβαρό όταν μεταγράφεται σε συναισθήματα και σε άμεσες επιδιώξεις.
Όλοι αυτοί που λένε όχι σε όλα κάνουν υποτίθεται αντιπολίτευση. Στην πραγματικότητα όμως σταματάνε το μέλλον μεθοδικά, γιατί εάν αυτό καρφωθεί στις νοοτροπίες, το παιχνίδι πια έχει χαθεί για τις δημιουργικές δυνάμεις μιας κοινωνίας.
Οικονομικά λέγεται πολύ απλά, ξέρετε πάσχει η παραγωγικότητά μας, δεν είμαστε ανταγωνιστικοί. Τι σημαίνει αυτό; Έχουμε χάσει το μέλλον τους. Όχι όμως λυρικά. Έχουμε χάσει τη δυνατότητα το δέον να μπεις, το πρέπει, το μπορεί να μπει στο γίγνεσθαι. Δεν κάνει κέφι. Άνοιξαν μαγαζιά την τελευταία περίοδο και ανοίξανε καφενεία το 40% ήταν καφενεία που άνοιξαν. Δεν άνοιξε κάτι άλλο.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι έχουμε και οργανωμένη μορφή αποκρούσεως του μέλλοντος. Καφενεία εν μέσω κρίσεως. Είναι σημαντικό να το συνειδητοποιήσει αυτό το πράγμα κανείς, γιατί ως χειρονομία είναι απλοϊκή. Πάει ένας και πίνει το φραπέ του και ύστερα ως μεθοδική κοινωνική αντίδραση στη φοβερή κρίση που όλοι έπρεπε να ανασκουμπώνονται ή δεν ξέρω τι άλλο έπρεπε να κάνουν, να πηγαίνουν σε καφενεία τα οποία ανοίγουν συνεχώς. Κλείνουν τα μαγαζιά, ανοίγουν καφενεία.
Η παλιά Ελλάδα θριαμβεύει γιατί ο τόπος της παλιάς Ελλάδος είναι το καφενείο. Χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι δεν έχει τρυφερές καταστάσεις, τρυφερές στιγμές μιας συναισθηματικής χαλαρότητας, μιας απελευθερώσεως από πιέσεις, δεν το συζητώ.
Αλλά ως δομή, ως απόφαση, μια ώρα κρίσεως, την ώρα που κλείνουν τα πάντα να ανοίγουν καφενεία, σημαίνει ανοίγει το παρελθόν εκεί που κλείνει το μέλλον. Έχει σημασία αυτό το πράγμα να το κρατήσουμε, γιατί αύριο θα πάμε στα καφενεία όλοι, την ώρα που θα παραγγείλουμε εσπρέσο, την ώρα εκείνη να ξέρουμε τι γίνεται.
Έχουμε λοιπόν ένα μεθοδικό αποκλεισμό του μέλλοντος με αυτό τον τρόπο. Βεβαίως θα μου πει κανείς, μα, τι μου λες τώρα; Δεν υπάρχει μέλλον, άλλη εβδομάδα, άλλος μήνας, άλλος χρόνος; Ναι. Υπάρχει, αλλά αυτό πια είναι γεωλογικό μέλλον, είναι το αύριο που θα έρθει όπως το μεθαύριο, το αντιμεθαύριο. Δηλαδή το τώρα που δεν αλλάζει στην επανάληψή του. Άλλο το γεωλογικό, άλλος ο χρόνος της γεωλογίας και άλλος ο χρόνος του έργου, ο χρόνος τον οποίο γεννάω εγώ ως κουλτούρα, ως άτομο, ως κοινωνία, ως ομάδα.
Γιατί όλο το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου μιας κοινωνίας, παίζεται στη δυνατότητα ακριβώς αυτή: να δημιουργούμε χρόνο. Τι είναι η κρίση τόσες δεκαετίες; Έχουμε αποφασίσει να μη δημιουργούμε χρόνο και ό, τι χρόνος υπάρχει να τον ζούμε με τα λιβανωτά, ή με καταστάσεις στερεότυπης επαναλήψεως μέσα στην οποία νιώθουμε βαθύτατες απολαύσεις. Απολαύσεις για το ότι ακριβώς δε χρειάζεται να γίνει τίποτε.
Και είμαστε καλά. Και όσο έρχονται τα δάνεια απ’ έξω πάει καλά. Όταν όμως τα ελλείμματα φουσκώσουν, θυμώνουμε. Τι γινόταν τόσο καιρό; Ο αποκλεισμός του μέλλοντος φέρνει Μνημόνια. Αυτός ο αποκλεισμός τα φέρνει αυτά, δεν τα φέρνει άλλος. Ο ειδεχθέστερος των πολιτικών θα ήθελε να μοιράζει ατελείωτα χρήματα και να περνάνε καλά οι ψηφοφόροι του. Και ξαφνικά υποχρεούται να τους κόβει μισθούς και συντάξεις, γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Και ευτυχώς διότι ούτε μισθοί ούτε συντάξεις θα υπήρχαν τώρα χωρίς τα Μνημόνια, για να έχουμε και σε αυτό το πράγμα συνείδηση. Επομένως περνάμε σε ένα γεωλογικό χρόνο.
Τι γίνεται όταν επικρατεί ο γεωλογικός χρόνος στη θέση του δημιουργικού; Παύει ο χρόνος να έχει ηθικό χαρακτήρα. Γιατί όταν λέμε «αυτός αξιοποίησε το χρόνο του, αυτός πρόκοψε», σημαίνει ότι με τη δουλειά του έδωσε ειδικό χαρακτήρα στο χρόνο, δεν τον άφησε στη φυσική του ουδετερότητα. Χάνεται ο ηθικός χαρακτήρας του χρόνου και αν μένει ένας ηθικός χαρακτήρας είναι το περίφημο εκείνο του Φωτόπουλου «να κάαααθομαι». Το θυμόμαστε!
Για να πούμε τα πράγματα καθαρότερα, τον χρόνο μας τον διέπει ένα παρελθοντικό μέλλον, η ηδονή της επαναλήψεως. Ένα μέλλον που θρέφεται κατ’ εξοχήν από το πριν, από το πώς ήταν τα πράγματα, πόσο ωραία ήταν, πόσο εξαιρετικά και πόσο βεβαίως σίγουρα και ασφαλή, διότι δεν χρειάζεται να μπούμε σε προβληματισμούς, να έχουμε ανησυχίες για το τι ακριβώς θα γίνει.
Και όταν πλέον σταθεροποιείται αυτό το παρελθοντικό μέλλον τότε τα προνεωτερικά στοιχεία του ψυχισμού μας παγιδεύουν όλες τις κινήσεις που θα ήθελαν να μπουν στο χρόνο. Τότε το καφενείο γίνεται η κυρίαρχη μορφή ζωής και ο καφενόβιος είναι το παράδειγμα προς μίμηση.
