26 Απριλίου, 2014

Γιούλη Μενουδάκου: Επαναπαυμένοι στους συμβολισμούς

Ποτάμι

Το Μεγάλο Σάββατο πραγματοποιήθηκε μια διαφορετική «Ανάσταση». Ένα παιδάκι 6 ετών καθώς και ένας ακόμα ασθενής μεταμοσχεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη με νεφρό και ήπαρ αντίστοιχα, χάρη στη γενναιοδωρία της οικογένειας μιας 57χρονης γυναίκας που κατέληξε. Μεταμοσχεύσεις μπορεί να γίνονται όλο το χρόνο. Κάθε φορά όμως που συμπίπτουν με το Πάσχα, η απόλυτη ταύτιση του συμβολισμού της γιορτής του Χριστιανισμού με την πράξη της μεταμόσχευσης είναι μεγαλειώδης. Το ορθόδοξο Πάσχα είναι γεμάτο συμβολισμούς που αφορούν τη θυσία του Χριστού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Συμβολισμούς που υποτίθεται ότι εξυψώνουν τις πανανθρώπινες αξίες της αυτοθυσίας, της συγχώρεσης και της αλληλεγγύης και υπενθυμίζουν στους πιστούς το χρέος τους προς το συνάνθρωπο.

Χαρακτηριστικό μάλιστα ψυχολογικό επακόλουθο αυτής της «Ανάστασης» που προσφέρει η μεταμόσχευση, είναι ότι η πλειονότητα των ευεργετημένων δηλώνουν πως έγιναν καλύτεροι άνθρωποι και φροντίζουν μέσα στη καθημερινότητα τους να βοηθούν συνανθρώπους τους. Οι οικογένειες των δοτών από την άλλη πλευρά αναφέρουν ότι η πράξη τους αυτή έδωσε ένα θετικό νόημα στο τραγικό γεγονός του θανάτου του προσφιλούς τους προσώπου, ενώ η σκέψη ότι κάποια άλλοι, ακόμα και άγνωστοι άνθρωποι, κέρδισαν ζωή, ανακούφισε σημαντικά τον πόνο τους.

Αυτό το Πάσχα, με εξαίρεση το παραπάνω γεγονός, φοβάμαι ότι μείναμε μόνο στα «σύμβολα». Ασχοληθήκαμε εξαντλητικά με τους πασχαλινούς μικροσυμβολισμούς, ακόμα και σε επίπεδο τηλεπαραθύρων. Βάλαμε τα καλά μας και τρέξαμε στο παρά δέκα στην Ανάσταση, ασχοληθήκαμε με το αρνάκι, την τιμή του και τη χρονοβόρα προετοιμασία του, ίσως ανάψαμε και ένα κερί και προσκυνήσαμε κάποιο εικόνισμα και για την υγεία και την ευημερία της οικογένειας μας. Πουθενά όμως μέσα σε όλο αυτό δεν περάσαμε από τον συμβολισμό στη πράξη. Δεν κάναμε κάτι για τον «άλλον», για τον συνάνθρωπο που πάσχει, ουτως ώστε να μετάσχουμε ουσιαστικά σε αυτό που συμβολίζει η ύψιστη εορτή της Ορθοδοξίας.

Αυτό που διαπιστώνω με λύπη είναι ότι, πέρα από τον τρόπο που βιώνουμε τη θρησκευτική μας πίστη, γενικότερα στο δημόσιο βίο μας και ειδικότερα στον πολιτικό, έχουμε και εκεί επαναπαυθεί στο να υπερασπιζόμαστε «σύμβολα», είτε με πάθος, είτε από συνήθεια, ενώ έχουμε αποκοπεί από το νόημά τους. Κυρίως έχουμε χάσει το δρόμο προς την «πράξη», που εξ ορισμού τους αυτά δημιουργήθηκαν για να αναπαριστούν και να εξυπηρετούν.

Η σχέση του ανθρώπου με τα σύμβολα δεν χτίστηκε για να είναι μονοσήμαντη, αφού στρατεύτηκε πίσω από αυτά για να δημιουργήσει, να μεγαλουργήσει, να αγωνιστεί, ακόμα όμως και για να καταστρέψει. Οι άνθρωποι δημιούργησαν θρησκευτικά σύμβολα για να γαληνέψουν τη ψυχή τους από τα αρχέγονα άγχη τους και να βρουν νόημα στην ύπαρξή τους. Κάποιες φορές όμως στη πορεία τα σύμβολα αυτά, μαζί με τις μάζες των πιστών, χειραγωγήθηκαν και για άλλους σκοπούς που η ιστορία και η ίδια η εκκλησία έχει καταδικάσει. Οι άνθρωποι ακολούθησαν κοινωνικοπολιτικά σύμβολα διεκδικώντας την ισότητα, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Άπειρες φορές απογοητεύτηκαν από αυτά όταν διαπίστωσαν ότι πίσω από τα μεγαλειώδη μηνύματα ενυπάρχουν και παγιωμένες, πολυκαιρισμένες ακόμα και απάνθρωπες αντιλήψεις, ξεπερασμένες από τις ανάγκες των καιρών, τις οποίες όμως κανείς δεν σκέφτεται ή δεν τολμά να αμφισβητήσει.

Το να επαναπαύεται κανείς στην υποστήριξη οικείων πολιτικών και κομματικών συμβόλων, παρά το γεγονός ότι έχουν αποτύχει παταγωδώς και το να πιστεύει άκριτα και αβασάνιστα αυτούς που ξέρουν αριστοτεχνικά να τα διαχειρίζονται, είναι ίσως το εύκολο. Κυρίως όμως είναι ανεύθυνο, ανώριμο έως και εγκληματικό, καθώς στη πραγματικότητα αφήνουμε άλλους να νοηματοδοτούν τα πολιτικά σύμβολα και να διαχειρίζονται τη κατάσταση σύμφωνα με το κομματικό και όχι το κοινωνικό συμφέρον.

Δεν απορρίπτω τα σύμβολα, θρησκευτικά, πολιτικά, κοινωνικά κ.ο.κ. Κάθε άλλο. Απορρίπτω τη νοσηρή, μονόδρομη και ατελέσφορη σχέση που έχουμε δημιουργήσει με πολλά από αυτά. Μόνο αν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε πίσω από τους συμβολισμούς κάθε νέου ή παλιού σχηματισμού, να κρίνουμε και να αξιολογήσουμε τις πράξεις τους και κυρίως να έχουμε απαιτήσεις από αυτούς, ως σύνολο και όχι ως μονάδες, τότε σύντομα θα ξεχωρίσει η ήρα απ το σιτάρι και ο έλεγχος θα επιστρέψει σε αυτόν που οφείλει να αποφασίζει. Τον υπεύθυνο πολίτη.