30 Οκτώβριος, 2015

Ενεργειακή φτώχεια: υπάρχει λύση;

Πέτρος Ι. Μπούγιας

Τρεις στους τέσσερις που ζουν στις ορεινές περιοχές υποφέρουν από ενεργειακή φτώχεια. Αδυνατούν δηλαδή να καλύψουν επαρκώς τις ενεργειακές του ανάγκες με προσιτό κόστος.

Το συνέδριο που πραγματοποίησε το ΜΕΚΔΕ (Μετσόβιο Κέντρο Διεπιστημονικής Έρευνας) για να παρουσιάσει τις  ανανεώσιμες  πηγές  και την εξοικονόμηση ενέργειας ως εργαλεία αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας στις ορεινές περιοχές, ανέδειξε τον κίνδυνο η ενεργειακή φτώχεια να ριζώσει στις ορεινές κοινωνίες και να αποτελέσει ένα εμπόδιο, που δύσκολα θα αρθεί και νομοτελειακά θα επιβαρύνει το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων, αφού τα αυξημένα ενεργειακά φορτία των περιοχών λόγω του ψυχρότερου κλίματος, το «γερασμένο» κτιριακό απόθεμα και τα χαμηλότερα εισοδήματα των ορεινών πληθυσμών, δεν μπορούν να αποτελέσουν τροχοπέδη στην περαιτέρω φτωχοποίηση των εν λόγω περιοχών. Ωστόσο τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των ορεινών όγκων, όπως το ανάγλυφο σε συνδυασμό με τις κλιματικές συνθήκες δημιουργούν τη βάση για την ύπαρξη αιολικού δυναμικού, υδατοπτώσεων, βιομάζας και αν προσθέσουμε και την ηλιακή ακτινοβολία, αντιλαμβανόμαστε ότι διαθέτουμε ένα τεράστιο «ενεργειακό κεφάλαιο», που η σωστή αξιοποίησή του μπορεί να προσφέρει λύσεις στο πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας με ταυτόχρονη προσέλκυση επενδύσεων, δημιουργία θέσεων εργασίας  και ανάπτυξη των απομακρυσμένων αυτών περιοχών.

Γιατί όμως, παρότι αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα  επενδύσεων και αξιοποίησης της «πράσινης ενέργειας», η υλοποίηση παραμένει «σχέδιο επί χάρτου»;

Η βασικότερη αιτία είναι η γραφειοκρατία και η χρόνια κωλυσιεργία επιτροπών και φορέων γνωμοδοτήσεων και αδειοδοτήσεων. Όταν η έγκριση μιας μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και η αδειοδότηση από τη ΡΑΕ για ένα αιολικό πάρκο, για παράδειγμα, διαρκεί κατά μέσο όρο 2 χρόνια, τη στιγμή που σε άλλα κράτη η αντίστοιχη γνωμοδότηση δίνεται σε λιγότερο από 2 μήνες, νομίζω πως κάθε σοβαρός επενδυτής θα σκεφτεί πως έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια, όπως και αλλού βουνά που έχουν αέρηδες. Το γεγονός πως δεν έχει «συμμαζευτεί» η δαιδαλώδης νομοθεσία σε ένα τελικό κείμενο για να μπορεί ο φερόμενος ως επενδυτής να ξέρει τι ισχύει και τι όχι, χωρίς να υπάρχουν νόμοι που αναιρούν ο ένας τον άλλο, μόνο τυχαία δεν έγινε. Διαχρονικά το πολιτικό σύστημα για να φαίνεται χρήσιμο και να «εξυπηρετεί», αφήνει ακαθόριστο και θολό το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη δημιουργία επενδύσεων. Η αναβλητικότητα στην ολοκλήρωση του Εθνικού Κτηματολογίου και ειδικά στην ανάρτηση των δασικών χαρτών που θα ξεκαθάριζαν το τοπίο και θα έθεταν τη βάση ενός «υγιούς» αναπτυξιακού σχεδιασμού, επιβεβαιώνει περίτρανα τις πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο δεύτερος λόγος είναι η καχυποψία, η ιδεοληψία και η απροθυμία πολλές φορές των τοπικών κοινωνιών, στην υλοποίηση επενδύσεων πράσινης ενέργειας στον τόπο τους. Για παράδειγμα, η τοποθέτηση ανεμογεννητριών σε μια κορυφογραμμή προσκρούει στην αισθητική ορισμένων, ενώ αντιρρήσεις μπορεί να εκφράζει κάποιος κυνηγός για τα πουλιά που δεν θα πετάνε πάνω από τη συγκεκριμένη κορυφή (ανεξάρτητα αν στη συγκεκριμένη δεν θα μπορούσε να φθάσει παρά μόνο με ελικόπτερο ο ίδιος και παρότι στην ίδια περιοχή υπάρχουν εκατοντάδες άλλες κορυφές). Άλλοι σκεπτόμενοι «πιο συμμετοχικά» είναι σύμφωνοι μόνο αν πραγματοποιηθεί από τον Δήμο το εν λόγω έργο. Έλα όμως που οι περισσότεροι δήμοι δεν έχουν κονδύλια «ούτε για χαρτί τουαλέτας», πόσο μάλλον για επενδύσεις που -ακόμη και συγχρηματοδοτούμενες από ευρωπαϊκά προγράμματα- απαιτούν κεφάλαιο εκατομμυρίων ευρώ.

