12 Δεκεμβρίου, 2016

Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα… κάτι σαν τον πύργο της PISA

Μαργαρίτα Γερούκη

Δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ (PISA) για την αποτελεσματικότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Χωρίς μεγάλες εκπλήξεις βρισκόμαστε και πάλι κάτω από τη βάση! Έχουμε τη θέση 43 ανάμεσα σε 72 χώρες. Σίγουρα η αναποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι ένα πρόβλημα με πολλές μεταβλητές και διαπλεκόμενες ευθύνες, όμως ας πιάσουμε από κάπου το κουβάρι.

Τι φταίει;

Σίγουρα δε φταίνε τα παιδιά μας. Σύμφωνα με διεθνή στοιχεία οι δεκαπεντάχρονοιστη χώρα μας και πολλές ώρες περνούν στο σχολείο και πολλές ώρες αφιερώνουν για τη μελέτη των σχολικών αντικειμένων, υπερδιπλάσιο αριθμό ωρών εκτός σχολείου, από συμμαθητές τους που βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της κατάταξης. Ούτε είναι θέμα έλλειψης πόρων, όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό. Δαπανούμε για την εκπαίδευση το 4,4% του εθνικού ΑΕΠ έναντι του 4,9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ταυτόχρονα όμως με τη δαπάνη του δημοσίου έχουμε και μια άλλη πολύ μεγαλύτερη δαπάνη των νοικοκυριών. Περίπου ένα εκατομμύριο την ημέρα «επενδύει»η ελληνική οικογένεια σε κάθε είδους φροντιστήρια (ξένων γλωσσών, υπολογιστών, μελέτης σχολικών μαθημάτων, κλπ.) αλλά και σε «μαύρα», κυρίως, ιδιαίτερα μαθήματα. Όταν συνυπολογίζουμε αυτό το ποσό στις κρατικές δαπάνες τότε διαπιστώνουμε ότι η επένδυση της χώρας στην παιδεία είναι συγκριτικά υψηλή. Αν λοιπόν από τη μία μεριά τα παιδιά μας είναι ικανά και καθόλου φυγόπονα και από την άλλη οι συλλογικές δαπάνες δεν είναι αμελητέες, τότε υπάρχουν άλλα προβλήματα που εμποδίζουν τόσο τις προσπάθειες όσο και τα χρήματα να πιάσουν τόπο.

Ας δούμε ενδεικτικά παραδείγματα. Η πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Παιδείας για τον νέο τύπο ολοήμερου δημοτικού σχολείου, μέτρο που επηρεάζει εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές και μαθήτριες, διαμόρφωσε συνθήκες τέτοιες ώστε ένα παιδί του δημοτικού να έρχεται κάθε εβδομάδα σε επαφή με τουλάχιστον επτά εκπαιδευτικούς: ο/η εκπαιδευτικός τάξης, ξένης γλώσσας, υπολογιστών, γυμναστικής, εικαστικών, θεατρικής αγωγής, μουσικής. Πέρα από τα πρακτικά προβλήματα (μη έγκαιρη τοποθέτηση εκπαιδευτικών, αδυναμία κάλυψης απομακρυσμένων σχολείων, κλπ.), τα όποια θετικά στοιχεία εύκολα ακυρώνονται καθώς οι εκπαιδευτικοί οι ίδιοι δεν στηρίζονται σε κοινές παιδαγωγικές, μεθοδολογικές και διδακτικές βάσεις. Δηλαδή πιο απλά, ο ένας είναι αυστηρός, η άλλη χαλαρή, κάποιος βάζει πολλές εργασίες στο σπίτι, άλλος τίποτε…ο κατάλογος συμπεριφορών εκτενής. Μπορούν τα παιδιά να προσαρμοστούν; Είναι αυτό ισορροπημένο περιβάλλον μάθησης; Να ένα κόστος που δεν πιάνει τόπο. Θα ήταν πιο ορθολογικό να έχει καταλήξει το Υπουργείο πρώτα σε συγκεκριμένα παιδαγωγικά κριτήρια, εξασφαλίζοντας ότι όλοι όσοι εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία είναι σε θέση να τα ακολουθήσουν.

Στη δευτεροβάθμια διαβάζουμε ότι έχουμε το εκπαιδευτικό σύστημα με τις περισσότερες ειδικότητες. Είναι ξεκάθαρο ότι ο λόγος είναι συντεχνιακός κι όχι εκπαιδευτικής ανάγκης. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια άλλωστε οι διορισμοί γίνονταν με βάση την ποσόστωση από πίνακες διοριστέων. Τώρα απλά δεν γίνονται διορισμοί! Έτσι καταλήγουν τα γυμνάσια και τα λύκειά μας αρένες αντιπαραθέσεων, όπου η κάθε ειδικότητα προπαγανδίζει το δικό της μοναδικό επιστημονικό κύρος. Απαραίτητοι οι γεωλόγοι, κάτω τα χέρια από τους χημικούς, θέλουμε φιλολόγους, πώς να κάνουν μαθηματικά στο γυμνάσιο οι πληροφορικοί! Στο τάδε (υπαρκτό) γυμνάσιο, να σταθώ στο τελευταίο, μαθηματικά κάνει ο πληροφορικός και τα παιδιά δυσκολεύονται να καταλάβουν, αλλά το ίδιο παθαίνουν και στο μάθημα πληροφορικής! Να επαναλάβω λοιπόν, δε θα ήταν πιο ορθολογικό να έχουμε συγκεκριμένα παιδαγωγικά κριτήρια και παράλληλα σοβαρές και διαφανείς διαδικασίες αξιολόγησης τόσο για το ανθρώπινο δυναμικό, όσο και για τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια και άλλα προγράμματα;

Στην τριτοβάθμια ξοδεύουμε 54 εκατομμύρια το χρόνο για πανεπιστημιακά συγγράμματα. Βιβλία που συνήθως μαζεύουν σκόνη σε κάποια φοιτητική βιβλιοθήκη. Παράλληλα, όταν συγκρίνουμε τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες, με αντίστοιχες άλλων ευρωπαϊκών χωρών, τόσο ως προς τις κτιριακές και τεχνολογικές υποδομές, όσο ως προς την πρόσβαση σε σύγχρονα επιστημονικά περιοδικά και τη διάθεση τίτλων, θα δούμε ότι εδώ επικρατούν συνθήκες υπό ανάπτυξης χώρας. Στην Ελλάδα υπάρχουν εκατοντάδες παραρτήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ τα οποία παρακολουθούν χιλιάδες φοιτητές και φοιτήτριες, μερικοί από αυτούς για δεκαετίες… αλλά ταυτόχρονα ένας στους τρεις Έλληνες επιχειρηματίες δε βρίσκει εργαζόμενους με κατάλληλες δεξιότητες για να προσλάβει!

Όχι λοιπόν! Η οικονομική επένδυση για την παιδεία στη χώρα μας δεν πιάνει τόπο. Ακριβώς γιατί γίνεται με βάση συντεχνιακές ανάγκες, χωρίς μακροπρόθεσμους στόχους και πρόγραμμα, χωρίς αξιολόγηση, με ζητούμενο την «τακτοποίηση» ημετέρων και όχι την επιτυχία των παιδιών μας. Αυτό συνέβαινε με όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις, αυτό συνεχίζει να συμβαίνει και με την τωρινή.

Όσο τα σχολεία, κάθε βαθμίδας, θα υπάρχουν για να βρίσκουν δουλειά οι εκπαιδευτικοί κι όχι για να μαθαίνουν τα παιδιά, τόσο θα συνεχίζεται η αποτυχημένη αυτή πορεία. Όταν θα σταματήσουμε να ψηφίζουμε κόμματα και κυβερνήσεις πιστεύοντας σε μαγικές, άκοπες λύσεις, με κριτήριο την «προσωπική» αποκατάσταση, τότε μόνο θα τα καταφέρουμε.

* Η Μαργαρίτα Γερούκη είναι Σχολική Σύμβουλος και μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου

Goodnet.gr

Σχετικά