30 Απριλίου, 2018

Ελέω Αλλάχ μοναρχία

Γιώργος Κακλίκης

Εξαιρετικά μεγάλη για τον Τούρκο Πρόεδρο είναι η σημασία των εκλογών της 24ης Ιουνίου μια και ένας μεγάλος αριθμός νομοθετικών προβλέψεων του δημοψηφίσματος του 2017 για την ενίσχυση των προεδρικών εξουσιών, θα τεθεί σε ισχύ. Έτσι, ο Ταγίπ Ερντογάν δεν αφήνει ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, προκειμένου να τις κερδίσει και να εδραιωθεί ως απόλυτος μονάρχης για δύο ακόμα πενταετίες.

Οι εκλογές ήσαν προγραμματισμένες για τις 3 Νοεμβρίου του 2019. Όμως, ο κ. Ερντογάν τις προκήρυξε για τις 24 Ιουνίου, ύστερα από μία ημίωρη συνάντησή του με τον ακραίο εταίρο του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ηγέτη του υπερεθνικιστικού ΜΗΡ. Η πρόωρη προκήρυξη δικαιολογήθηκε ως επιβαλλόμενη “σε μία στιγμή κατά την οποία - όπως επεσήμανε η φιλοκυβερνητική Σαμπάχ- υπάρχουν πραγματικές και σοβαρές απειλές τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας που θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα, την ειρήνη και την ανάπτυξη της Τουρκίας”.

Ο Τούρκος πρόεδρος εκμεταλλεύεται τη συγκυρία να έχει απέναντί του την υποτονική αντιπολίτευση του CHP που, αντί να παίρνει θέσεις προοδευτικές έναντι των προεδρικών εθνικιστικών συνθημάτων, επιλέγει να μπει και αυτή στον φαύλο κύκλο της συνθηματολογίας του εθνικισμού. Και, μαζί με το κυβερνών ΑΚΡ και την βακτηρία τού κ. Μπαχτσελί, πλειοδοτεί στην πολεμική κατά του θεωρούμενου προαιώνιου εχθρού της Τουρκίας, της Ελλάδας. Την κακοφωνία συμπληρώνει ο νέος πολιτικός αστέρας η -ενισχυμένη με “δανεικούς βουκευτές του κεμαλικού CHK του κ. Κιλιτσντάρογλου- αρχηγός του “Καλού Κόμματος” Μεράλ Ακσενέρ που, για να ξεχωρίσει από το εθνικιστικό ΜΗΡ από το οποίο αποχώρησε και τον συνασπισμό του με το κόμμα του κ. Ερντογάν, υιοθετεί ένα πύρινα εθνικιστικό λεξιλόγιο στο οποίο παρελαύνουν σε μεγέθυνση όλοι οι δαίμονες της τουρκικής πολιτικής μυθολογίας.

Έτσι, φαίνεται πως o πρόεδρος της Τουρκίας σχετικά λίγα προβλήματα θα έχει στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές. Και μάλιστα με νωπό τον “θρίαμβό” του στο Αφρίν, ο οποίος προσφέρεται ως προπαγανδιστικό υλικό εύπεπτο από τους πληθυσμούς της ενδοχώρας που του χαρίζουν μαζικά την ψήφο τους. Στους σχεδιασμούς του όμως αυτούς, ενδέχεται να ορθωθεί ένα υπολογίσιμο εμπόδιο: η υποψηφιότητα του παλιού του συναγωνιστή στο ισλαμοκεντρικό πολιτικό πεδίο , Αμπντουλάχ Γκιουλ. Μπορεί, βέβαια, ο παλιός σύντροφος να πιθανολογείται ότι θα αποτελέσει αντίπαλο δέος υπάρχουν όμως αμφιβολίες για το αν θα επιδείξει αντοχή στις φημολογούμενες έμμεσες απειλές που ήδη ακούγονται εναντίον του.

Όπως φαίνεται, η προσπάθεια του Τούρκου προέδρου θα επικεντρωθεί στη συγκέντρωση υπολογίσιμης πλειοψηφίας από τον πρώτο γύρο ώστε, εκμεταλλευόμενος τον αιφνιδιασμό και την απουσία προετοιμασίας των αντιπάλων του, να εξασφαλίσει την εκλογή του, να αποφύγει την περιπέτεια ενός δεύτερου γύρου όπου θα βρει συνασπισμένους του; αντιπάλους του - και να μη διατρέξει τον κίνδυνο να βρεθεί σε θέση αδυναμίας όπως συνέβη με το τελευταίο δημοψήφισμα όπου έκοψε το νήμα με ένα ισχνό 51,4%. Και ας μην ξεχνάμε ότι στο πίσω μέρος του μυαλού του ο Ταγίπ Ερντογάν φλέγεται να επανεκλεγεί και να εφαρμοσθεί πλήρως το νέο Σύνταγμά του όχι μόνο για το, τόσο θελκτικό για τον ίδιο, μεγαλείο της δόξας όσο για την εξασφάλιση της ασυλίας και της αποφυγής του ενδεχομένου να βρεθεί, ως απλός πλέον πολίτης, υπόδικος τόσο για πολιτικές κινήσεις του όσο και για θέματα που έχουν σχέση με την διαφθορά.