Έτσι λοιπόν παρά το γεγονός ότι επενδύσεις από ΑΠΕ θα δημιουργούσαν θέσεις εργασίας στις ορεινές περιοχές όπου η ανεργία είναι στα ύψη, ένα μέρος των κερδών του επενδυτή (ποσοστό για παράδειγμα περίπου 3% για τα αιολικά) θα δινόταν ανταποδοτικά στον δήμο, είναι φιλικές επένδυσεις προς το περιβάλλον και θα έλυναν και σε ένα βαθμό το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας, οι τοπικές κοινωνίες φαίνονται διστακτικές και απρόθυμες.

Την ίδια στιγμή η ανήλια Σουηδία σε λίγα χρόνια θα είναι ενεργειακά αυτάρκης, χρησιμοποιώντας μόνο ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι απρόθυμοι για επενδύσεις σε ΑΠΕ κάτοικοι της ηλιόλουστης Ελλάδας θα στέλνουν πρόθυμα μετανάστες τα παιδιά τους εκεί για να εργαστούν, να στηρίξουν και να εξελίξουν το «ενεργειακό θαύμα».

Πέρα λοιπόν από λάθος πολιτικές που διαχρονικά εφαρμόστηκαν στη χώρα μας, υπάρχει και η ατομική ευθύνη του καθενός ως πολίτη. Η αλλαγή νοοτροπίας, η υιοθέτηση του γενικού καλού για την κοινωνία και τον τόπο, τιθασσεύοντας «το ατομικό συμφέρον» που μπαίνει συχνά πάνω απ' όλα, αλλά και η ανάγκη συνειδητοποίησης των προκλήσεων και των ευκαιριών σήμερα. Δεν χρειάζονται ούτε υπερβολικές προσδοκίες (π.χ. ότι θα σκάψουμε, θα βρούμε πετρέλαιο και θα γίνουμε σεΐχηδες λύνοντας το πρόβλημα της χώρας), αλλά ούτε και κινδυνολογία του τύπου «να ξεριζώσουμε τα σιδερένια φυτά της Μέρκελ» (όπως δήλωσε ο κ.Γλέζος) με τη δικαιολογία ότι δεν μας έμεινε γη να σπέρνουμε. Δεν μπορούμε πάντα να ψάχνουμε τον γρήγορο και εύκολο τρόπο. Ούτε να μπορούμε να βγάλουμε «λαγό» από το καπέλο. Μπορούμε όμως να βγάλουμε πολλά και μικρά λαγουδάκια. Μεταξύ του «ενεργειακού μεσαίωνα» στις ΑΠΕ στη χώρα μας και του «σκανδιναβικού ενεργειακού θαύματος» υπάρχει μεγάλος δρόμος. Το όχημα (αιολικό, ηλιακό, υδάτινο δυναμικό, βιομάζα, επιστημονικό προσωπικό, μεθοδολογία, επιστημονικά εργαλεία και το know-how) το διαθέτουμε. Η κοινή μας απόφαση μόνο χρειάζεται για να βάλουμε μπροστά τη μηχανή και να πατήσουμε γκάζι…

*Ο Πέτρος Ι. Μπούγιας είναι εμπειρογνώμονας στον Τομέα Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων.

Ηπειρώτικος Αγών