3 Δεκεμβρίου, 2015

Εκπαίδευση και όχι άρνηση

Guest Αρθρογράφος

Η μισαλλοδοξία είναι η πρώτη ένδειξη μιας ανεπαρκούς εκπαίδευσης (Solzhenitsyn).

Για να μπορέσουν όμως να σχεδιαστούν και υιοθετηθούν εν τέλει, πολιτικές που ενισχύουν την κατανόηση και προάγουν την αποδοχή της διαφορετικότητας όσο αφορά το φύλο και το σεξουαλικό προσανατολισμό, χρειάζεται πρωτίστως ο σχεδιασμός και η συστηματική ένταξη στο ελληνικό σχολείο της σεξουαλικής αγωγής.

Με τον όρο σεξουαλική αγωγή, γενικά, εννοούμε τη μακροχρόνια, δια βίου διαδικασία προβληματισμού, κατάκτησης πληροφοριών και διαμόρφωσης συμπεριφορών, πεποιθήσεων και αξιών γύρω από την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, τη σεξουαλική ανάπτυξη, την αναπαραγωγή, την ταυτότητα του φύλου και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Σκοπός της σεξουαλικής αγωγής είναι η προαγωγή της σεξουαλικής υγείας. Η σεξουαλική υγεία ενσωματώνει σωματικές, συναισθηματικές και κοινωνικές πλευρές της σεξουαλικότητας με τρόπους που συμβάλλουν στη συνολικότερη ευεξία του ατόμου. Συμπεριλαμβάνει, επίσης, την ικανότητα επιλογής σεξουαλικής και αναπαραγωγικής συμπεριφοράς που εναρμονίζεται με ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικών και προσωπικών ηθικών αρχών. Δυστυχώς, όλοι οι δείκτες σεξουαλικής υγείας παρουσιάζουν αρνητική εικόνα στη χώρα μας.

Η UNESCO αναγνωρίζοντας τη σημασία της σεξουαλικής αγωγής για τη διατήρηση και την επίτευξη καλής σωματικής και ψυχική υγείας και συναισθηματικής ισορροπίας, τη θεωρεί απαραίτητο στοιχείο της εκπαίδευσης κάθε ανθρώπου. Τα προγράμματα σεξουαλικής αγωγής που πληρούν τα σύγχρονα επιστημονικά κριτήρια έχουν θετική επίδραση στη σεξουαλική υγεία των μαθητριών και των μαθητών. Συγκεκριμένα, έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικά όσον αφορά στην καθυστέρηση των πρώιμων ερωτικών σχέσεων, τη μείωση του αριθμού των σεξουαλικών συντρόφων μεταξύ των νέων και την αύξηση των πρακτικών ασφαλούς σεξ. Επίσης συμβάλλουν στην ανάπτυξη των συναισθηματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων που είναι αναγκαίες για τη λήψη υπεύθυνων αποφάσεων στη σύναψη ερωτικών αλλά και φιλικών σχέσεων. Η οικοδόμηση της γνώσης πάνω σε σεξουαλικά ζητήματα και η ανάπτυξη δεξιοτήτων επικοινωνίας και λήψης αποφάσεων περιορίζουν, τέλος, φαινόμενα θυματοποίησης και σεξουαλικής κακοποίησης.

Στην Ελλάδα και σε αυτό το θέμα τα πράγματα είναι αμφίσημα. Η νομοθεσία ορίζει τη Σεξουαλική Αγωγή ως ενότητα της Αγωγής Υγείας. Τα ΦΕΚ 2003-303/3733-4068 και ΦΕΚ 2003-304/4069-4399 παρουσιάζουν τους άξονες, το περιεχόμενο και τη θεματολογία ανά τάξεις, ξεκινώντας από το Νηπιαγωγείο. Επίσης έχει δημιουργηθεί, με χρηματοδότηση από εθνικά και κοινοτικά κονδύλια, εκπαιδευτικό υλικό για όλες τις βαθμίδες.

