18 Μάρτιος, 2019

ΕΜΣΤ, Μια εθνική αποτυχία

Τομέας Πολιτισμού

Όταν έχουν περάσει δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια από τότε που έχει επιλεγεί η τοποθεσία και το κτήριο του ΦΙΞ για να στεγαστεί το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Αθήνα κι αυτό δεν έχει ακόμα λειτουργήσει κανονικά.

Όταν όχι μόνο όλες οι Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αλλά και εκείνες χωρών των Βαλκανίων που έχουν περάσει από πόλεμο, διαθέτουν δραστήρια και επιδραστικά δημόσια ιδρύματα σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Όταν έχουν γίνει αλλαγές στη διοίκηση και στα Διοικητικά Συμβούλια του εγχώριου φορέα, χωρίς αποτέλεσμα.

Τότε δεν έχουμε να κάνουμε με μια διαχειριστική αποτυχία, αλλά καθώς πρόκειται για εθνικό ίδρυμα, είμαστε αντιμέτωποι με μια εθνική αποτυχία.

Μια από τις πολλές ανάλογες (βλέπε επένδυση του Ελληνικού) όπου η δηλωμένη πρόθεση του Δημοσίου δεν μπορεί να αντιπαλέψει την γραφειοκρατική φύση του ίδιου του Δημοσίου.

Στην περίπτωση του ΕΜΣΤ η κωλυσιεργία των εγκαινίων του δεν μπορεί να βαρύνει μόνο το διοικητικό στελεχιακό δυναμικό του αλλά και τις πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού διαχρονικά, όλη την περίοδο της προετοιμασίας, που καθώς όφειλαν να γνωρίζουν τις διαδικαστικές αγκυλώσεις δεν συνέδραμαν τις εκάστοτε διοικήσεις του Μουσείου για να τις υπερβούν.

Φαντάζει μάλιστα όχι απλά παράδοξο, αλλά και ουτοπικό να πιστεύει η σημερινή Υπουργός Πολιτισμού ότι μετά από μια αποτυχημένη διαδικασία ανακήρυξης νέου Διευθυντή του ΕΜΣΤ με εγχώριο διαγωνισμό, η λύση του κλειστού μουσείου θα προκύψει έπειτα από προκήρυξη νέου διεθνούς αυτή τη φορά, διαγωνισμού.

Εκεί όπου το εγχώριο προσωπικό απέτυχε να φέρει αποτέλεσμα, πως να περιμένουμε από εξωγενή προσωπικότητα να τιθασεύσει το τέρας της ελληνικής γραφειοκρατίας;

Σε κάθε περίπτωση η όποια διαδικασία επιλεγεί για την πλήρωση της θέσης του καλλιτεχνικού διευθυντή στο ΕΜΣΤ δεν αποσείει την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας, η οποία φυγόπονα εναπέθεσε όλο το βάρος των ευθυνών για τη λειτουργία του Μουσείου στις πλάτες των αποδιοπομπαίων πρώην καλλιτεχνικών διευθυντών του.

Ίσως το βάρος της σύστασης ενός οργανισμού να ήταν δυσανάλογο των διοικητικών προσόντων και της εμπειρίας που είχαν οι προσωπικότητες από το καλλιτεχνικό χώρο. Ίσως γι’ αυτό το λόγο θα έπρεπε να είχαν υποστηριχθεί είτε μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε μέσω εσωτερικής στελέχωσης με δυναμικό που γνωρίζει τα οργανωτικά και διαδικαστικά θέματα (management) περισσότερο από τα καλλιτεχνικά.

Άλλωστε και σε καλλιτεχνικό επίπεδο η παρέλευση της εικοσαετίας τείνει να απαξιώσει το ενδιαφέρον της συλλογής του Μουσείου, καθώς όταν θα έρθει η πολυπόθητη ώρα να εκτεθεί, αυτή θα φαντάζει ήδη παρωχημένη.

Σήμερα περισσότερο παρά ποτέ έχει ωριμάσει στη συνείδηση όχι μόνο του καλλιτεχνικού αλλά και του κόσμου γενικότερα, η επιθυμία να λειτουργήσει ολοκληρωμένα, αποδοτικά και παιδευτικά το ΕΜΣΤ προσβλέποντας όχι μόνο στη χαρισματική προσωπικότητα που θα κληθεί, όταν κληθεί, για να το διοικήσει αλλά και στην αποτελεσματική, όχι με λόγια, πολιτική βούληση που θα υποστηρίξει βήμα-βήμα με κάθε μέσο και υπευθυνότητα, την ολοκλήρωση επιτέλους του εγχειρήματος.

Σχετικά