13 Δεκεμβρίου, 2017

Διστακτικά και ανοίκεια

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Οι πρώτες μετρήσεις της δυνητικής εκλογικής απήχησης του Κινήματος Αλλαγής, του νέου σχήματος στον χώρο του Κέντρου, κρίθηκαν ως αισιόδοξες για το εγχείρημα συνεργασίας δύο κοινοβουλευτικών κομμάτων και ενός αριθμού κινήσεων και προσωπικοτήτων του χώρου. Στην έρευνα της Prorata, για παράδειγμα, το ποσοστό όσων δήλωσαν πιθανότητα άνω του 50% να επιλέξουν το Κίνημα Αλλαγής στις επόμενες εκλογές έφτασε το 18%, ένα ποσοστό που δεν αντιστοιχεί βεβαίως στην πρόθεση ψήφου στη συγκεκριμένη συγκυρία, αλλά στο μέγεθος ενός ακροατηρίου που ακούει και παρατηρεί με ενδιαφέρον την εξέλιξη της πορείας του νέου κόμματος. Η αλήθεια είναι ότι το ποσοστό δυνητικής επιρροής του Κινήματος Αλλαγής δεν είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των ποσοστών επιρροής που κατέγραφαν έως τον Σεπτέμβριο τα δύο κόμματα –η ΔΗΣΥ και το Ποτάμι– χωριστά: η ΔΗΣΥ συγκέντρωνε τότε ποσοστό δυνητικής επιρροής 14% και το Ποτάμι 10%, ποσοστά που όμως «διπλομετρούσαν» ένα τμήμα του εκλογικού σώματος, και συγκεκριμένα εκείνους που δήλωναν ΔΗΣΥ και Ποτάμι από κοινού ως δυνητικές. Συνεπώς, το νέο κόμμα δεν έχει αυτήν τη στιγμή προσελκύσει το ενδιαφέρον ψηφοφόρων που βρίσκονταν πλησιέστερα σε άλλα κόμματα, κάτι μάλλον φυσικό δεδομένου ότι αφενός η προγραμματική ή και η οργανωτική του εικόνα δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμα, αφετέρου η επικράτηση της αρχηγού της ΔΗΣΥ στη μάχη της 12ης Νοεμβρίου στερεί από το νέο σχήμα το πλεονέκτημα της ανανέωσης.

Πράγματι, μόνο το 5% των ψηφοφόρων της ΝΔ του 2015 και το 3% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του 2015 δηλώνουν ως σημαντική –δηλαδή άνω του 80%– την πιθανότητα ψήφου για το Κίνημα Αλλαγής. Όμως το πλέον αξιοσημείωτο εύρημα της έρευνας της Prorata σχετικά με την προσέλευση της δυνητικής ψήφου για το νέο κόμμα είναι το σχετικά χαμηλό ποσοστό των ψηφοφόρων του Ποταμιού του 2015 που δηλώνουν ως σημαντική την πιθανότητα ψήφου για το Κίνημα: 11% αυτών δηλώνουν ότι είναι άνω του 80% πιθανό να στηρίξουν το Κίνημα στις επόμενες κάλπες, ενώ ένα επιπρόσθετο 20% αυτών δηλώνουν ότι είναι μεταξύ 50% και 80% πιθανό να στηρίξουν το Κίνημα. Τα ποσοστά αυτά θα πρέπει να συγκριθούν με το 5% και 3% για τα δύο μεγάλα κόμματα που αναφέρθηκαν προηγουμένως, αλλά και το 53% των ψηφοφόρων της ΔΗΣΥ του 2015 που δήλωσαν σημαντική πιθανότητα ψήφου για το Κίνημα Αλλαγής. Τις πρώτες τουλάχιστον ημέρες ζωής του νέου σχήματος, οι ψηφοφόροι του Ποταμιού δείχνουν διστακτικοί απέναντι του.