Με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολουθούν οι διεθνείς παρατηρητές μια εκλογική διαδικασία που εύλογα προκαλεί αμφιβολίες για το κατά πόσο διεξάγεται με τους κανόνες της δημοκρατίας. Και αυτό διότι -με πολυάριθμους δικαστικούς να έχουν καθαιρεθεί, με εκατοντάδες στελέχη των ενόπλων δυνάμεων να έχουν τεθεί εκτός στρατεύματος και να διώκονται για προδοσία, με τεράστιο αριθμό υπαλλήλων και κρατικών λειτουργών να έχουν απολυθεί, με δημοσιογράφους υπό απαγόρευση και μάλιστα με φυλακισμένους πάνω από εκατό από εκείνους που απασχολούσε ο, σχετικά ανεξάρτητος, εκδοτικός όμιλος Ντογάν- όλοι αναρωτιούνται ποια είναι η δημοκρατία της οποίας ηγείται και θα συνεχίσει να ηγείται ο κ. Ερντογάν. Τι άλλο πια θα χρειαζόταν για να συμπληρωθεί το σκηνικό των ελεγχόμενων εκλογών και μάλιστα με μια εξουσία που οδηγεί σε αυτές έχοντας μόλις ανανεώσει την έβδομη παράταση της Κατάστασης Ανάγκης;

Μακρυά από την Άγκυρα, στη Βιέννη, ακούστηκαν αρνητικές φωνές για τη διεξαγωγή του τουρκικού προεκλογικού αγώνα στο αυστριακό έδαφος. Όπως είχε γίνει και στο πρόσφατο παρελθόν όχι μόνο εκεί αλλά και στην Ολλανδία και τη Γερμανία. Ο κ. Ερντογάν πιθανότα θα αντιδράσει για την αρνητική αυτή στάση των δυτικών. Είναι όμως εξίσου πιθανό να προσπαθήσει να θωπεύσει ώτα, εμφανίζοντας ένα διαλλακτικό πρόσωπο. Το έκανε ήδη με πρόφατη συνέντευξή του, εκπλήσσοντας μερικούς με τις “φιλικές” για την Ελλάδα δηλώσεις του. Μία κλασική προσπάθεια της Άγκυρας να δίνει επιχειρήματα διαλλακτικότητας στους πρόθυμους δυτικούς υποστηρικτές της.

Όσο για το τι θα γίνει μετά την επανεκλογή του, το στοιχείο που φαίνεται να έχει την πρώτη θέση στις επιλογές του είναι εκείνο της ανόρθωσης της τουρκικής οικονομίας. Μιας οικονομίας που, παρά τη στατιστική εικόνα που δίνει στην Άγκυρα τη δυνατότητα να κινείται στον κύκλο των G-20, είναι στην ουσία χωλή λόγω των υψηλών δαπανών που συνεπάγονται, ανάμεσα σε άλλα, τα μεγαλόπνοα δημόσια έργα, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία, των αυταρχικών προεδρικών παρεμβάσεων στο θέμα των επιτοκίων και του υψηλού πληθωρισμού.

Πέρα, όμως, από αυτά, η Δύση και ιδιαίτερα η Ελλάδα πρέπει να διατηρούν στον ορίζοντά τους είναι ότι ο επιθετικά μεταλλαγμένος κ. Ερντογάν δεν θα εγκαταλείψει τις μεγαλοιδεατικές φιλοδοξίες του, τόσο για τον ίδιο όσο και για τη χώρα του. Και η ατομική φιλοδοξία του δεν περιορίζεται στην τοποθέτηση της φωτογραφίας του πλάι σ’ εκείνη του Μουσταφά Κεμάλ. Με όσα δείγματα συμπεριφοράς του διαθέτουμε, τίποτα δεν αποκλείει να αποπειραθεί να αφήσει μία βαθιά σφραγίδα στην τουρκική ιστορία με ένα γεγονός με το οποίο θα θελήσει να επιστεγάσει τα 100 χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας που γιορτάζονται το 2023.-

* Ο Γιώργος Κακλίκης είναι πρέσβης ε.τ., μέλος της Επιτροπής Διαλόγου και ειδικός σύμβουλος του επικεφαλής σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής