18 Δεκεμβρίου, 2014

Ελλάδα - Τουρκία - Ευρωπαική Ένωση - Πρωτοβουλίες

Γιώργος Κακλίκης

Στις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία εφαρμόζεται η γραμμή της ενίσχυσης της συνεργασίας τους όπου αυτό είναι εφικτό. Σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια αυτή παίζει και το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας που μόλις πριν μια βδομάδα συνήλθε στην Αθήνα. Φυσικά, δεν πρόκειται για τη μόνη διαδικασία. Αρκεί να σημειώσω ότι μέσα σε τρεις εβδομάδες πραγματοποιήθηκαν τρεις σημαντικές ελληνοτουρκικές συναντήσεις: η συνάντηση των ΓΓ των δύο Υπουργείων Εξωτερικών, η συνάντηση των δύο Υπουργών Εξωτερικών και, τέλος, το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας.

Η Τουρκία βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο των εξελίξεων. Η θέση της είναι τέτοια που ακόμα και όταν δε δείχνει διάθεση συμμόρφωσης σε ό,τι της υπαγορεύουν οι συμμαχίες της, οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν για να την καλοπιάσουν. Ας μη ξεχνάμε πως ο Μπαράκ Ομπάμα, την πρώτη του επίσκεψη, μετά την πρώτη εκλογή του, την έκανε στην Άγκυρα. Ενδεικτικό της σημασίας που αποδίδει η Ουάσιγκτων στη γεωπολιτική σημασία της χώρας αυτής. Κι αυτό, άσχετα με την εξέλιξη που δείχνουν να έχουν πάρει σήμερα τα πράγματα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Ας θυμηθούμε και την πολύ πρόσφατη υπογράμμιση της περιφερειακής θέσης της Τουρκίας από τη Γερμανίδα Καγκελάριο στο συγχαρητήριο μήνυμά τους στον κ. Ερντογάν.

Ενισχυμένη από τη θετική για εκείνη διεθνή συγκυρία, η Τουρκία εμφανίζεται αμετακίνητη στη στάση της απέναντι στην Ελλάδα με όλες τις διεκδικήσεις και απαιτήσεις της στο τραπέζι. Σας θυμίζω τις χονδρές γραμμές της στάσης της αυτής:

Α. Την αεροπορική της δραστηριότητα.

Εξακολουθεί να παραβιάζει τον Εθνικό Εναέριο Χώρο μας των 10 νμ, προβάλλοντας την αντίληψη ότι το δικαίωμα αυτό της Ελλάδας δεν ξεπερνά τα 6 νμ. Παραβιάζει και τον εναέριο χώρο κάτω των 6 νμ, όπου η ίδια θεωρεί ότι έχει να κάνει με “γκρίζες ζώνες”

Όσον αφορά τις παραβάσεις των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας, το πρόβλημα δημιουργείται λόγω της άρνησης της Τουρκίας να υποβάλλει σχέδια πτήσεων όταν τα πολεμικά αεροσκάφη της μπαίνουν στο ελληνικό FIR.

Πάντως, από τα τέλη του 2011, η Άγκυρα έχει εντείνει την πρακτική και την έκταση της εκπομπής, από ραντάρ, προειδοποιητικών κλήσεων προς στρατιωτικά αεροσκάφη και ελικόπτερα –ελληνικά και ξένα- που πετούν στο Αιγαίο, μέσα στον Εθνικό Εναέριο Χώρο μας και κοντά στις τουρκικές ακτές. Πρόκειται για κλήσεις που προειδοποιούν τα αεροσκάφη ότι μπήκαν ή ετοιμάζονται να μπούν στον τουρκικό εναέριο χώρο με την απειλή, μερικές φορές, της αναχαίτισης τους. Κι αυτό θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των πτήσεων.

B. Μια άλλη τουρκική δραστηριότητα που θα επισημάνω είναι η ναυτική.
Έχουμε, μέσα στα τελευταία 3 χρόνια, κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των παραβιάσεων των χωρικών μας υδάτων καθώς και αύξηση των διελεύσεων των τουρκικών πολεμικών σκαφών κοντά στην Αττική και την Εύβοια. Με τρόπο καταχρηστικό του δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης.

