20 Οκτωβρίου, 2014

Εστίες κρίσης. Η Τουρκία και η Ελλάδα.

Γιώργος Κακλίκης

Η αναταραχή στον περίγυρο της Ελλάδας έχει ξεπεράσει το χαρακτήρα της τοπικής αναστάτωσης. Ο κίνδυνος να πάρει γενικότερη μορφή είναι προφανής.

Η Δύση δεν αντέδρασε αποφασιστικά από την αρχή τόσο διότι υποτίμησε τις τοπικές αναταραχές όσο και διότι δεν είχε σχέδιο. Όπως συνήθως συμβαίνει, λίγο μετά την αρνητική τροπή των πραγμάτων στη Μέση Ανατολή, οι επιμηθείς άρχισαν να μέμφονται τους ιθύνοντες διαφόρων χωρών για λανθασμένους χειρισμούς ή για αδράνεια. Και, εν μέρει, δεν είχαν άδικο.
Στην πρόσφατη εξέλιξη με το «ισλαμικό κράτος» η κοινότητα των αναλυτών είχε ως σημείο αναφοράς την Τουρκία. Τον «ακρογωνιαίο λίθο της Ατλαντικής Συμμαχίας», τη χώρα με «τον δεύτερο, σε μέγεθος, στρατό του ΝΑΤΟ» κτλ.

Απ΄την πλευρά της, η υπερτιμημένη Τουρκία έδωσε ξανά δείγματα ιδιοτέλειας και αδυναμίας για συμμαχική συνεργασία. Το φαινόμενο της τουρκικής αδράνειας του 2003 επαναλήφθηκε ένδεκα χρόνια μετά, με την τουρκική απάθεια μπροστά στην απειλή θυσίας του κουρδικού Κομπάνι. Η Δύση απόρησε με τη διακοσμητική παράταξη των τουρκικών αρμάτων μάχης σε απόσταση μικρότερη των χιλίων μέτρων από το Κομπάνι που κινδύνευε να πέσει στα χέρια των ενόπλων του ISIS. Απόρησε, ακόμα, με την αδυναμία των κούρδων της Συρίας να περάσουν τις τουρκικές γραμμές για να βρουν καταφύγιο στο τουρκικό έδαφος.

Ειναι γνωστές οι θεωρίες του κ. Νταούτογλου, μέντορα του κ. Ερντογάν στην εξωτερική πολιτική, για τη θέση της Τουρκίας στον κόσμο του Ισλάμ και, το ίδιο γνωστή είναι η προσκόληση του τούρκου Προέδρου στις αντιλήψεις αυτές. Το αποδεικνύει με κάθε τρόπο. Ας θυμηθούμε την θεατρική «θεία οργή» του, στο Νταβός, κατά του Ισραήλ. Ας θυμηθούμε την, με κάθε ευκαιρία, προσπάθειά του να προβάλει τη χώρα του ως τον φάρο του συνετού και δημοκρατικού Ισλάμ όχι μόνο στη Δύση αλλά και στα ίδια τα μουσουλμανικά κράτη.

Η Δύση, έχοντας πολλά και σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην οικονομική αγορά των 70 εκατομμυρίων τούρκων και έχοντας επενδύσει ελπίδες και χρήμα για την ασφάλειά της στη γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας, είτε την θωπεύει για να έχει εξασφαλισμένη (;) τη σύμπραξή της, είτε κλείνει τα μάτια όταν ο «ακρογωνιαίος λίθος» καταπλακώνει εξόφθαλμα τα δικαιώματα των μειονοτήτων ή αδιαφορεί μπροστά στις σφαγές που γίνονται στα σύνορά του. Πρόθυμη, πάντα, η Τουρκία να απειλήσει με τον στρατό της όποιον δεν συμμορφώνεται με τις επιθυμίες της –έστω και αν αυτές βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση με στοιχειώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου- αδρανής όμως όταν δράματα εκτυλίσσονται σε απόσταση λίγων μόνο μέτρων από αυτήν. Στις δραματικές εξελίξεις που εκτυλίσσονται στη γειτονιά του, ο «επιτήδειος ουδέτερος» σταθμίζει -όπως πάντα ξέρει να κάνει- με ζυγό ακριβείας τα υπέρ και τα κατά κάθε κίνησής του τόσο για τις σχέσεις του με την «θέσει» συμμαχία του, τους δυτικούς, όσο και για εκείνες με την πρόσφατη και «φύσει» συμμαχία του, τον μουσουλμανικό χώρο.

Η Δύση, μπορεί να προβληματίζεται κάποιες στιγμές για αυτά, όμως σύντομα θα επιστρέψει στη γνωστή αντίληψη ότι η χώρα αυτή πρέπει να φυλαχτεί ως κόρη οφθαλμού χάριν των δυτικών συμφερόντων. Εύλογο όταν κανείς γνωρίζει όχι μόνο τη γεωπολιτική θέση της χώρας αλλά και όταν ξέρει πως είναι πολύ δύσκολη η αλλαγή θεώρησης των πραγμάτων και η αντικατάστασή τους με νέες θεωρίες διαφορετικής κατεύθυνσης. Ας θυμηθούμε εδώ την επίσκεψη του Προέδρου Ομπάμα στην Άγκυρα, λίγο μόλις μετά την πρώτη εκλογή του. Ας προσθέσουμε τις προ μηνών επισκέψεις στην τουρκική πρωτεύουσα της Κας Μέρκελ και του κ. Ολάντ αλλά και την πολύ πρόσφατη “συγγνώμη” του αμερικανού Αντιπροέδρου Μπάιντεν για όσα είχε δηλώσει για τη στάση της Τουρκίας έναντι του “ισλαμικού κράτους”.

Όλα αυτά να ενθαρρύνουν την Τουρκία και οι πολιτικοί της να αισθάνονται αυξημένη την αυτοπεποίθησή τους. Και είναι λογικό -ιδιαίτερα για μια χώρα που ακόμα διατηρεί ένα βουλιμικό πρωτογονισμό- να αναμιμνήσκεται των μεγαλείων του οθωμανικού παρελθόντος της και να ορέγεται, στη σημερινή εποχή, νέους θριάμβους και δόξες. Τα μεγαλοοθωμανικά σχέδια του θεωρητικού κ. Νταούτογλου πήραν μεγάλες διαστάσεις με την άνοδο στην εξουσία του ΑΚΡ και η Δύση ανέγνωσε με μεγάλο ενδιαφέρον το σύγγραμμά του «Στρατηγικό Βάθος». Οι ιδέες του κ. Νταούτογλου ήσαν, θεωρητικά, θελκτικές στο τουρκικό κοινό. Και ενδιαφέρουσες στο δυτικό. Πολλοί θα ήθελαν να δουν την Τουρκία με ειρήνη σ’ όλα τα σύνορά της (αρκεί αυτή να μην επέβαλε τη δική της ειρήνη). Και πολλοί επίσης θα ήθελαν ένα, παρεμφερές με το δικό της, μοντέλο δημοκρατίας σε ομόθρησκές της χώρες.

Όμως, η θεωρία προσέκρουσε στην πράξη. Τόσο οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή όσο και άλλοι παράγοντες και, ανάμεσα σ’ αυτούς, η άμετρη αλαζονεία του σημερινού Προέδρου της, ζημίωσαν την εικόνα που ήθελε ο ίδιος να προβάλει. Η θεωρία του Αχμέτ Νταούτογλου περί «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» έχει αντιστραφεί και η Τουρκία έχει κατορθώσει να έχει κλονισμένες σχέσεις με, λίγο- πολύ, όλους τους γείτονές της. Και όχι μόνο. Δεν θα μιλήσουμε για τη «θυσία» του Ισραήλ στο βωμό της «σαρωτικής» προσέγγισής της με τις αραβικές χώρες στο όνομα, δήθεν, των δικαιωμάτων των παλαιστινίων. Θα μιλήσουμε όμως για την Αίγυπτο, τη ναυαρχίδα του αραβικού κόσμου, το ρόλο της οποίας αποπειράθηκε να ιδιοποιηθεί ο κ. Ερντογάν αρχής γενομένης με την, πριν μερικά χρόνια, «θριαμβική» (όπως παρουσιάστηκε από μερικά τουρκικά ΜΜΕ) επίσκεψή του στο Κάιρο και με την, σχετικά πρόσφατη, οξεία κριτική του κατά του Προέδρου Σίσι. Σήμερα, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Αίγυπτο είναι στο ναδίρ.

