13 Μάιος, 2017

Ένταξη ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ

Γιάννης Παπανικολάου

Η συμφωνία για τη διευθέτηση του Χρέους σχετικά με την οποία το μπρα-ντε –φερ μεταξύ ΔΝΤ και της Γερμανικής Κυβέρνησης θα κορυφωθεί μέχρι τις 22 Μαΐου, συνδέεται άμεσα με την βιωσιμότητα του, που με τη σειρα της αποτελεί αυστηρή προϋπόθεση για τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (Quantitative Easing-QE) της E.K.T.

Το πρόγραμμα αυτό αποτελεί εργαλείο άσκησης νομισματικής πολιτικής, για την αύξηση της διαθέσιμης ρευστότητας στο οικονομικό σύστημα.

Όταν σε κάποια οικονομία επικρατεί ύφεση, η Κεντρική Τράπεζα χαλαρώνει τη νομισματική πολιτική.

Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την μείωση των επιτοκίων ώστε να περιορίζεται το κόστος δανεισμού για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Όταν όμως, όπως στη περίπτωση της ευρωζώνης, τα επιτόκια είναι ήδη πολύ χαμηλά, η παραπάνω επιλογή δεν είναι εφικτή γιατί θα σήμαινε αρνητικά επιτόκια.

Η κατάσταση αυτή ονομάζεται παγίδα ρευστότητας.

Σε τέτοια περίπτωση η μόνη εναλλακτική λύση για να ριχθεί «φρέσκο» χρήμα στην οικονομία είναι η αγορά από την Κεντρική Τράπεζα, η στην περίπτωση της ευρωζώνης την Ε.Κ.Τ. από τις Κεντρικές Τράπεζες των χωρών μελών της, κρατικών ομολόγων, όπως συμβαίνει από τον Μάρτιο του 2015

Για να συμμετέχουν όμως τα ομόλογα μιας χώρας στο πρόγραμμα και να θεωρούνται επιλέξιμα πρέπει να καλύπτουν τις προδιαγραφές ποιότητας που έχουν τεθεί.

Η αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως επιλέξιμων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας γιατί είναι κλειδί για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών προς αυτή.

Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η σύνταξη από την ίδια την τράπεζα ενός ανεξαρτήτου έλεγχου βιωσιμότητες του χρέους (DSA-Debt Sustainability Analysis). Είναι αυτονόητο ότι τα συμπεράσματα της ΕΚΤ δεν μπορεί να διαφέρουν από αυτά του ΔΝΤ.

Η αγορά ελληνικών ομολόγων από την Ε.Κ.Τ. σημαίνει πρώτα απ’ όλα πρόσθετη ρευστότητα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα για την χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας.

Η αξία των ομολόγων που μπορούν θεωρητικά να αγοραστούν είναι μέχρι 5 δις.

Στην πράξη όμως δεν θα ξεπεράσει τα 2,5-3.

Άλλο κρίσιμο ζήτημα είναι η παραπέρα διάρκεια του προγράμματος, δεδομένου ότι ο κ. Σόιμπλε πιέζει για την ολοκλήρωσή του.

Το πιο απτό αποτέλεσμα θα είναι η μείωση της απόδοσης των ελληνικών ομολόγων που θα ερμηνευθεί ως μείωση του «κινδύνου της χώρας» (country risk) και θα μειώσει το κόστος κεφαλαίου για τις ελληνικές επιχειρήσεις που σήμερα είναι απαράδεκτα υψηλό σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους.

Ήδη εν όψει της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης και της ένταξής τους στο Πρόγραμμα το επιτόκιο των ελληνικών 10 ετών ομολόγων έχει πέσει στο 5,57%.

Η εκτίμηση όμως ότι η σχετική απόφαση του Δ.Σ. της Τραπέζης μπορεί να ληφθεί στις 8 Ιούνιου κρίνεται ως υπεραισιόδοξη. Αν ο κ. Ντράγκι ζητήσει να επικυρωθούν τα όποια μέτρα για το χρέος από τα εθνικά κοινοβούλια των εταίρων, τότε όλα αυτά μπορεί να περιμένουν τουλάχιστο μέχρι τις γερμανικές εκλογές.

Ο σχεδιασμός της Κυβέρνησης είναι, αν πάνε όλα καλά, να γίνει μια απόπειρα δοκιμαστικής εξόδου στις αγορές για κάποιο χαμηλό ποσό, ώστε να λειανθεί το έδαφος για κανονική έξοδο το 2018.

Τα παραπάνω, ακόμα και αν εξελιχτούν με βάση τις κυβερνητικές προσδοκίες, δεν αποτελούν πανάκεια.

Είναι αναγκαίες αλλά όχι επαρκείς συνθήκες για υπάρξει αύξηση των επενδύσεων και μείωση της ανεργίας.

Απαιτούνται ακόμα πολλές μεταρρυθμίσεις:

Στη Δημόσια Διοίκηση

Στην απονομή δικαιοσύνης

Στη φορολογία

Στην αγορά εργασίας

Στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών

Στη ρύθμιση των κόκκινων δανείων

Με βάση τις μέχρι τώρα επιδόσεις της Κυβέρνησης οι προοπτικές για να έλθει η πολυπόθητη ανάπτυξη είναι από λιγοστές έως ανύπαρκτες.

*Ο Γιάννης Παπανικολάου είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου

Πηγή: insider.gr