Πέρα από αυτό, τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μεγάλη αύξηση περιστατικών της διαδικασίας hailing, από την τουρκική Ακτοφυλακή. Πρόκειται για κλήσεις προς εμπορικά πλοία, ανεξάρτητα από τη σημαία που φέρουν, και που πλέουν μέσα στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Με τις κλήσεις αυτές ζητούνται διάφορα στοιχεία των πλoίων αυτών πράγμα που συνιστά αστυνομικό έλεγχο και ο οποίος παραβιάζει την ελληνική κυριαρχία.

Όπως βλέπετε, η Τουρκία αποδίδει αυξημένη βαρύτητα στο ρόλο του Πολεμικού της Ναυτικού και της Ακτοφυλακής της που χρησιμοποιεί ως μέσα προώθησης των επιδιώξεών της για προβολή και εδραίωση της παρουσίας της .

Γ. Προχωρώ σένα άλλο πασίγνωστο θέμα: το CASUS BELLI. Η τουρκική Εθνοσυνέλευση έχει εξουσιοδοτήσει την κυβέρνησή της να χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα κατά της Ελλάδας αν αυτή επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα πάνω από τα 6 νμ. (ΥΠ)

Δ. Ας έλθουμε τώρα στο θέμα των θαλάσσιων ερευνών.

Για την υφαλοκρηπίδα, πρέπει να σας πω ότι το ζητούμενο από την ελληνική πλευρά είναι η οριοθέτηση του συνόλου της με την Τουρκία, από τον Εβρο έως το Καστελλόριζο. Οι διερευνητικές επαφές – που σκοπό έχουν να διερευνηθεί αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαπραγματεύσεων για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας- συνεχίζονται και ο τελευταίος τους γύρος (ο 58ος) έγινε στις 13 Σεπτεμβρίου του 2014 στη Θεσσαλονίκη.

Οσον αφορά τη διενέργεια επιστημονικής έρευνας στα διεθνή ύδατα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, η Τουρκία, σε αντίθεση με άλλα κράτη, δεν υποβάλλει σχετικό αίτημα στις αρμόδιες ελληνικές αρχές. Θα προσθέσω ότι η τουρκική πλευρά επιχειρεί να κατοχυρώσει εμπράκτως δικαιώματα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, στο Αιγαίο και την Α. Μεσόγειο, με διάφορες μεθοδεύσεις. Όπως, με παράτυπες Naftex (“οδηγίες προς ναυτιλομένους”), παρενοχλήσεις πλοίων ξένων κρατών που πραγματοποιούν έρευνες σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας και προσπάθειες επιβολής Τούρκου παρατηρητή σε αυτά, παραχωρήσεις αδειών ερευνών στην τουρκική πετρελαϊκή εταιρία ΤΡΑΟ, χορηγήσεις αδειών σε ξένα πλοία για τη διενέργεια σεισμικών ερευνών, έρευνες σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας κ.α.

Θα υπογραμμίσω ότι, από το 2008, η Τουρκία έχει εκδηλώσει και εμπράκτως τη διεκδίκησή της στην υφαλοκρηπίδα της περιοχής του Κατελλορίζου. Το 2012, δημοσιεύτηκαν στην τουρκική Εφημερίδα της Κυβέρνησης, αποφάσεις παραχώρησης αδειών στην ΤΡΑΟ για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε περιοχές της Α. Μεσογείου που επικαλύπτουν την ελληνική υφαλοκρηπίδα. Αυτό, συνιστά κλιμάκωση των τουρκικών ενεργειών προκειμένου να κατοχυρωθούν τα δικαιώματα της Αγκυρας στις θαλάσσιες ζώνες της περιοχής. Η Αθήνα έκανε σειρά διαβημάτων και, παράλληλα, ενημερώθηκαν οι εταίροι και οι σύμμαχοί μας. Και, μαζί μ΄αυτό, κατατέθηκε στα ΗΕ (20/2/2013) Ρηματική Διακοίνωση με την οποία ενημερώσαμε τον ΟΗΕ για τις προκλητικές αυτές ενέργειες προκειμένου να διασφαλίσουμε τις ελληνικές θέσεις για την προάσπιση των κυριαρχικών μας δ/των σύμφωνα με το εθιμικό και συμβατικά δίκαιο της Θάλασσας. Η Διακοίνωση μας αυτή δημοσιεύτηκε στο Law of the Sea bulletin.