Ενδείξεις της διστακτικότητας των ψηφοφόρων του Ποταμιού καταγράφηκαν και νωρίτερα, στον δεύτερο γύρο των εκλογών για την ηγεσία του νέου κόμματος, όταν ο αριθμός των ψηφισάντων μειώθηκε κατά 26% σε σχέση με αυτόν του πρώτου γύρου, ποσοστό που αριθμητικά συμπίπτει με το άθροισμα εκείνων που επέλεξαν στον πρώτο γύρο των εκλογών τον Σταύρο Θεοδωράκη ή τον Γιώργο Καμίνη (τον έτερο μη προερχόμενο από το ΠΑΣΟΚ υποψήφιο για την ηγεσία). Η ανάλυση των αποτελεσμάτων του πρώτου και του δεύτερου γύρου ανά εκλογικό τμήμα αποκαλύπτει ότι στο 40% των τμημάτων η αποχή από τον δεύτερο γύρο δεν αποκλίνει πάνω από 5% από το άθροισμα των ψήφων που έλαβαν οι κ.κ. Θεοδωράκης και Καμίνης στον πρώτο γύρο. Για παράδειγμα, στο τμήμα του Χατζηγιάννειου Πνευματικού Κέντρου στη Λάρισα, από τους 2.063 εκλογείς του πρώτου γύρου, οι 515 επέλεξαν είτε τον Σταύρο Θεοδωράκη, είτε τον Γιώργο Καμίνη, ενώ ακριβώς 515 ήταν και εκείνοι που δεν προσήλθαν στον δεύτερο γύρο. Ομοίως, στο Κέντρο Νεότητας στη Φιλοθέη, από τους 893 εκλογείς του πρώτου γύρου, οι 571 επέλεξαν έναν από τους δύο συγκεκριμένους υποψηφίους, ενώ 538 ήταν εκείνοι που δεν προσήλθαν στον δεύτερο γύρο, γεγονός που μείωσε τη συμμετοχή στο συγκεκριμένο τμήμα κατά 60%. Παρότι δεν είναι δόκιμο να συνάγουμε συμπεράσματα για ατομικές συμπεριφορές βασιζόμενοι στα εκλογικά αποτελέσματα, η υπόθεση ότι όσοι επέλεξαν κάποιον από τους δύο μη προερχόμενους από το ΠΑΣΟΚ υποψηφίους στον πρώτο γύρο ήταν αυτοί που απείχαν στον δεύτερο γύρο μοιάζει να είναι ισχυρή.

Πόσο εύκολο είναι να ξεπεράσουν τους δισταγμούς τους για το νέο εγχείρημα, υπό την ηγεσία όμως της Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, όσοι στηρίζουν το Ποτάμι; Οι εικόνες και οι λέξεις που καταγράφηκαν στην πρώτη κοινή συνεδρίαση των Κοινοβουλευτικών Ομάδων των δύο κομμάτων την περασμένη εβδομάδα δεν είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικές. Παρά την εμφανή προσπάθεια μίξης βουλευτών και κεντρικών στελεχών των δύο κομμάτων στα έδρανα της πρώτης γραμμής, η εικόνα των ανθρώπων των δύο κομμάτων στα τελευταία έδρανα της Γερουσίας πρόδιδε ουσιαστικές διαφορές. Στην ηλικία, στις κινήσεις, στις συνήθειες, στον τρόπο δουλειάς. Και όταν στο βήμα ανέβηκαν οι αρχηγοί των δύο κομμάτων, τότε έγιναν ορατές και οι διαφορές στην προσέγγιση του εγχειρήματος. Ο Επικεφαλής του Ποταμιού θέλησε να στρέψει το ενδιαφέρον στον κοινό βηματισμό «τολμηρών σοσιαλδημοκρατών» με «γενναίους φιλελεύθερους» και στην ανάγκη «να σπάσει το καλούπι του πολιτικού που δεν ανανεώνεται, δεν νοιάζεται, δεν εξελίσσεται». Η Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και νικήτρια των εκλογών για την ηγεσία του νέου κόμματος όμως ξεπέρασε τις παραπάνω αναφορές με ένα απλό σχόλιο για την αξία της ενότητας και άμεσα στράφηκε στην κλασική αντιπολιτευτική κριτική κατά «των συντηρητικών πολιτικών του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ», αλλά και εμμέσως των Μνημονίων, δημιουργώντας ερωτηματικά σε βουλευτές του Ποταμιού, αλλά και κάποιους της ΔΗΣΥ, που έχουν ανοιχτά στηρίξει την προοπτική πώλησης της ΔΕΗ ή αλλαγής του νόμου για τις απεργίες. Δύο ομιλίες για δύο διαφορετικά ακροατήρια. Στην πρώτη κοινή συνάντηση των δύο κομμάτων, το περιβάλλον έμοιαζε ανοίκειο για τους ανθρώπους του Ποταμιού. Διστακτικά και ανοίκεια. Δύσκολος ο δρόμος τους.

* Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου «Π στο Τετράγωνο – Πρόοδος στην Πράξη»

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών