20 Ιουνίου, 2018

Εθνικός ή/και ευρωπαϊκός πατριωτισμός;

Παναγιώτης Καρκατσούλης

Σήμερα έχουμε παραχωρήσει ένα μεγάλο μέρος της κυριαρχίας μας στην υπερεθνική οντότητα της ΕΕ

Ο πατριωτισμός είναι μία από εκείνες τις μετα-έννοιες που ανταποκρίνεται σε προσδιορισμούς του που μπορεί να προέρχονται από περισσότερους και διαφορετικούς ερμηνευτές του. Στην ίδια κατηγορία των εννοιών ανήκει η δημοκρατία και η ελευθερία. Κοινό χαρακτηριστικό των εννοιών αυτών είναι ότι ανταποκρίνονται, το ίδιο εύκολα, στη νοηματοδότησή τους τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος.

Ο πατριωτισμός, δηλαδή, ως έννοια σηματοδοτείται τόσο από μια αριστερή όσο και από μια δεξιά ερμηνεία του. Οι μεταξύ τους διαφορές έχουν νόημα και αξία στο πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αλλά δεν επηρεάζουν καθόλου τον ίδιο τον πατριωτισμό. Σ’ ένα απλό παράδειγμα: Ένα αριστερό κόμμα με διεθνιστική παράδοση κατανοεί ως πατριωτικό κάτι που εκτείνεται εκτός συνόρων, για την ακρίβεια κάτι που καταργεί και υπερβαίνει τα σύνορα. Ο δεξιός πατριώτης θα καταλάβει ως πατριωτικό καθήκον την υπεράσπιση των συνόρων της πατρίδας του, ως έχουν, τη στιγμή που διατυπώνει την κρίση του. Συνήθως, μετά τις φραστικές αντιπαραθέσεις των μεν εναντίον των δε, η συζήτηση κλείνει με μια δήλωση μη αμφισβήτησης των πατριωτικών αισθημάτων εκατέρωθεν.

Για τον ελληνικό πατριωτισμό δεν ισχύουν διαφορετικά απ’ ό,τι για τον γαλλικό ή τον ιταλικό. Ποιητές, φιλόσοφοι αλλά και αγωνιστές που πρωτοστάτησαν σε απελευθερωτικούς αγώνες έχουν συνεισφέρει στη νοηματοδότηση της ελληνικής πατρίδας.

Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ πατρίδας, έθνους και αντιστοίχως μεταξύ πατριωτών και εθνικιστών είναι δυσδιάκριτες αλλά, πάντως, παρά τη θεωρητική διαφορετική προσέγγιση του έθνους και της πατρίδας, παραμένει ως μοναδικό πραγματικό σημείο αναφοράς η (ελληνική) πατρίδα.

Η πιο συγκροτημένη απόπειρα υπέρβασης των εθνικισμών στην Ευρώπη είναι η δημιουργία της ΕΕ. Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες δημιουργίας ενός ευρω-πατριωτισμού αλλά τα πρακτικά μέτρα που έχουν ληφθεί, προκειμένου η συζήτηση να μην είναι μόνον θεωρητική, παραμένουν ισχνά. Η ευρωπαϊκή υπηκοότητα, για παράδειγμα, δεν έχει ακόμη κατοχυρωθεί, έτσι ώστε να καταστούν υποδεέστερες οι εθνικές ταυτότητες των πολιτών των κρατών μελών. Και, μάλλον, αυτό δεν θα συμβεί, ποτέ, ακριβώς έτσι. Η μόνη περίπτωση να τελεσφορήσει η ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι να συνυπάρξει με τις εθνικές ταυτότητες των πολιτών της. Το πότε θα διαμορφωθεί μια συνείδηση όπου η εθνική ταυτότητα θα ακολουθεί την άλλη, την ευρωπαϊκή, κατ’ αναλογία των ΗΠΑ, αυτό μόνο ο ιστορικός χρόνος μπορεί να το δείξει.

Αυτό που μπορούμε να διαπιστώσουμε, σήμερα, είναι ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα που θα αναδειχτεί μέσα από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αναπτύσσεται απελπιστικά αργά. Οι προσδοκίες των πολιτών για προσοχή και έγνοια στα θέματά τους μεταφέρονται από τις Βρυξέλλες στις έδρες των εξω-συστημικών κυβερνήσεων τις οποίες επιλέγουν να τους εκπροσωπήσουν. Το γεγονός αυτό που δεν είναι, πλέον, περιθωριακό, μαζί με την αγριότητα των αρρύθμιστων κοινωνικών δικτύων, δημιουργούν μια απογοήτευση σε σχέση με το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, την αποτυχία του οποίου προεξοφλούν πολλοί.

Δεν συμφωνώ μ’ αυτές τις απόψεις αλλά δεν ανήκω και σ’ εκείνους τους αφελείς, οι οποίοι πιστεύουν ότι μόνη η συμμετοχή μας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς αρκεί για να διασφαλίσει την ευημερία ή την ασφάλειά μας από τις επιβουλές των γειτόνων.

Το ότι η συμφωνία με τα Σκόπια που συζητείται αυτές τις ημέρες έχει την εγγύηση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ είναι θετικό. Το ότι, όμως, είναι μια κακή, ετεροβαρής συμφωνία για μας, είναι επίσης γεγονός. Κι αυτό οφείλεται στο ότι οι Τσίπρας-Καμμένος δεν διαπραγματεύτηκαν καν τα επίμαχα θέματα της μακεδονικής ταυτότητας, είτε από αβελτηρία και ανικανότητα είτε από ενδοτισμό και εθνομηδενισμό. Αυτοί είναι πολλαπλά επικίνδυνοι, διότι με μια μονοκοντυλιά αναγνώρισαν όλη την προπαγάνδα του μακεδονισμού, μια από τις χειρότερες ιδεολογικές κατασκευές των Σλάβων, απέναντι στον οποίο όλες οι κυβερνήσεις της Ελλάδας είχαν αντισταθεί σθεναρά.

Πατριωτικό, και σήμερα, είναι να μάχεσαι για την υπεράσπιση των πάγιων αξιών σου. Μόνο που, αντίθετα από άλλες εποχές, που προσδοκούσες από μια εθνική κυβέρνηση να το κάνει, σήμερα έχουμε παραχωρήσει ένα μεγάλο μέρος της κυριαρχίας μας στην υπερεθνική οντότητα της ΕΕ. Εκεί πρέπει να αγωνιστούμε, σκληρότερα και πάντως πολύ περισσότερο απ’ όσο στο εσωτερικό της χώρας μας, προκειμένου να διαμορφώσουμε ισορροπίες και πλειοψηφίες υπέρ των απόψεων και των θέσεών μας.

Αυτό δεν συμβαίνει σήμερα. Και οι επιδοκιμασίες των εταίρων μας στις «δύσκολες αποφάσεις» του Τσίπρα δεν είναι παρά oι επιδοκιμασίες σ’ έναν Μπερτόδουλο που δεν γνωρίζει ούτε, καν, το Ίλιντεν.

Οι συνεπείς ευρωπαϊκές δυνάμεις, μακράν των εθνολαϊκιστών, πρέπει να κερδίσουν το έδαφος που με τόση απερισκεψία οι άφρονες πολιτικοί μας έχασαν. Έχουμε, παρά την κρίση εμπιστοσύνης με την οποία μας περιβάλλουν οι εταίροι μας, τη μοναδική ευκαιρία να ξεφύγουμε από τον φαύλο κύκλο των άχρηστων και επικίνδυνων τοπικών παραγόντων και του μίσους και της απέχθειας που δημιουργούνται γι’ αυτούς ανακυκλωνόμενα σ’ έναν φαύλο κύκλο. Στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικογένεια έχουμε πολύ περισσότερες πιθανότητες να διαρρήξουμε αυτό τον κύκλο που μας συνοδεύει, ως ειμαρμένη, στη σύγχρονη ιστορία μας.

* O Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου «Π στο τετράγωνο - Πρόοδος στην Πράξη»

Πηγή: AthensVoice