Βεβαίως με τέτοιες συνθήκες ουδείς θα μπορούσε σοβαρά να σκεφτεί ότι θα υπήρχαν δυνατότητες για κοινωνίες σα τη δική μας να μπει σε μια τροχιά ανατάξεως, κέρδους αξιοποιήσεως του χρόνου, που θα την έβγαζε από το μαρασμό. Γιατί στην ουσία ζούμε σε μια κοινωνία που μαραίνεται διαρκώς γιατί δεν έχει τρόπο να ποτιστεί στις ρίζες της.
Δεν υπάρχει εύκολα τρόπος και υπ’ αυτή την έννοια θεωρώ ότι μια πολιτική κίνηση θα αρθρώσει καινούργιο λόγο όταν μιλήσει σε ένα τέτοιο κλίμα, το οποίο κλίμα μιλάει στις ψυχές των ανθρώπων. Γιατί όσο και να φαίνεται μακρινό, είναι το πιο κοντινό και το πιο μέσα μας, είναι οι διχασμοί μας οι προσωπικοί, τα προσωπικά μας αδιέξοδα.
Και κατ’ επέκταση πλέον μπορούμε να μιλάμε για στρατηγική ενός ανανεωτικού Κινήματος, που δεν εγκλωβίζεται πια στις συμβατικότητες των γνωστών πολιτικών σχεδιασμών που έχουν ένα και μόνο κριτήριο. Ποιο είναι το ένα και μόνο κριτήριο στους πολιτικούς σχεδιασμούς; Η εξουσία. Δεν λέμε ότι μπορεί να γίνει δουλειά χωρίς την εξουσία, πρέπει να πάρει την εξουσία κανείς, αλλά το σημαντικότερο αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, είναι ότι η εξουσία έχει σκοπό και ο σκοπός είναι ανώτερος της εξουσίας.
Την ίδια ώρα που κερδίζει κανείς την εξουσία -και ως πολιτικός οφείλει να το διεκδικήσει γιατί θα κάνει τη δουλειά του έτσι, δεν μπορεί να την κάνει τη δουλειά του αλλιώς- πρέπει να δηλώνει και να σκέφτεται και να διακηρύσσει και να πιστεύει πάνω απ’ όλα ότι η εξουσία έχει σκοπός. Δεν είναι αυτοσκοπός, θέλω να πω. Αν είναι αυτοσκοπός, έχουμε το άρθρο 86 για να το πούμε χύμα, αν δεν είναι αυτοσκοπός δεν υπάρχει το άρθρο 86, περί ευθύνης Υπουργών αν θυμάμαι καλά. Το 86 με πήγε στο 16 που απαγορεύει τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια!
Άρα η εξουσία έχει σκοπό και ο σκοπός είναι ανώτερος από την εξουσία και ποιος είναι ο ανώτερος σκοπός της εξουσίας; Είναι το κοινό καλό. Όχι το καλό ομάδων ή τάξεων μέσα σε μια κοινωνία, είτε προλετάριοι είναι αυτοί, είτε πλούσιοι είτε δεν ξέρω τι.
Αυτά είναι αρχαϊκές αντιλήψεις του 18ου- 19ου αιώνα που σήμερα πρέπει να το καταλάβουμε. Στις εποχές της επικοινωνίας οι δομές και οι συγκροτήσεις του κοινωνικού Σώματος έχουν διαφορετικό χαρακτήρα από αυτόν που είχαμε παλιά και που ορθώς σκληροί πολιτικοί ανταγωνισμοί έπρεπε να βάλουν τάξη σε πολύ ανώμαλες καταστάσεις.
Τώρα οι όροι της συζήτησης είναι το κοινό καλό και στο κοινό καλό έχουμε τη μεγάλη δοκιμασία και σύγκρουση μεταξύ παραδοσιακής νοοτροπίας και σημερινής πραγματικότητας, στον τόπο μας.
Για να καταλάβουμε λίγο καλύτερα τα πράγματα να τα βάλουμε σε μια τάξη, επειδή είπαμε πριν για κράτος, για κοινωνία, για προβλήματα τέτοια και τα αφήσαμε να μετεωρίζουν, να πούμε ορισμένα πράγματα για να μπορούμε να συνεχίσουμε την κουβέντα μας με ορισμένα δεδομένα του τρόπου τουλάχιστον που σκέφτομαι εγώ.
Τι είναι κράτος; Γιατί το κράτος έχει γίνει μισητό στοιχείο της ζωής μας σήμερα. Κράτος είναι ο πολιτικός εγγυητής της κοινωνικής συνοχής με τους θεσμούς του, με τα Νοσοκομεία του, με την Παιδεία του, με το Στρατό του, με την Αστυνομία του, με τις Νομαρχίες του με όλα αυτά τα πράγματα. Εγγυάται με πολιτικό τρόπο την κοινωνική συνοχή.
Σύμφωνοι. Και είναι η κοινωνία; Δεν είναι τόσο αυτονόητα αυτά τα πράγματα, αν τα βάλουμε στο μυαλό μας με ένα καθαρό τρόπο θα μας βοηθήσουν πολύ στην κατανόηση των θεμάτων που κάθε μέρα συζητάμε και που έρχονται στη σκέψη και στο στόμα μας.
Τι είναι η κοινωνία; Η κοινωνία είναι ένα σύνολο ανθρώπων, μεγάλος ή μικρός αριθμός δεν μας ενδιαφέρει, οι οποίοι υπάρχουν με έναν τρόπο συντεταγμένο βάσει πολιτικών θεσμών, οι οποίοι πολιτικοί θεσμοί ρυθμίζουν τα της συμβιώσεως και τα της διακυβερνήσεώς των. Δηλαδή η κοινωνία δεν είναι ένα ανθρωπομάζεμα, μπορεί να είναι ορδή αυτό το πράγμα. Αλλά άλλο η ορδή, άλλο η αγέλη, άλλο η κοινωνία και μάλιστα για να το καταλάβουμε καλύτερα αυτό, η σύγχρονη κοινωνία.
Γιατί η αρχαία κοινωνία επί παραδείγματι η αρχαιοελληνική είχε το κράτος και την κοινωνία ένα, οι άνθρωποι δεν είχαν δικαιώματα οι πολίτες, είχαν προνόμια. Για να γίνεις πολίτης έπρεπε να είσαι ορισμένου οικονομικού επιπέδου ή να έχεις γεννηθεί στην Πόλη. Επομένως και δεν είχε περιθώριο να διαφοροποιηθεί ο πολίτης από την Πόλη τότε, τώρα είναι διαφορετικά τα πράγματα.
Τώρα είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ στη σύγχρονη κοινωνία η διάκριση κράτους και κοινωνίας στο σύγχρονο κόσμο. Και αυτό γιατί; Διότι μόνο με αυτή τη διάκριση μπορεί ο κάθε πολίτης να διεκδικήσει δικούς του σκοπούς στη ζωή. Επί παραδείγματι να του αρέσει η ορειβασία την Κυριακή και να μην πηγαίνει στην Εκκλησία του Δήμου, ή να χαίρεται με ιστιοπλοΐα ή δεν ξέρω με τι άλλο. Αυτά συνυφαίνονται με μεταλλάξεις βαθύτατες που πόνεσαν πολύ την ανθρωπότητα, αλλά είναι κεκτημένα πια δικά μας.
