21 Οκτωβρίου, 2016

Επενδύσεις, έρευνα, value for money: οι λέξεις – κλειδιά για τον ελληνικό τουρισμό

Κατερίνα Μάρκου

Στις απαραίτητες παρεμβάσεις για να προχωρήσει με σοβαρότητα και ρεαλισμό ένας έξυπνος σχεδιασμός στον τομέα του τουρισμού τόσο σε εθνικό – κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο αναφέρθηκε η βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης με το Ποτάμι, μιλώντας στο Γ΄Διεπιστημονικό Συνέδριο «Πολιτική, Τουρισμός και Επικοινωνία» που οργάνωσαν η Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, η Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΕΚΠΑ και η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου στη Ρόδο την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου.

Τόνισε ότι ο εκσυγχρονισμός του τουρισμού χρειάζεται μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές, τουλάχιστον 2 δις ευρώ το έτος για να επιτευχθεί ο στόχος να ξεπερνά η χώρα τους 20 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως, λέγοντας ότι μια πολιτική προσέλκυσης τέτοιων επενδύσεων, κυρίως από το εξωτερικό, στο τέλος θα βοηθήσει και τις μικρές μονάδες να εκσυγχρονιστούν.

«Αν θέλουμε να κάνουμε την Ελλάδα ‘Φλόριντα’, πρέπει να δημιουργήσουμε καθεστώς αγοράς και διατήρησης ακίνητης ιδιοκτησίας ευνοϊκό για τους αγοραστές από το εξωτερικό. Δεν θα έρθει κανένας στη χώρα μας αν είναι να μπλέξει με τον ΕΝΦΙΑ, τα ενεργειακά πιστοποιητικά και τις χρήσεις γης» επεσήμανε.

Ως βασικό στοιχείο του ελληνικού τουριστικού προϊόντος που θα έπρεπε να προωθείται ανέδειξε το λεγόμενο value for money – τη σχέση δηλαδή ποιότητας και τιμής. «Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τις πολύ φθηνές αγορές. Λόγω, όμως, και των σοβαρών ελλείψεών στην ποιότητα δεν μπορούμε να «χτυπήσουμε» μόνο τον τουρισμό πολυτελείας» τόνισε και αναφέρθηκε στο μεγάλο πρόβλημα της καθαριότητας στους εξωτερικούς χώρους αλλά και σε πολλά μαγαζιά και στο κακό σέρβις και ζήτησε περισσότερους ελέγχους αλλά και εκπαιδευτικά προγράμματα.

Όσον αφορά τη διεθνή εικόνα της χώρας και την προώθησή της, η λέξη κλειδί είναι ‘έρευνα’, τόνισε. «Έρευνα σε στοχευμένες αγορές, σε χώρες με απευθείας αεροπορική σύνδεση. Να ξέρουμε πότε πάνε διακοπές, πότε κάνουν κρατήσεις για τις διακοπές, τι ψάχνουν, ποιες εικόνες τους αρέσουν. Το κυριότερο, με ποιόν τρόπο θα τους κάνουμε να ξανάρθουν και να προτείνουν και σε άλλους τη χώρα μας».

Αναφέρθηκε, ακόμα, στην κακή διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος, τονίζοντας ότι, παρόλο που κάποια νησιά έχουν κυρίως πρόβλημα εικόνας, όχι υποδομών, δεν έχει γίνει καμία απολύτως προσπάθεια να αντιστραφεί η κακή αυτή διεθνής εικόνα και αυτό είναι ευθύνη αποκλειστικά της πολιτείας. «Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τα «κακά» μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως συνηθίζει η κυβέρνηση» επεσήμανε. «Στην κυβέρνηση πρυτάνευσε η λογική του «να πάρουμε τα λεφτά από τους ευρωπαϊους» και να κάνουμε δημόσιες σχέσεις με τους ψηφοφόρους. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να εκτιμήσει πως η κατάσταση θα επηρεάσει την εικόνα της χώρας».

Ακολουθούν τα βασικά σημεία της τοποθέτησής της:

Ο εκσυγχρονισμός του τουρισμού χρειάζεται μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές, τουλάχιστον 2 δις ευρώ το έτος για να επιτευχθεί ο στόχος να ξεπερνά η χώρα τους 20 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως. Φυσικά, δεν μιλάμε για μία ανεξέλεγκτη κατάσταση, ο σεβασμός στο περιβάλλον είναι αδιαπραγμάτευτος. Αλλά μια πολιτική προσέλκυσης τέτοιων επενδύσεων, κυρίως από το εξωτερικό, στο τέλος θα βοηθήσει και τις μικρές μονάδες να εκσυγχρονιστούν.

Αν θέλουμε να κάνουμε την Ελλάδα «Φλόριντα», πρέπει να δημιουργήσουμε καθεστώς αγοράς και διατήρησης ακίνητης ιδιοκτησίας ευνοϊκό για τους αγοραστές από το εξωτερικό. Πρώτα απ’ όλα, ένα σταθερό και προβλέψιμο φορολογικό καθεστώς και μείωση των διοικητικών βαρών. Δεν θα έρθει κανένας στη χώρα μας αν είναι να μπλέξει με τον ΕΝΦΙΑ, τα ενεργειακά πιστοποιητικά και τις χρήσεις γης.