Μέσα σ’ όλ’ αυτά, η Ελλάδα πού στέκεται; Καλά κάνει και συσφίγγει τις σχέσεις της με το Ισραήλ, όχι βέβαια με σκοπό τη σύμπηξη μετώπου κατά της Άγκυρας όπως ευφάνταστοι τουρκικοί κονδυλοφόροι έσπευσαν να συμπεράνουν. Καλά κάνει η Αθήνα και επανέρχεται στο Κάιρο συζητώντας μαζί του και το θέμα των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών. Όμως, αυτά φτάνουν; Είμαστε ικανοποιημένοι με μερικές μόνο κινήσεις σε μια περιοχή που μοιάζει με αναβράζουσα λάβα, όπου η ρευστότητα είναι το χαρακτηριστικό της και οι αλλαγές μπορεί να είναι ξαφνικές και απρόβλεπτες;

Τώρα χρειάζεται η ενεργή και χωρίς διαλείμματα δραστηριοποίηση της Αθήνας στο διεθνή χώρο. Η συντηρητική δικαιολογία ότι τα οικονομικά της χώρας δεν είναι καλά, ότι πρέπει πρώτα να συμμαζέψουμε τα του οίκου μας και για τα άλλα «βλέπουμε» όταν έλθουν καλύτερες μέρες, ότι πρέπει πρώτα να ασχοληθούμε με τα εθνικής σημασίας προβλήματα κτλ είναι αντιλήψεις λανθασμένες και επικίνδυνες. Δεν μιλάμε για ανάληψη πολεμικών επιχειρήσεων αλλά για ανάληψη μεγάλης και διαρκούς διπλωματικής εκστρατείας αναβάθμισης της διεθνούς εικόνας της χώρας. Η φήμη που υφέρπει ότι η γραμμή που σήμερα ακολουθείται είναι αυτή της «σώφρονος αδρανείας», πρέπει να διαψευσθεί. Και αυτό διότι το συμφέρον της Ελλάδας στηρίζεται στη διαρκή προβολή της θετικής της εικόνας. Της εικόνας όχι μόνο της Ελλάδας των φυσικών καλλονών, της ιστορίας και των δημιουργημάτων του παρελθόντος, αλλά μιας ενεργά παρούσας στον κόσμο χώρας. Μια διπλωματικά δραστήρια Ελλάδα που, παράλληλα με τα μείζονα θέματα εθνικής σημασίας που την απασχολούν, παρεμβαίνει στη διεθνή σκηνή, είναι μια χώρα που θα προκαλέσει συμπάθειες, προσεγγίσεις, συνεργασίες και, κυρίως, θα είναι υπολογίσιμη. Από συμμάχους, από γείτονες, από τρίτους.

Και επειδή η πρόταση αυτή διατρέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί μεγαλεπήβολη, θα υπογραμμίσω ότι δεν γίνεται λόγος για ανάληψη πρωτοβουλιών παγκόσμιας εμβέλειας. Η Ελλάδα έχει επίγνωση του ρόλου της στη διεθνή σκακιέρα και δεν κινδυνεύει να γείρει προς την πλευρά του γραφικού. Κάλλιστα μπορεί να αναλάβει, προσεκτικά προετοιμασμένες, διπλωματικές πρωτοβουλίες στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της ΝΑ Μεσογείου μεσολαβώντας και καταθέτοντας συγκροτημένες προτάσεις. Το πεδίο δράσης δεν είναι μόνο η εστία της κάθε κρίσης. Είναι οι Διεθνείς Οργανισμοί. Είναι οι πρωτεύουσες κάθε χώρας που μπορεί και επιθυμεί να συμβάλει σε παρόμοιες προσπάθειες. Δύο «μεσαίες» χώρες της Ευρώπης, η Ολλανδία και η Ελβετία, μας δίνουν σοβαρά παραδείγματα. Και οι δυο, αν και μακρυά από τις εστίες βρασμού, είναι παρούσες, η κάθε μια με τον τρόπο της. Η πρώτη, με δραστήρια στελέχη, δίνει το παρών σε πολλά σημεία του χάρτη. Η δεύτερη, προσφέρει διακριτικά τις σοβαρές διπλωματικές υπηρεσίες της στη διεθνή κοινότητα.

Η διατήρηση της Ελλάδας στην επιφάνεια επιβάλλει τη ατέρμονα κίνησή της. Δεν έχει την πολυτέλεια να ξαποσταίνει και μετά να τραβά προς τη δόξα. Είναι τέτοια η θέση της που, αρέσει ή όχι, πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή κινητικότητα. Στη Μέση Ανατολή η φωνή της ακούγεται, είναι συμπαθής. Στη ΝΑ Ευρώπη πρέπει να σηκώσει ξανά το ανάστημά της, με σύνεση, συγκροτημένες και εφικτές προτάσεις. Με την ανήσυχη Τουρκία επιβάλλεται να είναι σε διαρκή διάλογο χωρίς φοβικά σύνδρομα. Αυτά που άλλοι, στη Δύση, έχουν κατορθώσει εδώ και δεκαετίες πρέπει να τα επιδιώξουμε με όλο τον περίγυρό μας.

* Ο Γιώργος Κακλίκης είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου

 

διαβάστε επίσης