Άρα όταν μιλάμε για κοινωνίες και για κράτος, πρέπει να ξέρουμε ότι δεν λέμε λέξεις του αέρα. Αναφερόμαστε σε περιεχόμενα με βαρύτητα, ιστορική βαρύτητα, η οποία μας βοηθάει σε επιλογές βελτιώσεως ενδεχομένως κακώς κειμένων που πάντα θα υπάρχουν αυτά τα κακώς κείμενα.
Άρα με αυτή την ιδέα με αυτό το σκεπτικό για το κράτος και την κοινωνία, καταλαβαίνουμε ότι ο σταυρός του προβλήματος της προϊούσης παρακμής για την οποία μίλησα λίγο νωρίτερα βρίσκεται σε κάτι πολύ καθαρό: σε μια διηνεκή μόνιμη σύγκρουση του μερικού με το δημόσιο συμφέρον.
Οι απλοϊκές του μορφές γνωστές: Το ρουσφέτι, κατάληψη, μια απεργία για διαφόρους λόγους και συμφέροντα που δεν έχει να κάνει με μια γενικότερη ανάγκη. Αυτό είναι πολύ κρίσιμο να το κατανοήσουμε γιατί με πολιτικούς όρους μιλάμε, δεν μιλάμε με όρους ανθρωπολογικούς ή φιλοσοφικούς που αφορούν περιορισμένο κοινό. Εδώ μπορούμε πλέον να προσδιορίσουμε, δηλαδή ο καινοτόμος πολιτικός Οργανισμός να ξέρει για τι μιλάει και επομένως να σχεδιάσει επειδή ξέρει για τι μιλάει.
Άρα το πρόβλημα είναι η σύγκρουση της μερικότητας με το δημόσιο συμφέρον. Κάθε μέρα αυτό ζούμε. Όχι μόνο τώρα, και πριν. Κάθε μέρα αυτό ζούμε. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Βεβαίως αυτό έχει παραμέτρους κατανοήσιμες, έχει μια κουλτούρα παλιά, η βασίζει τη συνοχή της στο αίμα, στον τόπο, στα σινάφια στις παρέες.
Δέστε πως οργανώνεται η μερικότητα στην Ελλάδα σήμερα, οι δεσμοί αίματος τα σόγια από τα οποία περνάει κάθε εκλογική επιτυχία, από την εντοπιότητα το χωριό και τα συμφέροντα που θα ζητήσει από τον υποψήφιο βουλευτή και από το συνδικάτο ή το σινάφι οποιασδήποτε άλλης τάξεως το οποίο θα πλησιάσει και θα δημιουργήσει τη δική του πελατειακή σχέση.
Και για τους τρεις αυτούς είναι αδιανόητο ότι θα μπορούσαν να σκεφτούν με όρους γενικού συμφέροντος. Αυτό το είχε καταλάβει ο Καποδίστριας και εισήγαγε την πατάτα στην Ελλάδα βάζοντας χωροφύλακες να τη φυλάνε, διότι βλέποντας ο λαός ότι φυλάνε χωροφύλακες, λέει «κάτι πολύτιμο είναι να το κλέψουμε». Το κλέψαμε και μπήκαν οι πατάτες στην Ελλάδα!
Ήξερε, αλλά τον εξετέλεσαν. Γιατί; Γιατί ήθελε να βάλει φόρους για το κοινό συμφέρον. Αυτό έγινε με τους Μαυρομιχαλαίους τότε και τώρα. Του πέρασε η ιδέα να πληρώνει ο Μαυρομιχάλης φόρους για ένα σχολείο στη Λάρισα. Τι δουλειά έχει ο Μαυρομιχάλης με τα σχολεία στη Λάρισα; Εκεί είναι όλο το πρόβλημα.
Βλέπουμε ότι οι αναφορές είναι βαθύτερες και ριζικότερες για το μείζον αυτό πρόβλημα στην κατανόηση του οποίου οφείλουμε να προχωρήσουμε εάν σκοπεύουμε να κάνουμε κάτι σε αυτό τον τόπο. Διότι αυτά είναι χειροπιαστά τα δεδομένα.
Το κοινό αγαθό είναι το μεγάλο ζητούμενο, όπως οι καθαροί δρόμοι, όπως το καθαρό Πανεπιστήμιο. Ενώ τα διαμερίσματα είναι πεντακάθαρα το Πανεπιστήμιο είναι ζούγκλα, οι δρόμοι είναι μέσα στη βρωμιά. Γιατί; Γιατί δεν μας αφορά εκείνο; Γιατί καταλαβαίνουμε όρους μερικότητας την κοινωνία, όχι σαν κάτι πλατύτερο, όχι ως συντεταγμένη ύπαρξη η οποία δίνει δυνατότητες για μια διαφορετική ζωή, για ένα μέλλον.
Δηλαδή το πρόβλημα με τη μερικότητα έγκειται στο ότι ταυτίζεται το κάθε μέρος με όλον. Εκεί δημιουργείται μια παραλυσία της συνείδησης. Διότι πια η τελευταία μονάδα της κοινωνίας με αυτό τον τρόπο διεκδικεί την ολότητα για το μέρος και βεβαίως είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς μια διαφορετική εκδοχή.
Το κρατούμενο είναι ένα: όπου κυριαρχεί η μερικότητα σε μια σύγχρονη κοινωνία, είναι βεβαία η παρακμή.
Και βεβαίως όλα τα στοιχεία της καθολικότητας απορρίπτονται. Επί παραδείγματι μιας καθολικής κρίσεως αξιολογητικού χαρακτήρα. Μα τι μου λες; Η παρέα αξιολογεί. Εμείς τι θα πούμε; Επομένως δεν είναι τυχαίο, δεν είναι απλή κακοήθεια ότι δεν θέλουμε τίποτε αξιολογήσεις, δεν μπορούμε να καταλάβουμε καθολικά κριτήρια κρίσεως, τα κριτήρια που έχουμε είναι συναισθηματικής εγγύτητας, αίματος, χώρου, παρέας ή δεν ξέρω τι άλλο.
Επομένως όλα αυτά τα οποία εύκολα σε μια εφημερίδα σε μια εκπομπή μπορούμε να απορρίψουμε με τον πιο απλό τρόπο και να πουν πάρα πολλοί άνθρωποι «έχεις δίκιο», έχουν ένα βάθος. Έχουν ένα βάθος, το οποίο πρέπει να προσέξουμε και να σεβαστούμε. Γιατί χωρίς αυτή την προσοχή του βάθους δεν θα μπορέσουμε να λειτουργήσουμε ποτέ με ένα τρόπο εποικοδομητικό, ανατατικό.
Γιατί είναι βαθιά ριζωμένα πράγματα. Ο Ρωμιός έχει τρομερή ευθύνη για την οικογένειά του, είναι απολύτως ανεύθυνος για το τι συμβαίνει απ’ έξω δεν τον ενδιαφέρει, «τσιμέντο να γίνει» είναι η έκφραση.
Επομένως όλες αυτές οι πολύ ωραίες συζητήσεις που γίνονται και ευχής έργο είναι να συνεχίζονται να γίνονται, δηλαδή με τις συναινέσεις είναι σωστό είναι καλό. Δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί. Όμως η συναίνεση καθαυτή όπως και η αυτοδυναμία η αριθμητική καθαυτή, δεν έχει σπουδαίο νόημα, δεν έχει τη θετικότητα η οποία θα μας ενδιέφερε.
Η συναίνεση χρειάζεται το νόημα ενός σκοπού για να την υποστηρίξει, όχι συμφωνίες σε λεπτομέρειες προγραμμάτων. Προχωράμε προς αυτή την κατεύθυνση; Βάζουμε μπρος σε αυτό το πρόβλημά μας; Φτιάχνουμε μια παιδεία που τιθασεύεται ο άκρατος συναισθηματισμός και μπαίνει λίγο η λογική, που είναι δομική παρέμβαση; Οι σκοποί της συναίνεσης μόνοι τους, είναι εμπόριο ή καλή πρόθεση χωρίς αποτέλεσμα. Δεν έχει ιδιαίτερη πια σημασία.
Και βεβαίως αυτό βοηθάει στην προστασία και την αναγνώριση της αξίας του δημοσίου πλέον συμφέροντος. Αυτό είναι εκείνο που ενισχύει ή που θα ενισχύσει κάθε προσπάθεια να βγει κανείς από τους αταβισμούς των αρχαϊκών νοοτροπιών και να περάσει σε πιο συνειδητή αντιμετώπιση προβλημάτων μιας τάξεως ουσιαστικότερης και να σκεφτεί και τους όρους της διαφορετικής τοποθέτησης και στάσης ενός ανθρώπου απέναντι σε αυτό το πρόβλημα.
Γιατί όλα αυτά τα πράγματα που σας έλεγα τόση ώρα, έχουν αντίστοιχες μορφές υπερβάσεως, όπως η στενότητα της μερικότητος στον άνθρωπο της έγνοιας, της φροντίδας για τον άγνωστο. Αλλά η έγνοια δεν είναι έγνοια με χαρακτήρα πολύ στενό. Η έγνοια είναι δομή αμοιβαιότητας. Οι χαμένες μορφές, ή οι ανύπαρκτες μορφές αμοιβαιότητας πέρα από τα κλειστά κυκλώματα του αίματος και του τόπου, έχουν τέτοιες αναφορές οι οποίες στο βάθος έχουν ένα χαρακτήρα ηθικής καθολικότητος.
Δηλαδή η ηθική καθολικότητα έχει ένα προβάδισμα απέναντι στις λογικές ελλείψεις που είναι πολύ πιο δύσκολες του καθόλου. Και βεβαίως είναι πολύ εύκολο πια με τέτοιους τρόπους να τα μπερδεύουμε πολλές φορές τα πράγματα και να μην βρίσκουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας δικαιοσύνης η οποία εδώ έχει το χαρακτήρα μιας κοινής συνυπάρξεως, μιας ευρύτερης αμοιβαιότητος, ενός δεσμού πραγμάτων που φαινομενικά είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους.
Να μου επιτρέψετε εδώ να αναφέρω ένα εντός εισαγωγικών, άσχετο παράδειγμα. Εις επίρρωσιν αυτών που έλεγα πριν, αλλά που είναι άσχετο απολύτως εκ πρώτης όψεως. Διεκδικούμε με πάθος εδώ και αρκετό καιρό και με υπερηφάνεια και έξαρση περισσή, τα γλυπτά του Παρθενώνος από το Βρετανικό Μουσείο, αλλά ταυτοχρόνως την ώρα που ξέρουμε ότι κάθε έργο τέχνης, καλό ή κακό δεν ενδιαφέρει, είναι μια βαθύτερη, ουσιαστικότερη αναφορά στο νόημα των πραγμάτων και του κόσμου, είναι δηλαδή μια θεμελιακή δομή γλώσσας, να το πούμε έτσι, έχουν αφήσει τη γλώσσα μας να πεθαίνει.
Εδώ φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά πως είμαστε πτωχαλαζόνες επειδή βεβαίως αυτά τα γλυπτά είναι υπερούσιας ομορφιάς και η θέση τους είναι βεβαίως στον Παρθενώνα, εκεί που είναι η φυσική τους θέση. Αγωνιζόμαστε γι’ αυτά με κάθε θυσίες. Η γλώσσας όμως πεθαίνει κάθε μέρα. Είναι πού σημαντικό και χαρακτηριστικό το γεγονός ότι δεν σκεφτήκαμε να τα συνδυάσουμε αυτά τα πράγματα ποτέ.
Πώς είναι δυνατόν η αφασία να συνυπάρξει με τον υπέρμετρο θαυμασμό μεγάλων αριστουργημάτων; Πώς όταν καλλιεργείται το ένα πράγμα εμείς είμαστε ικανοί γι’ αυτά; Είμαστε ικανοί για τα αγάλματα με τέτοια περιφρόνηση που έχουμε για τη γλώσσα; Δεν είναι βέβαιο. Απλώς θα δώσουμε λεφτά σε μια νόστιμη δικηγόρο να κάνει αυτή τη δουλειά. Αν την κάνει, διότι εάν σεβαστούν τη γλώσσα μας, τότε θα συμβεί αυτό που συνέβαινε παλιά με τις εικόνες. Η Πορταϊτισσα της Μονής Ιβήρων έφευγε μόνη της, έμπαινε στη θάλασσα, ταξίδευε, πήγαινε κάπου και τη βρίσκανε. Έτσι θα ταξιδέψουν και τα γλυπτά και θα έρθουν.
Αν σεβαστούμε τη γλώσσα μας. Δεν είναι δυνατόν τα παιδιά που μιλάνε περίπου σαν οδηγοί πλοηγήσεως σήμερα, σαν GPS, δεν είναι δυνατόν αυτό το πράγμα να προχωρήσει. Η αφασία είναι πνευματικός θάνατος. Διότι αφασία σημαίνει αδυναμία δημιουργικής αντιμετωπίσεως του κόσμου και του εαυτού σου.
Φαινομενικά είναι άσχετο, αλλά είναι πολύ χαρακτηριστικό για την πτωχαλαζονία που είναι ο χαρακτήρας του ανθρώπου της μερικότητας. Έχει μεγάλη σημασία αυτό το πράγμα να το συγκρατήσουμε και να δούμε ότι συνδέονται πράγματα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους, αλλά είναι πολύ κρίσιμο να μπορούν γιατί τα διακυβεύματα είναι πολλά, επειδή η κρίση είναι πολύ βαθιά. Δεν είναι κρίση καλών και κακών πολιτικών.
Είναι σε ένα επίπεδο. Το βάθος είναι διαφορετικό. Οφείλει λοιπόν κάθε προσπάθεια ατομική ή συλλογική, που θέλει το προχώρημα να πραγματευθεί, να συλλάβει, να αντιμετωπίσει σε μια βαθύτερη προοπτική, σε ένα ορίζοντα νοήματος πολύ διαφορετικό τα προβλήματα της δικής μας κοινωνίας.
Επί αιώνες με αυτά τα δεδομένα που περιέγραψα πολύ σύντομα, βιώνουμε πελώρια ελλείμματα αυτοπεποιθήσεως. Βιώνουμε πελώρια ελλείμματα εμπιστοσύνης και αυτοσεβασμού. Πρόσφατα μάθαμε ότι είμαστε οι πρώτοι στον κόσμο σε αποφυγή της αβεβαιότητος. Οι πρώτοι στον κόσμο. Δεν τολμάμε να αντικρύσουμε την αβεβαιότητα.
Με αυτά τα δεδομένα, με αυτά τα ελλείμματα, είναι βέβαιο ότι ζούμε σε ένα τοξικό νέφος που πνίγει πια την κοινωνία και τις δημιουργικές της δυνάμεις. Είναι απολύτως βέβαιο. Και βεβαίως αυτά συνδέονται και έχουν προεκτάσεις στα δημοσιονομικά και στα άλλα πολιτικά ελλείμματα.
Δηλαδή ζούμε σε ένα πνιγερό παρόν και το παρόν πνίγει τους ανθρώπους όταν το παρόν το κυριεύει το παρελθόν. Και τι εστί για μας παρελθόν; Εστί ο προ αιώνων νόμος της ακινησίας. Και επειδή ακριβώς αυτός ο νόμος και κόσμος της ακινησίας δεν χωράει τη δυνατότητα, έχει αλλεργία στη δυνατότητα, δεν μπορεί να αξιοποιήσει τον πλούτο του και απλώς αντιδρά αντανακλαστικά στον πλούτο που οι άλλοι του χαρίζουν και όχι δωρεάν.
Επιμένω στο χρόνο σαν βαθύτερο στρώμα, αλλά με ο χρόνος μπορεί, αν μπορεί να φέρει μια αλλαγή, να φέρει μια μετάλλαξη, μια αναγέννηση αν θέλει κανείς, αλλά ο χρόνος μπορεί να φέρει αλλαγή, μετάλλαξη, αναγέννηση, όπως θέλετε πέστε το όχι όταν εμείς αλλάξουμε στο χρόνο, αλλά όταν αλλάξουμε το χρόνο, γιατί όπως λέγαμε πριν, ο χρόνος σαν δική μας δημιουργία μπορεί να είναι στα χέρια μας και όλο το μυστικό των κοινωνιών που βαδίζουν, που προκόβουν και που προχωρούν είναι ότι αντί να υφίσταται το γεωλογικό χρόνο, ακριβώς αλλάζουν το χρόνο.
Πρέπει να αλλάξουμε τον χρόνο. Δηλαδή πρέπει να ψάχνεις με το κιάλι καφενεία στην Ελλάδα για να γίνει η αλλαγή. Αυτό θα είναι το σημάδι. Όντως τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για τέλος της κρίσης. Όντως για τέλος της κρίσης. Όντως θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για έξοδο χωρίς υποτροπή. Όντως. Όντως μια τέτοια περίπτωση θα ήταν εάν τα παιδιά της Φιλοσοφικής μόνα τους καθαρίζανε με τους δασκάλους ώσπου να γίνει ο περιβόητος διαγωνισμός με τις καθαρίστριες. Όντως θα άλλαζαν το χρόνο. Δεν θα ήταν παθητικά. Παθητικά πού; Απέναντι στη βρωμιά παθητικά. Είναι τρομερό.
Να είσαι παθητικός σε ένα τανκς, όπως στην πλατεία του Πεκίνου το καταλαβαίνω, αλλά στα σκουπίδια παθητικός; Είναι απίστευτο. Επομένως μην ξεχνάμε ποτέ ότι ο χρόνος που περνάει δεν είναι απλός ο χρόνος που φεύγει με μισθούς και συντάξεις την 1η του μηνός. Είναι κάτι άλλο. Είναι κάτι άλλο που συνδέεται με μια διαφορετική προοπτική την οποία μας εμπιστεύεται και μας σέβεται. Είναι αυτοσεβασμός η υπόθεση την οποία συζητάμε. Και να πούμε για να καταλήξουμε βεβαίως ότι αν υποθέσουμε ότι όλα πάνε, εντός εισαγωγικών, κατ’ ευχήν, όπως λέγεται. Ότι ανοίγουμε μπροστά μας ένα καινούργιο μέλλον.
Θα πρέπει να ξέρουμε επίσης ότι στο μέλλον το οποίο ανοίγει το καινούργιο δεν γίνονται κατ’ ανάγκη όλα καλύτερα ή χειρότερα. Γιατί κατ’ ανάγκη καλύτερα ή χειρότερα γίνονται όλα σε ένα μουχλιασμένο μέλλον, ακίνητο. Στο μέλλον που ανοίγεται τα πράγματα είναι διαφορετικά, αλλά δεν γίνονται όλα κατ’ ανάγκη έτσι ή αλλιώς. Στο μέλλον που ανοίγεται πέρα από αισιοδοξίες και από απαισιοδοξίες, πρέπει να ξέρουμε ότι τα πάντα είναι κρίσιμα, υπό την έννοια δηλαδή ότι κάθε στιγμή μπορεί να σε πάει από το καλύτερο στο χειρότερο και από το χειρότερο στο καλύτερο. Γιατί όλα παίζονται στο πεδίο του δικού σου πια καινούργιου χρόνου. Ευχαριστώ για την υπομονή.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Να αρχίσω με δυο αντιρρήσεις. Πρώτον δεν είχαμε συμφωνήσει να μιλήσεις για εξάντληση της 4ετίας. Να πάω σε κάτι που θεωρώ σοβαρό. Έστω και εν τη ρήμη του λόγου είπες κάποια στιγμή, τα μνημόνια που μας έσωσαν τις συντάξεις και τους μισθούς.
Νομίζω ότι η πρόταση είναι ημιτελής. Τα μνημόνια που έσωσαν τις συντάξεις και τους μισθούς, αλλά έσωσαν και ένα μεγάλο μέρος του παλιού συστήματος. Γιατί η χώρα ….
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Ναι.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Γιατί η χώρα πέρασε από την αυταρέσκεια και τη σιγουριά του κράτους στην αυταρέσκεια και τη σιγουριά των αγορών. Έλεγα ότι περάσαμε από την αλαζονική σιγουριά του κράτους στην Ελλάδα στην αλαζονική σιγουριά των αγορών. Και όχι μόνο εμείς και γενικά στην Ευρώπη έχει μπερδευτεί η έννοια κοινωνία της αγοράς με μια άλλη έννοια που για μένα θα ήταν πιο λογική, κοινωνία με αγορές.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Δεν έχω αντίρρηση, αλλά τα θεωρώ δευτερεύοντα αυτά.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Δηλαδή; Γιατί είναι δευτερεύοντα; Γιατί μπορεί να αφεθεί κάποιος να πιστέψει ότι σωστά είπατε ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια. Και αυτό είναι το εύκολο να το συμφωνήσουμε εμείς οι λογικοί σε αυτή την αίθουσα. Από εκεί και πέρα εάν τα μνημόνια εξυπηρετούν το πέρασμα από την κρίση σε μια άλλη κοινωνία, είναι κάτι που θέλει πάρα πολύ μεγάλη συζήτηση.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Θέλει πάρα πολύ συζήτηση και αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η ετοιμότητα της τροπής, γιατί με αυτό κατέληξα, του ενδεχομένως χειρότερου σε καλύτερο, επειδή μπορείς να ανοίγεις χρόνο. Αν δεν μπορείς να ανοίγεις χρόνο, το κάλλιστο το έχασες.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Αν είναι να πεθάνουμε ας πεθάνουμε. Δεν υπάρχει λόγος να επιβιώνουμε διασωληνωμένοι. Εάν όμως είναι να ζήσουμε, έχουμε αγώνα μπροστά μας.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Δική σου η ερώτηση;
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Δική σας.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Εάν έχεις λόγους να πεθάνεις, έχεις και λόγους για να ζήσεις. Οπότε μπορείς και διασωληνωμένος να μείνεις και να τραβήξεις από το χέρι σου τον ορό αν χρειαστεί. Δηλαδή σε εσένα είναι το βάρος και η ευθύνη. Ό, τι είπα σήμερα έφερνε την ευθύνη και το βάρος επάνω μας και όχι αλλού. Όχι ότι δεν υπάρχει αλλού, υπάρχει αλλού, δεν το συζητώ, αλλά αυτή τη στιγμή υπάρχει το τεράστιο έλλειμμα ενός εαυτού ο οποίος συνεχώς απαλλάσσεται από το βάρος του φορτώνοντάς το αλλού, σε άλλους, σε συνωμότες, σε κακοήθεις.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί κάποτε τις μέρες που εμείς δουλεύαμε το Ποτάμι, είχατε πει, η πολιτική έχει μια μεγάλη υποχρέωση στις μέρες μας. Πρέπει να δώσουν δύναμη στους δημιουργούς. Μια πολιτική που δίνει δύναμη στους δημιουργούς, ανοίγει την πόρτα στην κοινωνική αλληλεγγύη. Εάν δεν είσαι δημιουργός γίνεσαι εύκολα ιδιοτελής. Εάν είσαι δημιουργός ξέρεις να σταθείς δίπλα στον αδύνατο.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Ήταν μια περίληψη όσων είπα σήμερα.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Επιμένετε ότι έχουν πεθάνει οι ιδεολογίες; Εγώ δεν θέλω.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Επιμένω;
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Επιμένετε ότι έχουν πεθάνει οι ιδεολογίες και όχι οι μεγάλες ιδέες;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Βέβαια, γιατί είπα ότι οι ιδεολογίες στην πιο απλή περίπτωση είναι προβολές επιθυμιών σε φαντασιώσεις και φαντασιώσεις στην πραγματικότητα. Οι μεγάλες ιδέες διαστέλλουν την πραγματικότητα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Μπορεί να είναι πολιτικό πρόταγμα η λογική;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Όχι, αλλά μπορεί να υποστηρίξει το πρόγραμμα το πολιτικό. Χωρίς αυτό πολιτικό πρόταγμα δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο απάτη. Νομίζω ότι τα είπαμε όλα.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Όχι. Έχω ακόμη δυο σημειώσεις από τα δικά σας. Το ένα αφορά το πλεονέκτημα του κέντρου των αλλαγών.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Άλλο αυτό και άλλο του κέντρου, Ένωσης Κέντρου.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Η Ένωσης Κέντρου έχει αποθάνει.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Δεν έχει σημασία. Εδώ ζούμε στην εποχή των φαντασμάτων. Εγώ πιστεύω στο κέντρο, αλλά το πιστεύω σαν συνθετική δύναμη που συναιρεί σε ανώτερο επίπεδο ό, τι υπάρχει. Όχι σε αυτό που λέει, είμαι στη μέση, λίγο αριστερά, λίγο δεξιά, εγώ στη μέση, αλλά σαν συνθετική δύναμη που ακριβώς το κεντρώο στοιχείο είναι η πρώτη και η μεγάλη σύνταξη συναισθήματος και λογικής.
Η ευθύνη ενός κέντρου είναι πρώτα απ’ όλα ότι πρέπει να συνδυάσει αυτά τα δυο πράγματα. Και να βγει από πάνω.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Πέμπτη φάλαγγα της δημοκρατίας η μετριότητα.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Ό, τι χειρότερο. Εφιάλτης. Καμία φορά και φαντασίωση της δημοκρατίας η μετριότητα. Αυτό είναι η χειρότερη εκδοχή απ’ όλες. Να φανταστείς δηλαδή ως ιδεώδες αυτό το πράγμα. Αυτό συνέβη. Συνέβη σε μεγάλο βαθμό το ’81. Το πρόβλημα του ’81 που είχε πολλά θετικά στοιχεία, όπως μη αποκατάσταση ανθρώπων των περιθωρίων τους έκανε κανονικούς πολίτες, μια αναβάθμιση ιδιωτικού επιπέδου, δεν υπάρχει αμφιβολία.
Αλλά έγινε ένα φάλτσο χτύπημα εκείνη τη στιγμή. Αυτοί οι άνθρωποι που έπρεπε να αποκατασταθούν και απεκαταστάθησαν, ταυτοχρόνως ανεδείχθησαν σε αξιακά πρότυπα. Εκεί χάθηκε το παιχνίδι, εκεί έγινε η καταστροφή.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Έχετε πει και έχουμε συζητήσει παλιότερα στο παρελθόν, ότι ο δικός μας πολιτισμός ….
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Με συγχωρείς εγώ κάνω την ανάλυση ή εσύ;
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Έχω μερικές απορίες που δεν έχουν ενταχθεί στην ομιλία μου. Αναφέρεστε συχνά ότι ο ελληνικός πολιτισμός ήταν πάντα ατομοκεντρικός.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Δεν το έχω πει εγώ αυτό.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Τη λέξη ατομοκεντρικός ή την ουσία;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Ότι ο ελληνικός πολιτισμός δεν έφτασε ποτέ στο άτομο. Ο δυτικός πολιτισμός έχει από μια στιγμή και ύστερα τον ατομοκεντρικό χαρακτήρα.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Σήμερα η συμπεριφορά μας είναι αυτή; Είναι ατομοκεντρική;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Όχι. Μακάρι να ήταν κάτι. Δεν είναι τίποτα. Είμαστε τουρλού.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Δεν είναι αυτό που είπατε πριν, τα σκουπίδια στο σπίτι δεν υπάρχουν, υπάρχουν στο πανεπιστήμιο. Δεν είναι μια συμπεριφορά που έχει σχέση με ένα ατομοκεντρισμό; Δηλαδή ότι προστατεύει ο καθένας αυτό που θεωρεί δικό του, αυτό που θεωρεί περιβάλλον, αλλά το γενικότερο καλό, το συλλογικό καλό δεν είναι αντιληπτό.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Σωστό, αλλά γίνεται θυσία για τον δικό του άνθρωπο. Για τον ξένο είναι που δεν υπάρχει. Αυτό είναι το μυστικό. Για τον δικό του άνθρωποι γίνεται θυσία.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ναι.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Εκεί δηλαδή χάνει τον εαυτό του. Τον παίζει στα ζάρια τον εαυτό του. Χάνει τον εγωισμό του για τον δικό του άνθρωπο. Ο ξένος δεν έχει περιθώρια να υπάρχει μέσα στην ψυχή του, γιατί οι δεσμοί της συνοχής …
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ο ξένος είναι όποιος είναι έξω από την οικογένεια.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Ο ξένος, ο απ’ έξω. Οι δεσμοί της συνοχής βασίζονται όπως έλεγα πριν σε μια εικόνα του ποιος είναι και τι πρέπει να κάνω με βάση το τι αντίληψη υπάρχει στο περιβάλλον και εάν μου εκπέμπεται. Επομένως εγώ ταυτίζω, παίρνω την ταυτότητά μου από την ενότητά του με αυτό το περιβάλλον. Δεν υπάρχει τίποτε έξω από αυτό παρά μόνο εχθρικά ή πράγματα για τα οποία μπορώ να είμαι καχύποπτος.
Το μεγάλο πρόβλημα που προσπάθησα να δω έτσι στην διάρκεια της δουλειάς που κάνω, ήταν να δω ακριβώς αυτή την αχίλλειο πτέρνα η οποία εμποδίζει έναν πανέξυπνο πραγματικά λαό να κάνει τα αδύνατα που θα τον έκαναν άνθρωπο.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ναι, γιατί δεν αποφασίζουμε να πάμε ούτε στο αμερικάνικο μοντέλο, ούτε στο σκανδιναβικό και το βόρειο μοντέλο.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Ούτε να μείνουμε στον εαυτό μας.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ούτε να μεταφέρουμε θεσμούς που θα ενισχύσουν την ατομικότητα, ούτε να φέρουμε θεσμούς που να ενισχύσουν τη συλλογικότητα.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Είμαστε παντού και πουθενά. Αυτό είναι η υπόθεση στην οποία πρέπει να παίξει ένα πολύ αποφασιστικό ρόλο πέρα από τους ψυχαναλυτές και η πολιτική.
Δηλαδή η πολιτική οπτική η οποία θα επιτρέπει μια διαστολή του εγώ προς τις κατευθύνσεις που περιλαμβάνουν και το άγνωστο. Δηλαδή παράδειγμα, ας πούμε για λόγους ματαιοδοξίας, το πετύχαμε αυτό στους Ολυμπιακούς του 2004. Εθελοντισμός 80.000 άνθρωποι. Αλλά επειδή θα μας λέγανε οι ξένοι μπράβο παιδιά. Μετά τα αφήσαμε όλα έρημα και τα κλέψανε οι πάντες βεβαίως όπως ξέρουμε.
Έχει σημασία να δούμε τα ψυχολογικά παρεπόμενα στάσεων που δεν είναι συνειδητές επιλογές και βηματισμοί, αλλά είναι βαθύτατα εγκατεστημένες συνθήκες συναισθημάτων με βάση τις οποίες αντιδρούμε στα πράγματα. Γιατί αντιδρούμε με το συναίσθημα και με τη λογική όταν πρέπει να υπηρετήσει το συναίσθημα.
Τι θέλω να πω; Θέλω να πω ότι ένας τύπος που πρέπει να εκδικηθεί, δεν μας ενδιαφέρει καλώς ή κακώς, παρορμητικά αποφασίζει να εκδικηθεί και δεν λογαριάζει τίποτα, ότι θα γίνει ισοβίτης, ότι δεν ξέρω τι. Όταν όμως θέσει σε ενέργεια το σχέδιο της εκδικήσεως, είναι τρομερά λογικός, αλλά έχει αποφασίσει το συναίσθημα πού θα διοχετευθεί η λογική του.
Έχουμε την ανάγκη να ισορροπήσουν αυτοί ή όχι; Είναι ζωτικής σημασίας. Γι’ αυτό δεν μπορεί ούτε πολιτική να έχουν αυτοί. Δηλαδή εάν υπήρχε λογική, θα μπορούσαν κάπως να συνεννοηθούν αυτοί οι άνθρωποι, αλλά το μόνο που καταλαβαίνουν συναισθηματικά είναι ότι ο άλλος είναι εχθρός και ο λαός να δει τον καλό και τον κακό. Τον Ολυμπιακό κι τον Παναθηναϊκό.
Εκεί είναι το μεγάλο κώλυμα στο οποίο παίζει ρόλο μια παλιά κουλτούρα μεσαιωνική η οποία δεν έκανε τον 11ο αιώνα τα βήματα που έπρεπε να γίνουν ενώ άρχιζε στη Δύση αυτή η κίνηση της ωριμάνσεως των συνειδήσεων, εδώ δεν έγινε ποτέ. Εδώ δογματικά απεκλείσθη η χρήση της λογικής το 1351 μετά τις δικαστικές έρευνες. Έχει σημασία αυτό να το καταλάβουμε. Δογματικά. Δογματικά ως δόγμα απεκλείσθη. Ως δόγμα θρησκευτικό δηλαδή ως κομμάτι της ψυχής των ανθρώπων. Είναι πολύ σοβαρό αυτό το πράγμα να το σκεφτεί κανείς, υπάρχει μια ιστορία, ένα βάθος σε αυτά τα πράγματα.
Και βεβαίως δε μιλήσαμε σήμερα τι θα έκανε ένα νεωτερικό Κόμμα με την Εκκλησία. Θα τα πούμε άλλη φορά αυτά!
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Το ποσοστό του καινούργιου που πρέπει να αναμιχθεί σε αυτή την ιστορία ποιο είναι; Δηλαδή πως μπορεί να αλλάξει αυτό, από τη μεταβολή του παλιού ή μόνο με καινούργιο;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Το σωστό του καινούργιου είναι ότι πρέπει να ξέρει ότι στην πράξη του ακόμη κι αν αυτή είναι σωστή, όλα παίζονται. Θα ανοίξει το δρόμο για το κρίσιμο και όχι για το καλό. Γιατί στο καλό, αν πιστεύεις στο καλό, θα χάσεις τον αέρα. Αν ανοίξει το δρόμο για το κρίσιμο, τότε ανοίγει πραγματικά την ψυχή του και για τους άλλους.
Νομίζω δηλαδή ότι το βάσανο στο οποίο υποβάλλουμε τον εαυτό μας συνεχώς είναι ότι προκειμένου να διατηρούμε ισορροπίες τέτοιου τύπου μέσα, δεν βάζουμε στο τραπέζι τα μεγάλα διακυβεύματα μιας ψυχικής ζωής που ακόμη δεν έχει αποφασίσει ένα τρόπο να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της.
Αυτό γιατί επειδή έχει χάσει τη σχέση με τον κόσμο, επειδή είναι ανοιχτή στην επιθυμία και όχι στον κόσμο, είναι πάρα πολύ δύσκολο να έχει καλή σχέση με τον εαυτό της. Άρα ένας τρόπος πολιτικός που μπορεί να συνδέει τον λόγο με το αίσθημα και περαιτέρω με την πραγματικότητα, θα μπορούσε να εγγυηθεί προϋποθέσεις για κάτι άλλο. Παράδειγμα ιστορικό: το γεγονός ότι κάποια στιγμή η ανθρωπότητα, η ευρωπαϊκή, βγήκε από το συμβολικό κόσμο των σπουδαίων βυζαντινών εικόνων, αλλά κοίταξε απ’ έξω τα δέντρα και τα σπίτια, ήταν καταλυτικό γιατί ωρίμασε, ενηλικιώθηκε η συνείδηση του ανθρώπου.
Ενηλικιωνόμαστε κάθε φορά που βλέπουμε το δέντρο, ως δέντρο και ωριμάζουμε όταν ανακαλύψουμε ότι το δέντρο δεν είναι η φλούδα του, είναι και το νόημα του. Δηλαδή δεν το βλέπουμε μόνο αλλά και το ζωγραφίζουμε. Την ώρα που ζωγραφίζω το δέντρο, την ώρα εκείνη πια μια άλλη σχέση έχει γίνει με αυτό. Είμαι κύριος πια της πραγματικότητας.
Αυτά φαίνονται φιλοσοφίες. Είναι πολιτική όμως. Δηλαδή είναι ανωμαλίες στη σκέψη που βοηθούν το πολιτικό κριτήριο. Αν δεν τα έχει κανείς στο μυαλό του, είναι δύσκολο να κινηθεί σε χώρες με αχανείς παραδόσεις μεγάλες παραδόσεις, όπως η ελληνική.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Πως θα κόψουμε δρόμο όμως;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Πρώτα πρέπει να τον δούμε το δρόμο! Πρέπει να δούμε το δρόμο, γιατί μπορεί αντί για δρόμος να είναι τίποτε άλλο.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Εμείς τον δρόμο τον έχουμε αποφασίσει, αλλά να ακούσουμε εσάς, αλλά πρέπει να κόψουμε και δρόμο. Δηλαδή δεν υπάρχει χρόνος.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Πάντα κόβεις δρόμο όταν παραιτείσαι από λίγες φαντασιώσεις σου. Ο καλύτερος τρόπος είναι αυτός. Εμάς μας έχει μείνει το μαράζι επειδή είμαστε άπραγοι αιώνες τώρα και καρπαζοεισπράκτορες μας έχει μείνει ως απάγκιο και ελπίδα η ματαιοδοξία. Πρέπει να το κόψουμε αυτό το πράγμα για να δούμε την πραγματικότητα. Αυτό είναι όλο.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ξέρετε ότι μας έβλεπαν και από άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Το Ποτάμι;
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Σήμερα μας έβλεπαν …
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Ποιοι μας βλέπανε;
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ποιοι;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Πού να ξέρω!
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Σε πολλές περιοχές. Είχαν στήσει οθόνες και παρακολουθούσαν.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Τους βλέπουμε κι εμείς, τους ατενίζουμε.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Μου έστειλαν κάτι, δεν ξέρω αν έχει πολύ σχέση με αυτό που είπατε εσείς, μου έστειλαν μια μαντινάδα από την Κρήτη. Κρητικά ξέρετε;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Για να την ακούσουμε.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: «Ο γεις τον βλέπει τον γκρεμό και τον επιάνει ζάλη, κι άλλος στην άκρη άκρη του χορεύει πεντοζάλι»!
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Αυτός τον βρήκε το δρόμο!
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Να σας τη μεταφράσω την ουσία ή την καταλαβαίνετε;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Τι να μου μεταφράσεις;
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ότι το αδιέξοδο που ζούμε σε κάποιους πολλούς δημιουργεί ένα φόβο και μια ζάλη και σε κάποιους άλλους, τρελούς …
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Τους κάνει να χορεύουν!
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Τους δίνει αφορμή να χορεύουν στην άκρη του γκρεμού.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Αυτό είχε να κάνει με το παράδειγμα της γλώσσας και των γλυπτών του Παρθενώνα. Δηλαδή εκεί ταιριάξαμε κάπου με αυτό. Νομίζω ότι για να μην πούμε ότι όπως το πάρει κανείς, διότι δεν θα ήταν και η καλύτερη εκδοχή όπως το πάρει κανείς …
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Εγώ νομίζω ότι μας το στέλνουν κυρίως για να πουν ότι ενώ θα μπορούσαμε να είμαστε μουδιασμένοι μπροστά στον γκρεμό …
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Χορεύουμε πεντοζάλη.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Εμείς δεν είμαστε μουδιασμένοι μπροστά στον γκρεμό.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Κάθε άλλο. Εμείς είμαστε για να το πούμε ευρωπαϊκά περίπου ιπτάμενοι Ολλανδοί.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Εγώ στο «εμείς» περιελάμβανα το Ποτάμι κυρίως.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Κολυμβητές της Μάγχης.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Λοιπόν, σας ευχαριστώ.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Και εγώ ευχαριστώ.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Να πούμε ότι όλα αυτά τα έφτιαξαν σήμερα οι εθελοντές μας που τους ευχαριστούμε πολύ. Αν ήμασταν TedX θα ανεβάζαμε τα παιδιά όπως το κάνουν στο τέλος, που ανεβάζουν τα κορίτσια και τα αγόρια στο τέλος και τους χειροκροτούν, αλλά το χειροκρότημα δόθηκε έτσι κι αλλιώς.
Σας ευχαριστώ όλους που ήσασταν σήμερα εδώ. Θέλει να μας πει τίποτε ο κόσμος;
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Αν θέλει ο κόσμος να πει κάτι… αλλιώς …
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Έχουμε τα κουλούρια που περιμένουν και το τυράκι.
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Μπορούμε να τα πούμε και σε κλειστό κύκλο.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Θέλεις κάτι επίμονα; Για πες.
ΟΜΙΛΗΤΗΣ: (Τοποθέτηση εκτός μικροφώνου)
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Δεν είπα για πτώση, είπα για παρακμή. Η παρακμή είναι μαράζι, η πτώση είναι απώλεια ύψους. Εγώ παρακμή είπα, δεν είπα πτώση. Πτώση σημαίνει ότι είσαι κάπου ψηλά και πέφτεις, δεν είναι η περίπτωση.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Μια κυρία θέλει να πει κάτι επίμονα.
ΟΜΙΛΗΤΡΙΑ: (Τοποθέτηση εκτός μικροφώνου)
Σ. ΡΑΜΦΟΣ: Να αισθάνεται την ανάγκη των άλλων, ρώτησε η κυρία «τα χαρακτηριστικά ενός πολιτικού ηγέτη σήμερα» και λέω να αισθάνεται την ανάγκη κι άλλων ανθρώπων. Ευχαριστούμε πολύ.
Σ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Σας ευχαριστώ.

2 Νοεμβρίου 2014

PHP Code Snippets Powered By : XYZScripts.com