Ας ρίξουμε, τώρα, μια ματιά στη θεωρία των γκρίζων ζωνών.

Μετά τα Ιμια, η Τουρκία ανέπτυξε αυτή τη θεωρία και, από τότε, εξακολουθεί να την προβάλλει. Πρόκειται για ηθελημένη παρερμηνεία των διεθνών συνθηκών και συνίσταται στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Ελλάδας σε μια σειρά νήσων, νησίδων και βραχονησίδων στι Αιγαίο, οι οποίες δεν κατονομάζονται ρητά στις διεθνείς συμβάσεις. Ομως, το ισχύον νομικό πλαίσιο κατοχυρώνει πλήρως και σαφώς την ελληνική κυριαρχία και δεν ευσταθεί οποιαδήποτε παρερμηνεία (Συνθήκη Λωζάννης 1923, Ιταλο-τουρκικές συμφωνίες 1932 και Συνθήκη Παρισίων 1947).

Έρχομαι τώρα, πολύ σύντομα, στα γνωστά θέματα της μειονότητάς μας.

Οικουμενικό Πατριαρχείο

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει κάποια βήματα από την τουρκική κυβέρνηση. Ομως, παραμένουν άλυτα σημαντικά ζητήματα όπως η μη απόδοση σε αυτό νομικής προσωπικότητας, η μη αναγνώριση του οικουμενικού του χαρακτήρα και το θέμα της εκπαίδευσης του ορθόδοξου κλήρου, μέσω Χάλκης.

Η Χάλκη είναι κλειστή από το 1971. Η Τουρκία την εντάσσει στην αμοιβαιότητα. Χαρακτηριστικά όσο έχουν πει ο κ. Ερντογαν και ο κ. Νταούτογλου για το άνοιγμά της σε σχέση με την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, όπως η εκλογή των Μουφτήδων αλλά και η λειτουργία δύο τεμενών στην Αθήνα.

Ιμβρος και Τένεδος

Το σχολικό έτος 2013-2014 λειτούργησε,μετά από 40 χρόνια, μειονοτικό Δημοτικό Σχολείο στην Ιμβρο όπου φοιτούν 4 μαθητές. Η λειτουργία Γυμνασίου/Λυκείου ενδέχεται να αναβληθεί για το επόμενο σχολικό έτος διότι δεν έχει δοθεί ακόμα η σχετική άδεια.

Η σειρά, τώρα, στο θέμα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας.

Δεν έχει περάσει πολύς χρόνος από τότε που η Αθήνα κατέληξε στο ότι ήταν καιρός να προχωρήσει σε μια ιστορική «ανατροπή». Το πεδίο που παρουσιαζόταν πρόσφορο ήταν αυτό της ΕΕ. Της ΕΕ που πρόσφερε τη δυνατότητα για μια πραγματική λύση μια και θα καθόριζε μια συγκροτημένη και δομημένη διαδικασία που θα προχωρούσε παράλληλα με τις διμερείς πρωτοβουλίες προσέγγισης. Κι αυτό όχι μόνο με την καθιέρωση νέων καναλιών επικοινωνίας αλλά με την ώθηση της Τουρκίας σε ατραπούς με κανόνες συμπεριφοράς βασισμένους σε κοινές αρχές, κοινές δομές, κοινές προσεγγίσεις σημαντικών προβλημάτων και κοινά συμφέροντα που μοιράζονται οι πολίτες 28 κρατών. Με όλα αυτά να σημαίνουν κοινή πολιτική αντίληψη προς όφελος των λαών της Ευρώπης.

Έτσι η Ελλάδα έγινε, κατ’ αρχήν, υποστηρικτής της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, θεωρεί την Ευρωπαϊκή Ένωση καταλύτη για την περιφερειακή σταθερότητα και ανάπτυξη και επειδή πιστεύει ότι η ένταξη της Τουρκίας θα είναι επωφελής για την ίδια, την Ευρώπη και την ευρύτερη περιοχή.

Θεμελιώδης, βέβαια, προϋπόθεση για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ είναι η έγκαιρη πλήρωση των ενταξιακών κριτηρίων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο σεβασμός της αρχής της καλής γειτονίας. Η Ελλάδα αποδίδει μεγάλη σημασία στην αρχή του αυτή, που αποτελεί εξάλλου πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εμπέδωση και θεμελίωσή της. Στα ευρωπαϊκά κείμενα αναφέρεται συχνά ο όρος «καλή γειτονία» και ο όρος «ειρηνική επίλυση των διαφορών» ως προϋπόθεση για την ένταξη. Αυτό είναι απλώς το αυτονόητο. Ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου και η αποχή από ενέργειες που θα μπορούσαν να βλάψουν τις σχέσεις καλής γειτονίας, συμπεριλαμβανομένων των απειλών, είναι το λιγότερο που μπορεί κανείς να περιμένει από μια χώρα που φιλοδοξεί να καταστεί πλήρες κράτος -μέλος. Στην πραγματικότητα, η Ένωση απαιτεί πολύ περισσότερα από αυτό. Τα κράτη μέλη πρέπει να επιδείξουν αλληλεγγύη και την ικανότητα για ενσυναίσθηση, ή αλλιώς η Ένωση θα πάψει να είναι αυτό που είναι.

Στο πλαίσιο αυτό, η «ειρηνική επίλυση των διαφορών», συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, εφόσον χρειασθεί, έχει αναχθεί σε βασικό κριτήριο, προαπαιτούμενο και προτεραιότητα στο πλαίσιο της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας και αποτυπώνεται στα θεμελιώδη ενταξιακά κείμενα (Διαπραγματευτικό Πλαίσιο, Εταιρική Σχέση), αλλά και στη Στρατηγική για τη Διεύρυνση, στις ετήσιες Εκθέσεις Προόδου, σε Συμπεράσματα του Συμβουλίου και σε άλλα επίσημα κείμενα της ΕΕ.

Πέρα από αυτό, η Τουρκία οφείλει να εκπληρώσει τις βασικές διεθνείς και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της όσον αφορά τον σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας. Η Ελλάδα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον σεβασμό από την Τουρκία των διεθνώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας και της θρησκευτικής ελευθερίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Παρά τα βήματα προς την σωστή κατεύθυνση, που πραγματοποίησε πρόσφατα η Τουρκία σε σχέση με την εκεί Ελληνική μειονότητα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Άγκυρα παραμένει ακόμη εγκλωβισμένη σε μια λογική παρωχημένης αμοιβαιότητας. Συνδέει δικές της υποχρεώσεις όσον αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θρησκευτικών ελευθεριών (όπως η επαναλειτουργία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης) με τη Μουσουλμανική μειονότητα στην Θράκη ή ακόμη και με την ανέγερση τεμένους στην Αθήνα.

Τα κριτήρια για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας είναι πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά. Αυτό, όμως, που έχει σημασία είναι η πολιτική βούληση του υποψήφιου κράτους να κινηθεί προς τα εμπρός και να απαλλαγεί από τα στερεότυπα του. Αν η Τουρκία μπορούσε αύριο να ενταχθεί στην ΕΕ, χωρίς τις προϋποθέσεις που θέτει η τελευταία, χωρίς να κάνει εσωτερικές αλλαγές, χωρίς να επανακαθορίσει τις σχέσεις της με την Ελλάδα ή να προχωρήσει σε μια βιώσιμη λύση στην Κύπρο, πολύ λίγα θα σήμαινε μια τέτοια ένταξη. Πριν απ΄όλα, η ΕΕ θα γινόταν κάτι το εντελώς διαφορετικό απ΄αυτό που είναι. Κάτι το ασήμαντο για να θέλξει ένα κράτος γίνει μέλος της. Όσο για τα οφέλη της Τουρκίας, με μια τέτοια ένταξη, θα ήσαν σαν κτίσματα στην άμμο. Σύντομα θα διαλύονταν και θα ξαναγύριζε στα προηγούμενα. (ΒΚ)

Αν η Τουρκία προσαρμοστεί σ΄όλα αυτά, θα δούμε τις Ε/Τ σχέσεις να μπαίνουν σε μια νέα εποχή.

Η εξομάλυνση και βελτίωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, πέρα από τη σημασία της στο διμερές επίπεδο, αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα για τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής της Νοτιο-Ανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου.

Αποτελεί σταθερή επιδίωξη της Ελλάδας η μετατροπή της ελληνο-τουρκικής σχέσης από αντιπαραθετική σε συνεργατική. Γι’ αυτό και τείνει χείρα φιλίας στην Τουρκία, καλώντας την να συνεργαστεί, με πνεύμα συναινετικό και εποικοδομητικό, όπως αρμόζει σε γείτονες, για τη βελτίωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων και την εξομάλυνση των σημείων τριβής

***

Μετά απ΄όσα ακούσατε, θα σας απασχολήσω με κάποιες γενικότερες σκέψεις:

Βασική προϋπόθεση για την ομαλή οικονομική πρόοδο είναι η αποφυγή περιπετειών σε σχέση με την ασφάλεια της χώρας. Φυσικά, μέχρι εκεί που δεν θίγονται η αξιοπρέπεια, τα δικαιώματα και η ακεραιότητα της χώρας.

Η ασφάλεια της χώρας βρίσκεται, επί δεκαετίες, υπό την απειλή της Τουρκίας. Η τουρκική απειλή πρέπει, πρώτιστα, να αντιμετωπιστεί με διπλωματική και αμυντική εγρήγορση και οργάνωση. Αλλά και με αέναη προετοιμασία για νέα βήματα στο πεδίο των διμερών αλλά κai των διεθνών μας σχέσεων. Μέχρι σήμερα, δεν έχουμε ταράξει τα νερά. Δεν κάναμε σοβαρές προτάσεις.

Καλά κάνουμε και συσφίγγουμε τις σχέσεις μας με το Ισραήλ. Καλά κάνει η Αθήνα και επανέρχεται στο Κάιρο συζητώντας μαζί του και το θέμα των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών. Όμως, αυτά φτάνουν; Είμαστε ικανοποιημένοι με μερικές μόνο κινήσεις σε μια περιοχή που μοιάζει με αναβράζουσα λάβα, όπου η ρευστότητα είναι το χαρακτηριστικό της και οι αλλαγές μπορεί να είναι ξαφνικές και απρόβλεπτες;

Τώρα χρειάζεται η ενεργός και χωρίς διαλείμματα δραστηριοποίηση της Αθήνας στο διεθνή χώρο. Η συντηρητική δικαιολογία ότι τα οικονομικά της χώρας δεν είναι καλά, ότι πρέπει πρώτα να συμμαζέψουμε τα του οίκου μας και για τα άλλα «βλέπουμε» όταν έλθουν καλύτερες μέρες, ότι πρέπει πρώτα να ασχοληθούμε με τα εθνικής σημασίας προβλήματα κτλ είναι αντιλήψεις λανθασμένες και επικίνδυνες. Δεν μιλάμε για ανάληψη πολεμικών επιχειρήσεων αλλά για ανάληψη μεγάλης και διαρκούς διπλωματικής εκστρατείας αναβάθμισης της διεθνούς εικόνας της χώρας. Η φήμη που υφέρπει ότι η γραμμή που σήμερα ακολουθείται είναι αυτή της «σώφρονος αδρανείας», πρέπει να διαψευσθεί. Και αυτό διότι το συμφέρον της Ελλάδας στηρίζεται στη διαρκή προβολή της θετικής της εικόνας. Της εικόνας μιας ενεργά παρούσας στον κόσμο χώρας. Μιας διπλωματικά δραστήριας Ελλάδας που, παράλληλα με τα μείζονα θέματα εθνικής σημασίας που την απασχολούν, παρεμβαίνει στη διεθνή σκηνή, προκαλεί συμπάθειες, προσεγγίσεις, συνεργασίες και, κυρίως, που είναι υπολογίσιμη. Από συμμάχους, από γείτονες, από τρίτους.

Η Ελλάδα μπορεί να αναλάβει, προσεκτικά προετοιμασμένες, διπλωματικές πρωτοβουλίες στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Α. Μεσογείου μεσολαβώντας και καταθέτοντας συγκροτημένες προτάσεις. Το πεδίο δράσης δεν είναι μόνο η εστία της κάθε κρίσης. Είναι οι Διεθνείς Οργανισμοί. Είναι οι πρωτεύουσες κάθε χώρας που μπορεί και επιθυμεί να συμβάλει σε παρόμοιες προσπάθειες. Δύο «μεσαίες» χώρες της Ευρώπης, η Ολλανδία και η Ελβετία, μας δίνουν σοβαρά παραδείγματα. Και οι δυο, αν και μακρυά από τις εστίες βρασμού, είναι παρούσες, η κάθε μια με τον τρόπο της. Η πρώτη, με δραστήρια στελέχη, δίνει το παρών σε πολλά σημεία του χάρτη. Η δεύτερη, προσφέρει διακριτικά τις σοβαρές διπλωματικές υπηρεσίες της στη διεθνή κοινότητα.

Η διατήρηση της Ελλάδας στην επιφάνεια επιβάλλει τη ατέρμονα κίνησή της. Είναι τέτοια η θέση της που πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή κινητικότητα. Στη Μέση Ανατολή η φωνή της ακούγεται, είναι συμπαθής. Στη ΝΑ Ευρώπη πρέπει να σηκώσει ξανά το ανάστημά της, με σύνεση, συγκροτημένες και εφικτές προτάσεις. Με την ανήσυχη Τουρκία επιβάλλεται να είναι σε διαρκή διάλογο χωρίς φοβικά σύνδρομα. Αυτά που άλλοι, στη Δύση, έχουν κατορθώσει εδώ και δεκαετίες πρέπει να τα επιδιώξουμε με όλο τον περίγυρό μας.

Η χώρα έχει φτάσει πια σε σημείο ωρίμανσης προκειμένου να υπάρξει πλήρης κομματική συναίνεση τουλάχιστον των δυνάμει κομμάτων εξουσίας.

Για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι απαραίτητο να γίνει συνείδηση, όσων συμμερίζονται τις σκέψεις αυτές, ότι η χώρα έχει και άλλη διάσταση πέρα από εκείνη της ιστορίας της, των συνόρων της. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η εξωτερική πολιτική έχει σαν τελικό στόχο, την ασφάλεια, την ειρήνη και, κατά συνέπεια, την ευημερία του λαού.
Και η ευημερία είναι εφικτή αν η χώρα γίνει ένα εργαστήριο της διαμόρφωσης προϋποθέσεων για την ευημερία της. Η άνοδος της αξίας των «μετοχών» της Ελλάδας δεν θα επιτευχθεί με την κομματική αντιπαράθεση.

Η Ελλάδα, παρά τη δεινή οικονομική περιπέτεια που περνά τα τελευταία χρόνια, πρέπει να βλέπει τις σχέσεις της με την Τουρκία, ψύχραιμα, χωρίς φόβο αλλά και χωρίς εσωτερικές αντεγκλήσεις και κομματική πατριδοκαπηλεία. Η κομματική, παραταξιακή και ψηφοθηρική τακτική, σε ό,τι έχει σχέση με την εξωτερική πολιτική, πρέπει να εξοβελιστεί. Τα κόμματα που επιθυμούν την αποδέσμευση από τέτοιες αναχρονιστικές και προσβλητικές για τον κοινό νου τακτικές, οφείλουν να παραμείνουν αμετακίνητα στη θέση αυτή.

Χωρίς να παραγνωρίζω τους δυνάμει κινδύνους στη σχέση Ελλάδας - Τουρκίας, θεωρώ ότι καλό είναι να την αντιμετωπίζουμε ψύχραιμα και λογικά. Κι αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει εφησυχασμό αλλά δημιουργία σοβαρών σημείων στήριξης της πολιτικής μας απέναντι σ΄αυτήν. Σκοπός της Ελλάδας είναι η ειρηνική πρόοδός της και η αποφυγή αναταράξεων που θα μπορούσαν να ανακόψουν τη στόχευσή της αυτή. Και πρέπει και να παίξουμε το ελληνικό μας παιχνίδι μόνο συνεννοούμενοι και συναινούντες. Χωρίς αντιπαλότητες φορέων, υπουργείων, προσώπων και, κυρίως, κομμάτων.

*Ο Γιώργος Κακλίκης είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου και υπεύθυνος του Τομέα Toυρκικών και Βαλκανικών Υποθέσεων