12 Σεπτεμβρίου, 2017

Ένας δρόμος για την Ελλάδα και την Κίνα

Σταύρος Θεοδωράκης

Άρθρο του Σταύρου Θεοδωράκη στην εφημερίδα Μακεδονία

Η διαχείριση τεράστιων πολιτιστικών αποθεμάτων και από τις δύο... Το μακρινό ταξίδι διακοπών χιλιάδων κατοίκων της μίας χώρας στην άλλη... Η μεγαλύτερη και μακράς διάρκειας επένδυση συμφερόντων της μίας στο πρώτο λιμάνι της άλλης... Κίνα και Ελλάδα αποφάσισαν να μοιράζονται όλο και περισσότερα τα τελευταία χρόνια. Και αυτή είναι μια απόφαση σωστή -με αυστηρά ορθολογικούς όρους-, και για τις δύο πλευρές, παρότι για την ελληνική πλευρά συνδυάστηκε σε ένα βαθμό με τη μάλλον ανομολόγητη –όσο και ανορθολογική– πρόθεση εύρεσης στρατηγικών ερεισμάτων της χώρας μας εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η συνεργασία των δύο χωρών είναι σχεδόν προφανής. Ο μακραίωνος σεβασμός των Κινέζων για τον ελληνικό πολιτισμό, ο ενθουσιασμός των σύγχρονων και οικονομικά εύπορων Κινέζων για το μεσογειακό φυσικό περιβάλλον και η ανάγκη εξασφάλισης θαλάσσιων δρόμων προώθησης των κινεζικών προϊόντων και πρώτων υλών στη Δύση διασυνδέουν με τρόπο φυσικό την Κίνα με την Ελλάδα στους τομείς του πολιτισμού, του τουρισμού και του εμπορίου.

Όμως, τα κέρδη για την ελληνική πλευρά δεν είναι μόνο τα προφανή, σχετιζόμενα με την επίσκεψη 1.5 εκατομμυρίου τουριστών από την Κίνα μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, τη δημιουργία 31.000 θέσεων εργασίας στον εμπορευματικό κόμβο της Cosco στον Πειραιά ή τη μεταφορά άνω του μισού αργού πετρελαίου της Κίνας από τον ελληνικό εμπορικό στόλο. Τα πιο αφανή κέρδη είναι και τα σημαντικότερα. Η συνεργασία στον τομέα διατήρησης μνημείων ή διαχείρισης της εφοδιαστικής αλυσίδας, ως συνέπεια του ενδιαφέροντος των δύο πλευρών για τον πολιτισμό και το θαλάσσιο εμπόριο, θα μπορούσε να προσφέρει στην Ελλάδα την ευκαιρία απόκτησης εξειδικευμένου προσωπικού σε αντικείμενα που σχετίζονται με επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας και εντάσεως ανθρωπίνου κεφαλαίου: δηλαδή, στις πλέον ελπιδοφόρες και μακροπρόθεσμα αποδοτικές επενδύσεις.

Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται η αξία της εμπειρίας συνεργασίας μεταξύ των κινεζικών συμφερόντων και της ελληνικής δημόσιας διοίκησης ή μεταξύ των επικεφαλής των εταιρειών στην Κίνα, από τη μία, και του εγχώριου προσωπικού, από την άλλη, στην προσέλκυση και νέων επενδύσεων στη χώρα. Είναι βάσιμο να αναμένει κανείς ότι την «απόβαση» των Κινέζων στον Πειραιά θα ακολουθήσει και σειρά ανάλογων επενδύσεων στη Βόρεια Ελλάδα, στην περίπτωση που η συνεργασία των εμπλεκομένων -τόσο των αρχών, όσο και των ανθρώπων-συνεχιστεί με επιτυχία.

Ο κοινός δρόμος είναι, αναμφίβολα, οικονομικά επωφελής για την Ελλάδα. Όμως, ο πρόωρος χαμός του μαχητή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και νομπελίστα Liu Xiaobo πριν από μερικές εβδομάδες –στον οποίο δεν είχε επιτραπεί η απονομή του βραβείου, ούτε καν σε εκπρόσωπό του– υπενθυμίζει την απόσταση μεταξύ της Κίνας και του ευρωπαϊκού κεκτημένου στον τομέα των δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών. Ο πειρασμός να κλείσει κάποιος τα μάτια απέναντι στις ανώτερες ανθρώπινες ανάγκες -σκεπτόμενος μόνο τις οικονομικές συμφωνίες- είναι μεγάλος, αλλά δεν θα πρέπει να υποκύψουμε. Αντίθετα, θα πρέπει να τα συνδυάσουμε όλα. Και να γίνουμε ένα ακόμη σκαλοπάτι για την Κίνα, στην προσπάθειά της να προσεγγίσει τις αξίες -και όχι μόνο τα λιμάνια- της Ευρώπης.

Πηγή: Μακεδονία