Για την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, χρειάζεται ρεαλισμός. Από τη στιγμή που η πλειοψηφία των εργαζομένων σε όλη την Ευρώπη παίρνουν τις διακοπές τους το δίμηνο Ιουλίου – Αυγούστου, το να προσπαθούμε να επεκτείνουμε την τουριστική περίοδο στους 12 μήνες δεν είναι εφικτό. Μπορούμε, όμως, να προωθήσουμε διάφορες εξειδικευμένες μορφές τουρισμού που δεν είναι χρονικά περιορισμένες, όπως ο συνεδριακός τουρισμός, ο ακαδημαϊκός τουρισμός σε συνεργασίας με τα πανεπιστήμιά μας, ο θρησκευτικός, τα θεματικά πάρκα, και φυσικά, ο ιατρικός και ιαματικός τουρισμός.

Όσο για το κόστος, η διαρκής μείωση χωρίς βελτίωση της ποιότητας φέρνει στη χώρα μας μαζικό τουρισμό χαμηλού κόστους και χαμηλών δαπανών. Το λεγόμενο value for money – η σχέση δηλαδή ποιότητας και τιμής - είναι το βασικό στοιχείο του ελληνικού τουριστικού προϊόντος που θα έπρεπε να προωθούμε. Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τις πολύ φθηνές αγορές. Λόγω, όμως, και των σοβαρών ελλείψεών στην ποιότητα δεν μπορούμε να «χτυπήσουμε» μόνο τον τουρισμό πολυτελείας.

Το θέμα της καθαριότητας στους εξωτερικούς χώρους αλλά και σε πολλά μαγαζιά είναι πρόβλημα. Το κακό σέρβις, επίσης. Ο πελάτης πολυτελείας απαιτεί υψηλής ποιότητας εξυπηρέτηση όχι μόνο στο ξενοδοχείο του αλλά παντού. Πάλι, η πολιτεία είναι που θέτει κανόνες και προϋποθέσεις και ελέγχει την εφαρμογή τους. Η πολιτεία είναι που θα προωθήσει προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης στελεχών και διευθυντών, πρώτα και κύρια, για τη βελτίωση της ποιότητας.

Το τοπίο του τουρισμού αλλάζει διαρκώς. Βλέπουμε, για παράδειγμα, την άνοδο του Airbnb που θέτει μια νέα πρόκληση και πλήττει τα παραδοσιακά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα. Διαβάζουμε ότι η Ελλάδα πρώτη θα εισάγει σύντομα ρυθμιστικό πλαίσιο. Καλά όλα αυτά, καταλαβαίνω και τις ανησυχίες των επαγγελματιών του χώρου. Το θέμα, όμως, δεν είναι να προστατεύσουμε κεκτημένα αλλά να δούμε τι μπορούμε να μάθουμε από το μοντέλο Airbnb.

Άλλο σημαντικό θέμα, που απαιτεί βέβαια πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι η χορήγηση της βίζας Σένγκεν. Η διαδικασία παραμένει δύσκολη και γραφειοκρατική. Πρέπει να δούμε με σοβαρότητα το θέμα της ηλεκτρονικής βίζας.

Για τη διεθνή εικόνα της χώρας και την προώθησή της, η λέξη κλειδί εδώ είναι έρευνα. Έρευνα σε στοχευμένες αγορές, σε χώρες με απευθείας αεροπορική σύνδεση. Να ξέρουμε πότε πάνε διακοπές, πότε κάνουν κρατήσεις για τις διακοπές, τι ψάχνουν, ποιες εικόνες τους αρέσουν. Το κυριότερο, με ποιόν τρόπο θα τους κάνουμε να ξανάρθουν και να προτείνουν και σε άλλους τη χώρα μας.
Η κρίση είναι προφανές ότι επηρέασε αρνητικά τη διεθνή εικόνα της χώρας μας. Ανέσυρε από το παρελθόν όλα τα αρνητικά στερεότυπα που συνδέονται με τη χώρα μας και δημιούργησε ένα κλίμα αρνητικό στη διεθνή κοινή γνώμη.

Προφανώς, η υπεροφορολόγηση επαγγελματιών και επιχειρήσεων έχει οδηγήσει σε αύξηση του κόστους, ιδίως για τις σοβαρές και συνεπείς επιχειρήσεις. Μην κλείνουμε τα μάτια στη μεγάλη φοροδιαφυγή στον τουρισμό. Και προφανώς, το κόστος επηρεάζει και την ελκυστικότητα του τουριστικού προϊόντος. Όμως, όπως είπα και νωρίτερα, τα κομβικά σημεία είναι η σχέση ποιότητας – τιμής και η εικόνα. Σίγουρα, μια μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών θα είναι ευνοϊκή συνολικά για την οικονομία. Όμως, δεν είναι πανάκεια και πρέπει να το θυμόμαστε αυτό.

Όσον αφορά το προσφυγικό ζήτημα, φαίνεται πως είναι εδώ για να μείνει και κανείς δεν γνωρίζει για πόσο, ούτε καν ο αρμόδιος Υπουργός. Η δική μου αίσθηση από το περασμένο καλοκαίρι είναι πως κάποια νησιά έχουν κυρίως πρόβλημα εικόνας, όχι υποδομών. Σίγουρα, τον πρώτο καιρό η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη και αυτή η αίσθηση έχει εντυπωθεί διεθνώς πια. Το βασικότερο είναι ότι δεν έχει γίνει καμία απολύτως προσπάθεια να αντιστραφεί αυτή η εικόνα και αυτό είναι ευθύνη αποκλειστικά της πολιτείας. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τα «κακά» μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως συνηθίζει η κυβέρνηση.

Στην κυβέρνηση πρυτάνευσε η λογική του «να πάρουμε τα λεφτά από τους ευρωπαϊους» και να κάνουμε δημόσιες σχέσεις με τους ψηφοφόρους. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να εκτιμήσει πως η κατάσταση θα επηρεάσει την εικόνα της χώρας.

Δείτε φωτογραφίες: