30 Απριλίου, 2018

Ενα καράβι που δεν θέλει να στρίψει

Γιώργος Στρατόπουλος

Η ΔΕΗ μοιάζει καταπληκτικά με τη χώρα. Δεν υπάρχει ελληνική αμαρτία που να μη βρίσκεται στο σώμα της. Και τώρα, η πώληση των λιγνιτικών μονάδων που ψηφίστηκε δεν συνιστά λύση. Το πρόβλημα είναι μπροστά. Και η επιχείρηση ένα καράβι που βλέπει το παγόβουνο αλλά αρνείται να αλλάξει πορεία

Η ΔΕΗ είναι ο καθρέφτης μας, η Ελλάδα σε σύνοψη. Εχει πίσω της το οικονομικό θαύμα της δεκαετίας του ’50, όταν έφερε ηλεκτρικό ρεύμα και μαζί τον πολιτισμό και στο πιο απομακρυσμένο χωριό, στο πιο απομονωμένο νησί. Από τότε έως σήμερα οι εναερίτες της ΔΕΗ και οι μουντζουρωμένοι εργάτες στα ορυχεία δείχνουν μια Ελλάδα που αγωνίζεται σε αντίξοες συνθήκες. Αλλά έχει και όλα τα μειονεκτήματα και τις πληγές μιας χώρας και μιας εταιρείας που προτιμά να βουλιάξει παρά να αλλάξει. Δεν υπάρχει ελληνική αμαρτία που να μη βρίσκεται στο σώμα της, δεν υπάρχει ευκαιρία χαμένη για την Ελλάδα που να μη χαραμίστηκε εξίσου άδικα και από τη ΔΕΗ με τον τρόπο της. Και οι δυο, ΔΕΗ και Ελλάδα, είναι ένα καράβι που, ενώ κατευθύνεται προς το παγόβουνο, δεν θέλει να στρίψει.

Κολλημένοι στην εποχή του λιγνίτη
Η εποχή του χαλκού ήταν εποχή μεγάλης πολιτιστικής ακμής. Τη διαδέχτηκε η εποχή του σιδήρου. Οποιος συνέχιζε να εξοπλίζεται με χάλκινα όπλα, επειδή τύχαινε να έχει ορυχείο στην αυλή του, μειονεκτούσε στη μάχη και το πλήρωνε.

Ετσι και η ΔΕΗ. Αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα επειδή παραμένει εμμονικά προσκολλημένη στον λιγνίτη, επειδή βρίσκεται σε σφιχτό εναγκαλισμό με το πελατειακό κράτος. Αλλά όλα αυτά είναι ιστορία λίγο-πολύ γνωστή.

Γνωστό είναι και ότι θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά, σε μια πορεία εκσυγχρονισμού και μεγέθυνσης, όπως η δημόσια εταιρεία ηλεκτρισμού της Πορτογαλίας (εδώ). Πρόκειται για δύο εταιρείες με παρόμοια αφετηρία πριν από 25 χρόνια αλλά με πολύ διαφορετική πορεία και κατάληξη.
Ανεξαρτήτως, πάντως, των αιτιών της αποτυχίας της, η ΔΕΗ στο ερώτημα «τι κάνουμε τώρα;» απαντά: «χτίζουμε νέες λιγνιτικές μονάδες». Και αυτό είναι σίγουρη συνταγή αποτυχίας.

Γιατί στην εποχή της καθαρής ενέργειας και της κλιματικής αλλαγής, η ΔΕΗ είναι, ίσως, η μόνη από τις 300 εταιρείες παραγωγής ενέργειας στην ΕΕ που χτίζει νέα λιγνιτική μονάδα. Δηλαδή, ενώ ο λιγνίτης βρίσκεται υπό διωγμόν στην Ευρώπη για περιβαλλοντικούς λόγους, ενώ ο ενεργειακός κόσμος αλλάζει ταχύτατα προς καθαρότερες μορφές ενέργειας, η ΔΕΗ επενδύει τεράστια ποσά (1,5 δισ. ευρώ) στην πιο ρυπογόνα τεχνολογία παραγωγής ενέργειας. Και το κάνει συνειδητά, με επίγνωση των συνεπειών. Αυτό τουλάχιστον σημαίνει η δήλωση του προέδρου της στο συνέδριο του Economist (11/2016). Είπε, λοιπόν, ο κ. Παναγιωτάκης:

«Αν με ρωτάτε αυστηρά επιχειρηματικά, δεν είναι καθόλου κερδοφόρο να επιδοτούνται τέτοιες επενδύσεις. Αντί να δώσουμε 1,5 δισ. ευρώ για την Πτολεμαϊδα V, θα δίναμε τα μισά λεφτά και θα είχαμε ίση, ίσως και περισσότερη ισχύ και πολύ πιο γρήγορα σε μονάδες φυσικού αερίου. Ομως αυτές είναι οι αποφάσεις της Πολιτείας, με τις οποίες δεν διαφωνώ…» (Εδώ και εδώ.)

Δυστυχώς, από το 2016, που έγινε η δήλωση, τα πράγματα χειροτέρεψαν πολύ εις βάρος της ΔΕΗ. Και το κόστος των ρύπων αυξήθηκε και το κόστος των ανταγωνιστικών τεχνολογιών μειώθηκε. Και έτσι σήμερα η κατασκευή μιας μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο ίσης δυναμικότητας με την Πτολεμαϊδα V έχει κόστος μόλις 300 εκατ.ευρώ (εδώ).

Αν απορείτε πώς είναι δυνατόν μια τεχνολογία που απολαμβάνει δωρεάν την πρώτη ύλη (λιγνίτης) να μην είναι ανταγωνιστική συγκρινόμενη με μια άλλη που έχει κόστος προμήθειας (φυσικό αέριο), λάβετε υπόψιν τα εξής:

  1. Ο λιγνίτης είναι πολύ ρυπογόνο καύσιμο και επιβαρύνεται από περιβαλλοντικούς φόρους μέσω δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα (CO2).
  2. Ο ελληνικός λιγνίτης είναι πολύ κακής ποιότητας και επιβαρύνεται με μεγάλο κόστος εξόρυξης και επεξεργασίας.

Επιπλέον, ο λιγνίτης απαιτεί πολύ υψηλότερο κόστος αρχικής επένδυσης συγκριτικά με τις νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο.

Καταλαβαίνετε, λοιπόν, γιατί η επένδυση σε νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο είναι πολύ πιο συμφέρουσα από τις λιγνιτικές. Δεν το λέω εγώ, αλλά ο πρόεδρος της ΔΕΗ που στηρίζει και υπογράφει την επένδυση στη νέα λιγνιτική μονάδα!

Αν η μαρτυρία του προέδρου της ΔΕΗ δεν είναι αρκετή -ο κόσμος στις ημέρες μας είναι πολύ δύσπιστος-, τα δεδομένα είναι αφοπλιστικά. (Πίνακας Ι).
DEH-Cost-of-fuel_Protagon

Μόνο η λειτουργία των λιγνιτωρυχείων κόστισε στη ΔΕΗ 500 εκατ. ευρώ το 2016.

  • Επιπλέον 27 εκατ. ευρώ κόστισαν οι εισαγωγές λιγνίτη (Ετήσια Εκθεση ΔΕΗ 2016, σελ. 232).
  • Η συνολική ηλεκτροπαραγωγή από λιγνιτικές μονάδες το 2016 ήταν 14,9 εκατ. MWh (ΥΠΕΚΑ, σελ.6), γεγονός που ανεβάζει το κόστος της προμήθειας του λιγνίτη για τις μονάδες παραγωγής της ΔΕΗ στα 35,4 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.
  • Επιπλέον 7,9€/MWh ήταν το κόστος δικαιωμάτων CO2 (ΥΠΕΚΑ, σελ.7), ανεβάζοντας το συνολικό κόστος καυσίμου (λιγνίτη) και δικαιωμάτων CO2 στα 43,3€/MWh.

 

Την ίδια χρονιά, μια μονάδα φυσικού αερίου λειτούργησε στη χώρα παράγοντας 1,5 εκατ. MWh ηλεκτρικής ενέργειας με κόστος καυσίμου 38,56 ευρώ/MWh και κόστος δικαιωμάτων CO2 2,1€/MWh. Σύνολο 40,66€/MWh! (Ετήσιες Οικονομικές καταστάσεις 2016, Protergia Θερμοηλεκτρική Αγίου Νικολάου Α.Ε., σελ. 4 και 60).

 

Δηλαδή, το καύσιμο που αγόρασε η μονάδα φυσικού αερίου είχε το ίδιο περίπου κόστος με το κόστος εξόρυξης του λιγνίτη, αλλά, συνυπολογίζοντας και το κόστος των ρύπων, το φυσικό αέριο κατέληγε φθηνότερο. Για την ακρίβεια, το φυσικό αέριο δεν είναι μόνο φθηνότερο από τον «δωρεάν» λιγνίτη, αλλά επιπλέον η μονάδα φυσικού αερίου έχει πολύ χαμηλότερο κόστος κατασκευής και λειτουργίας.

Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα για τον λιγνίτη αν δούμε τις τάσεις στην αγορά δικαιωμάτων CO2. Τον περασμένο Φεβρουάριο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε νέα ευρωπαϊκή Οδηγία για την ταχύτερη μείωση των εκπομπών CO2. Εκτινάχθηκαν έτσι οι τιμές των δικαιωμάτων CO2 (διάγραμμα Ι) από περίπου 5 ευρώ/τόνο (2017) σε 14 ευρώ/τόνο στις 19/4/2018. Εκτιμάται δε ότι λόγω των πολιτικών της ΕΕ η τιμή των δικαιωμάτων θα ξεπεράσει τα 30 ευρώ/τόνο μέχρι το 2030 (Εκτίμηση Bloomberg). Σημειώστε ότι οι υφιστάμενες λιγνιτικές μονάδες εκλύουν 1,5 τόνο CO2 ανά παραγόμενη Μεγαβατώρα, η καθαρότερη Πτολεμαΐδα V εκλύει 1 τόνο/MWh και οι μονάδες φυσικού αερίου 0,4 τόνους/MWh.

DEH-CO2_Lignitis_Protagon

Διάγραμμα Ι: Εξέλιξη τιμών δικαιωμάτων CO2. Πηγή εδώ

Τα κόστη για το 2016 του Πίνακα Ι έχουν διαμορφωθεί από τη μέση τιμή των δικαιωμάτων CO2 του έτους (5,2 ευρώ/τόνο). Αν κάναμε τους υπολογισμούς με τη σημερινή τιμή των δικαιωμάτων CO2 (14 ευρώ/τόνο), το κόστος των ρύπων θα ήταν 21,3 ευρώ/MWh για τις λιγνιτικές μονάδες και 5,7 ευρώ/MWh για τη μονάδα Φ.Α. και το συνολικό κόστος (καυσίμων και ρύπων) 56,7 ευρώ/MWh και 44,2 ευρώ/MWh αντίστοιχα. Με άλλα λόγια, όσο ακριβότερα τα δικαιώματα του CO2 τόσο πιο ασύμφορος ο λιγνίτης.

Με τα στοιχεία που παραθέτω δεν φιλοδοξώ να αναλύσω διεξοδικά τα κόστη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Θέλω όμως να γίνει σαφές πως ο λιγνίτης δεν είναι ούτε τόσο δωρεάν όσο διαφημίζεται ούτε τόσο ανταγωνιστικός όσο νομίζουμε. Και στον βαθμό που το κόστος των ρύπων καθορίζεται διοικητικά (εμμέσως) και η ΕΕ έχει την πολιτική βούληση να καταστήσει μη ελκυστικές τις ρυπογόνες τεχνολογίες, είναι περίπου βέβαιο πως μεσομακροπρόθεσμα η ηλεκτροπαραγωγή από τον λιγνίτη θα είναι πιο ακριβή σε σύγκριση με το φυσικό αέριο, ακόμα και για αρκετά υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου.

Ελπίζω οι άνθρωποι που εργάζονται στη ΔΕΗ να καταλάβουν σύντομα πως δεν έχουν νόημα οι μάχες χαρακωμάτων ενάντια στην οικονομική νομοτέλεια της νέας αγοράς ενέργειας. Να καταλάβουν πως οι μάχες που πρέπει να δώσουν είναι για τα παιδιά τους, να μην ερημώσουν τα χωριά τους καθώς θα σβήνουν τα φουγάρα των λιγνιτικών μονάδων. Γιατί τα φουγάρα θα σβήσουν πριν τελειώσει ο λιγνίτης, όπως έδυσε και η λίθινη εποχή χωρίς να τελειώσουν οι πέτρες.

Στο ευρωπαϊκό σχέδιο για τη μετάβαση σε μια οικονομία χωρίς άνθρακα υπάρχουν πολλά κεφάλαια και Ειδικό Ταμείο για τη χρηματοδότηση της δίκαιης και ομαλής μετάβασης των κοινωνιών και των τοπικών οικονομιών που εξαρτώνται από τον άνθρακα. Οι βουλευτές της Κοζάνης και της Αρκαδίας καθώς και σύσσωμη η πολιτική ηγεσία πρέπει να κινητοποιηθούν. Να αντλήσουν τους διαθέσιμους πόρους και να χρηματοδοτήσουν βιώσιμες επενδύσεις και θέσεις εργασίας σε νέους τομείς που θα μετασχηματίσουν και θα διαφοροποιήσουν τις τοπικές οικονομίες. Ετσι προετοιμάζεται η επόμενη μέρα και όχι αδειάζοντας σάκους με λιγνίτη στο Σύνταγμα…

Η πώληση των λιγνιτικών μονάδων
Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως σχεδόν σε κάθε διάσταση της οικονομικής ζωής του τόπου, υπήρξε και για τη ΔΕΗ φορέας καταστροφικών πολιτικών.

Με το κίνημα «Δεν εισπράττω» του κ. Σκουρλέτη εκτινάχθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και επιδεινώθηκε δραματικά η ρευστότητα της ΔΕΗ (εδώ).

Με τις προσλήψεις στη ΔΕΗ έδειξε ποιος είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος του χειρότερου εαυτού μας (εδώ).

Με την πολιτική της καθυστερήσεων και των αναβολών έσφιξε και άλλο τη θηλιά στη ΔΕΗ.

Φαινομενικά, όποιος αρέσκεται στα παραμύθια μπορεί να θεωρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ «εκσυγχρονιστικό ήρωα» της ΔΕΗ, επειδή τόλμησε να μεταφέρει θέσεις εργασίας από την ιερή αγελάδα στον ιδιωτικό τομέα.

Στην πράξη κάνει ό,τι και με το mail Χαρδούβελη. Το διαμονοποίησε, αργότερα υιοθέτησε με καθυστέρηση ένα πολύ βαρύτερο πακέτο περιοριστικών μέτρων, το οποίο κατέστησε αναγκαίο εφαρμόζοντας ανερμάτιστες πολιτικές σε ένα εξάμηνο που διέλυσε τη χώρα.

Ιδια πολιτική και στη ΔΕΗ. Δαιμονοποιεί, αντιστέκεται, ακυρώνει μεταρρυθμίσεις, «διαπραγματεύεται», καθυστερεί, απαξιώνει και στο τέλος εφαρμόζει ημίμετρα υπό δυσμενέστερους όρους, με ελάχιστο αποτέλεσμα.

Στην πραγματικότητα η πώληση των λιγνιτικών μονάδων που ψηφίστηκε πρόσφατα δεν συνιστά λύση αλλά μία ακόμα αναβολή. Διότι δεν αντιμετωπίζει τις δύο μεγάλες προκλήσεις, τη μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στη λιανική και τον εκσυγχρονισμό της.

Η ΔΕΗ είναι υποχρεωμένη να μειώσει το μερίδιο αγοράς που κατέχει στη λιανική και χονδρική αγορά. Αλλά η κυβέρνηση με καθυστερήσεις και ημίμετρα αποφεύγει το πρόβλημα. Το 2015 επιστράτευσε τα ΝΟΜΕ ως μηχανισμό μείωσης των μεριδίων αγοράς της ΔΕΗ στην εμπορία. Τα ΝΟΜΕ, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έλυσαν κανένα πρόβλημα και ζημίωσαν οικονομικά τη ΔΕΗ. Το μεγαλύτερο μέρος της δημοπρατούμενης ενέργειας μέσω ΝΟΜΕ, αντί να κατευθυνθεί στην εγχώρια αγορά λιανικής, κατέληξε σε εξαγωγές.

Τώρα επέλεξε την πώληση λιγνιτικών μονάδων, ένα ακόμη ημίμετρο. Ούτε αυτό θα λύσει το πρόβλημα. Η ΔΕΗ θα εξακολουθήσει να κατέχει δεσπόζουσα θέση στη λιανική και μετά την πώληση των μονάδων. Ομως το μνημόνιο είναι σαφές: μέχρι το 2020 το μερίδιο της ΔΕΗ στη λιανική πρέπει να υποχωρήσει κάτω του 50%. Και θα χρειαστούν νέα διαρθρωτικά μέτρα για να επιτευχθεί ο στόχος. Θα υπάρξει συνέχεια.

Ετσι συμβαίνει με τα μεγάλα προβλήματα. Αν δεν αντιμετωπιστούν, τα ξαναβρίσκεις μπροστά σου με χειρότερους όρους.

Τώρα πωλούνται οι λιγνιτικές μονάδες με τρία χρόνια καθυστέρηση. Η καθυστέρηση είχε κόστος, έφερε απαξίωση. Λόγω του υπερδιπλασιασμού του κόστους των ρύπων αυξήθηκε το λειτουργικό κόστος, οι λιγνιτικές μονάδες έγιναν λιγότερο ελκυστικές και αυτό συνεπάγεται χαμηλότερο τίμημα πώλησης. Σήμερα οι υποψήφιοι αγοραστές των λιγνιτικών μονάδων γνωρίζουν κάτι που δεν γνώριζαν πέρυσι: ότι θα καταβάλλουν 13 ευρώ/MWh παραπάνω για δικαιώματα CO2. Μόνο για τις μονάδες της Μεγαλόπολης, αυτό μεταφράζεται σε επιπλέον λειτουργικό κόστος 40 εκατ. ευρώ ετησίως. Πιστεύει κανείς ότι οι αγοραστές δεν θα προσαρμόσουν αναλόγως την προσφορά τους;

Και σε λιγότερο από δύο χρόνια, όταν απαιτηθούν τα επόμενα «διαρθρωτικά μέτρα», νέες πωλήσεις πελατολογίου ή υδροηλεκτρικών ή και τα δύο, αυτό θα συμβεί με χειρότερους όρους και με τον χρόνο να πιέζει ασφυκτικά τη ΔΕΗ.

Με λίγα λόγια, φαίνεται πως ό,τι ζήσαμε με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ επαναλαμβάνεται και στη ΔΕΗ. Είναι το μοντέλο ΣΥΡΙΖΑ για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Η πώληση των λιγνιτικών μονάδων δεν θα λύσει ούτε το πρόβλημα τη δεινής χρηματοοικονομικής θέσης της ΔΕΗ. Οι μονάδες δεν είναι ελκυστικές, το τίμημα θα είναι χαμηλό. Ονομαστικά μπορεί να φανεί μεγάλο, αλλά με τέχνασμα. Επειδή οι μονάδες πωλούνται χωρίς βαρίδια, δηλαδή η ΔΕΗ αναλαμβάνει και τα δάνειά τους και το κόστος του υπεράριθμου προσωπικού και τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου κ.λπ. Ετσι η ΔΕΗ θα εμφανιστεί να εισπράττει ένα ικανοποιητικό τίμημα που δεν είναι όμως παρά η παρούσα αξία των μελλοντικών υποχρεώσεων που αφορούν τις πωλούμενες μονάδες αλλά μετακυλίονται στη ΔΕΗ.

Ειδικά για τον Μελίτη ΙΙ -πωλείται μόνον η άδεια να κατασκευαστεί στο μέλλον μια λιγνιτική μονάδα παρόμοια με την Πτολεμαΐδα V- δεν υπάρχει δυνατότητα να διαχωριστεί το ενεργητικό από το παθητικό. Δεν μπορεί, δηλαδή, να αγοράσει κάποιος τη μονάδα χωρίς τα δάνεια που χρηματοδότησαν την κατασκευή της. Γι΄αυτό θα διακινδύνευα την πρόβλεψη πως τέτοια μονάδα δεν θα κατασκευαστεί!

Ο ίδιος, άλλωστε, ο κ. Παναγιωτάκης ξεκαθάρισε ότι η ΔΕΗ κατασκευάζει την Πτολεμαΐδα V για λόγους πολιτικούς, όχι οικονομικούς. Οπότε μένει να μάθουμε για ποιον λόγο ο υποψήφιος επενδυτής θα πληρώσει για να κατασκευάσει τη μονάδα Μελίτη ΙΙ, υπό χειρότερες μάλιστα συνθήκες για την αγορά λιγνίτη. Ποια αφανή και αδιαφανή ανταλλάγματα θα λάβει ο επενδυτής;

Θυσιάζοντας τη βασίλισσα
O αντιπρόεδρος της ΔΕΗ πρόσφατα σε εκδήλωση του ΣΕΒ (εδώ) δήλωσε πως η ΔΕΗ σταδιακά πρέπει να στραφεί στο επόμενο εθνικό καύσιμο, τις ΑΠΕ.

Αυτή η στροφή έπρεπε ήδη να είχε συμβεί. Οι ΑΠΕ αναδύονται ως η κυρίαρχη τεχνολογία παραγωγής ενέργειας, και η ΔΕΗ έχει όλα τα φόντα (ανθρώπινο δυναμικό, τεχνογνωσία, εμπειρία, μέγεθος) να πρωταγωνιστήσει στη νέα ενεργειακή αγορά. Ομως βρίσκεται σε δεινή χρηματοοικονομική θέση, το επιβεβαιώνει και η συμβουλευτική εταιρεία Mckinsey σε μελέτη που εκπόνησε για λογαριασμό της ΔΕΗ (εδώ).

Η ΔΕΗ μοιάζει με τον ΟΤΕ του ’90, με τις ΑΠΕ στον ρόλο της κινητής τηλεφωνίας. Ομως η ΔΕΗ δεν έχει τα απαραίτητα κεφάλαια για να στήσει τον δικό της COSMOTE. Σε αντίθεση με τις λιγνιτικές μονάδες, τα υδροηλεκτρικά είναι το πραγματικό φιλέτο της ΔΕΗ. Γι’ αυτό και η πώληση ενός εξ αυτών θα εξασφάλιζε στη ΔΕΗ την απαραίτητη κεφαλαιακή ώθηση για να ξαναμπεί δυναμικά στο παιχνίδι. Μια τέτοια πώληση δεν είναι αμυντική αλλά επιθετική κίνηση, φυγή προς τα εμπρός. Ενίοτε, αν θυσιάσεις έγκαιρα ένα σημαντικό πιόνι, μπορεί να σώσεις την παρτίδα. Διαφορετικά, ελλείψει κεφαλαίων ή στρατηγικού εταίρου, η επιχείρηση θα οχυρωθεί πίσω από τα υδροηλεκτρικά της και θα παρακολουθεί τα παραγωγικά της μεγέθη της να σβήνουν σταδιακά μαζί με τα λιγνιτικά φουγάρα.

Η λύση της «μικρής ΔΕΗ» αντιμετώπιζε αποτελεσματικά και το πρόβλημα της δεσπόζουσας θέσης της ΔΕΗ και το χρηματοοικονομικό. Με την πολιτική της κυβέρνησης (ΝΟΜΕ, μεμονωμένη πώληση λιγνιτικών μονάδων) απλώς χάνεται πολύτιμος χρόνος για τη ΔΕΗ. Κάποιος πρόβλεψε το 2015 ότι αυτό που θα ακολουθήσει θα κάνει το mail Χαρδούβελη να μοιάζει παιδική χαρά. Φοβούμαι πως η πρόβλεψη μπορεί να επαναληφθεί, κι αυτή τη φορά θα μοιάζει με παιδική χαρά η «μικρή ΔΕΗ».

* Ο Γιώργος Στρατόπουλος είναι στέλεχος του χρηματοοικονομικού τομέα

Πηγή: protagon.gr