Όπως επισημαίνεται σε σχετική έκδοση του υπουργείου, το σχολείο, μέσω της Σεξουαλικής Αγωγής, έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο παιδαγωγικό εργαλείο, το οποίο όχι μόνο θα παρέχει την ορθή πληροφόρηση αλλά επίσης θα συμβάλλει στη διαμόρφωση υπεύθυνων στάσεων και συμπεριφοράς, αρχίζοντας από την κατανόηση αυτού του ίδιου του εαυτού μας. Παρόλα αυτά, τα προγράμματα σεξουαλικής αγωγής που εκπονούνται τελικά δεν ξεπερνούν το 4% των προγραμμάτων. Γίνεται έτσι φανερή η διαχρονική αδυναμία του πολιτικού και εκπαιδευτικού συστήματος να διαχειριστεί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα.

Για την ομαλή και συστηματική ένταξη της σεξουαλικής αγωγής στο εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται να ενεργοποιηθούν όλες οι βαθμίδες. Χρειάζεται να σχεδιαστούν προγράμματα σπουδών σε θέματα σεξουαλικής αγωγής (σε προπτυχιακό και σε μεταπτυχιακό επίπεδο) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Έτσι θα ενισχυθεί πρώτον η έρευνα και δεύτερον η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών (φοιτητών και εν ενεργεία).

Οι εν ενεργεία εκπαιδευτικοί, παρόλο που αναγνωρίζουν τη σημαντικότητα της σεξουαλικής αγωγής, δεν αναλαμβάνουν αντίστοιχα προγράμματα κυρίως γιατί δε θεωρούν τον εαυτό τους έτοιμο να διαχειριστεί ένα δύσκολο και αξιακά φορτισμένο γνωστικό αντικείμενο. Αυτό μπορεί να καλυφθεί με συστηματικά προγράμματα επιμόρφωσης εκπαιδευτικών. Επίσης, δε γνωρίζουν το πλαίσιο και το περιεχόμενο στο οποίο θα πρέπει να κινηθούν μέσα στην τάξη διδάσκοντας το μάθημα της σεξουαλικής αγωγής. Εδώ χρειάζεται η πολιτεία να αποσαφηνίσει τις θεματικές ενότητες ανά βαθμίδα εκπαίδευσης και ηλικιακή ομάδα, αναδεικνύοντας το εκπαιδευτικό υλικό που υπάρχει ήδη, αλλά και εμπλουτίζοντάς το. Τέλος, οι εκπαιδευτικοί έχουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι οι γονείς θα είναι αρνητικοί σε μια τέτοια πρωτοβουλία. Όλα τα ερευνητικά στοιχεία όμως υποστηρίζουν το ακριβώς αντίθετο. Η συντριπτική πλειοψηφία των γονιών θα επιθυμούσε να συζητούνται αυτά τα θέματα στο σχολείο με τη βοήθεια και καθοδήγηση υπεύθυνων εκπαιδευτικών.

Τα πολιτικά μηνύματα για τη σεξουαλική αγωγή είναι αμφίσημα. Γίνονται δηλώσεις πολιτικών (ο πρώτος ήταν ο κ. Παπανούτσος το 1964, ως γενικός γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας), αλλά παραμένουν δηλώσεις. Υπάρχει στο Αναλυτικό Πρόγραμμα, αλλά δε φαίνεται, υπάρχει εκπαιδευτικό υλικό, αλλά δε φτάνει στα σχολεία, ενώ τα σχολικά εγχειρίδια σε καμία βαθμίδα εκπαίδευσης, δε δίνουν ουσιαστικές αφορμές για να συζητηθούν θέματα σεξουαλικότητας και διαπροσωπικών σχέσεων στην τάξη.

Η συστηματική και επιτυχημένη ένταξη της σεξουαλικής αγωγής είναι θέμα συνδυασμού πολλών παραγόντων και αποφάσεων σε πολλά επίπεδα αλλά πάνω και πέρα από όλα είναι θέμα πολιτικής βούλησης. Σε κάθε περίπτωση μια δημόσια συζήτηση με πρωτοβουλία του ΠΟΤΑΜΙΟΥ για το θέμα, όπου ως επίκεντρο ορίζονται η υγεία και τα ανθρώπινα δικαιώματα θα αποδυναμώσει κάθε «αντεπιχείρημα» που δεν υποστηρίζεται επιστημονικά και παιδαγωγικά.

* Η Μαργαρίτα Γερούκη είναι εμπειρογνώμονας του Τομέα Α΄ βάθμιας και Β΄ βάθμιας εκπαίδευσης