24 Αυγούστου, 2015

Ο καθρέπτης της Ευρώπης

Χλόη Βλασοπούλου

Δεν είναι η πρώτη φορά που η χώρα βρέθηκε σε κατάσταση χρεοκοπίας. Έχει γνωρίσει άλλες τέσσερις μετά την επανάσταση του 1821 (1827, 1843, 1893,1932).

Κάθε φορά οι ελληνικές κυβερνήσεις ανέτρεχαν στους ευρωπαίους για σύναψη δανείων. Κάθε φορά δίνονταν δάνεια με όρους που η ελληνική οικονομία δεν μπορούσε ν’αντέξει. Κάθε φορά η αύξηση των φόρων και η πτωχοποίηση των πιο αδύναμων επικρατούσαν. Κάθε φορά οι υποσχέσεις για εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη επαναλαμβάντονταν αλλά έμεναν κενό γράμμα. Αρκεί να διαβάσει κανείς τους κοινοβουλευτικούς λόγους της βενιζελικής περιόδου πριν από έναν αιώνα και νομίζει ότι αναφέρονται στο σήμερα…

Μήπως όμως υπάρχει κάποια διαφορά  στη σημερινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας; Υπάρχει τουλάχιστον μία ουσιαστική. Η Ελλάδα σήμερα δεν ζητάει την στήριξη των ‘’ξένων’’. Αποτελεί επίσημα μέρος της Ενωμένης Ευρώπης. Αυτό σημαίνει πως οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν είναι ‘’ξένοι’’ αλλά (και) δικοί μας κανόνες που
η πολιτεία και οι πολίτες πρέπει να κατανοούν, να σέβονται και να εφαρμόζουν, όχι να αγνοούν, παρακάμπτουν και/ή εκμεταλλεύονται προς ίδιο όφελος.

Οι κανόνες αυτοί δεν εμφανίστηκαν ex nihilo. Αντικατοπτρίζουν τον τρόπο λειτουργίας των σύγχρονων κοινοβουλευτικών δημοκρατιών, έτσι όπως διαμορφώθηκαν ιστορικά στον δυτικό κόσμο μέσα από τη ζύμωση μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Κριτική μπορεί να ασκηθεί προς διάφορες κατευθύνσεις για την εξέλιξη αυτή, τις πρακτικές και τα habitus που έχει διαμορφώσει. Δεν είναι όμως αυτός ο στόχος του κειμένου αυτού. Αντίθετα, είναι να αναρωτηθεί σε ποιο βαθμό η ελληνική πολιτεία είναι συμβατή σήμερα με το ευρωπαϊκό δημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας στο οποίο ανήκει, ενώ αυτό δεν αποτελεί απόρροια της δικής της ιστορικής εξέλιξης που διεκόπη από τα 400 χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας. Τι εικόνα αντανακλά το είδωλό μας στον καθρέπτη της Ευρώπης;

Ακούμε κατά κόρον στον δημόσιο λόγο τις λέξεις εκσυγχρονισμός και ανάπτυξη. Ο εκσυγχρονιμός και η ανάπτυξη δεν διατάσσονται με κανονιστικές πράξεις και νομοθετήματα. Επέρχονται μόνο εφόσον τόσο οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού, όσο και οι δημόσιοι λειτουργοί αλλά και οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να συμβάλουν συλλογικά προς μία τέτοια κατεύθυνση. Ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω την εμπειρία μου ως κατοίκου του εξωτερικού τα τελευταία 25 χρόνια και τις συγκριτικές αναλύσεις που έχω δημοσιεύσει ως πολιτικός επιστήμονας για να θέσω εν συντομία μερικά ζητήματα που ίσως να δίνουν μία αρχή απάντησης στο ερώτημα της προηγούμενης παραγράφου.

Στα κοινοβούλια των δυτικοευρωπαϊκών χωρών υπάρχουν μηχανισμοί που αποτρέπουν την άμεση επαφή των εκλεγμένων εκπρόσωπων με ομάδες συμφερόντων. Αντίθετα στην ελληνική κοινωνία η άμεση επαφή βουλευτή και ψηφοφόρου είναι κοινός τόπος. Η πρακτική αυτή αντικατοπτρίζεται και στο κοινοβουλευτικό έργο. Τα κοινοβούλια των δυτικοευρωπαίων εταίρων μας παράγουν νόμους με γενικό περιεχόμενο και επικεντρωμένους στον ορισμό των βασικών αρχών και στόχων που στη συνέχεια συγκεκριμενοποιούνται στα εφαρμοστικό κείμενο. Αυτό επιτρέπει οι νόμοι να είναι λιγότερο πολύπλοκοι και κυρίως πιο διαχρονικοί καθότι πιο προσαρμόσιμοι στις εκάστοτε συνθήκες και εξελίξεις. Αντίθετα, η ελληνική βουλή αναζητά συστηματικά να εξαντλεί μέσω των νόμων κάθε εφαρμοστική λεπτομέρεια, με αποτέλεσμα να απαιτούνται συνεχείς τροπολογίες που καθιστούν τη νομοθεσία άκαμπτη, πολύπλοκη και τελικά ανεφάρμοστη ή προσαρμόσιμη στις εκάστοτε πιέσεις. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ένας κύριος λόγος είναι η επί της ουσίας ‘απουσία’ ενός κομβικού οργάνου των σύγχρονων δημοκρατιών: η δημόσια διοίκηση.

Όπως την έχει ορίσει ο γερμανός κοινωνιολόγος Max Weber, η σύγχρονη γραφειοκρατία πρέπει να διέπεται από μιά σειρά αρχών όπως η αξιοκρατική πρόσληψη, ο σεβασμός της ιεραρχίας, η ουδετερότητα στη λειτουργία τόσο ως προς τα κόμματα όσο και ως προς τους πολίτες... Σε μία υγιή δημόσια διοίκηση ο δημόσιος λειτουργός αναζητά να εξυπηρετεί και διευκολύνει τον πολίτη γνωρίζοντας σαφώς τους εν ισχή νόμους και διατάξεις. Ο δημόσιος λειτουργός αποσκοπεί στην εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας του και την αναγνώρισή της, ώστε αυτή να ενδυναμωθεί έναντι των άλλων υπηρεσιών μέσα από έναν υγιή ανταγωνισμό προς όφελος των πολιτών. Η παρουσία του πολίτη δεν είναι υποχρεωτική καθότι η τηλεφωνική και ηλεκτρονική επικοινωνία συχνά αρκεί μιάς και δεν του ζητούνται υπεύθυνες δηλώσεις και γνήσια υπογραφής που τον καθιστούν κατ’αρχήν ύποπτο ή ανέντιμο.

Σε μια σύγχρονη δημοκρατία ο πολίτης έχει εμπιστοσύνη στο κράτος και δεν αναζητά τρόπους αποφυγής της νομίμου οδού. Πληρώνει τους φόρους του γνωρίζοντας πως θα του ανταποδοθούν σε υπηρεσίες, δεν ασκεί πιέσεις γιά να επιτύχει προσωπικό όφελος αγνοώντας το συλλογικό. Ο πολίτης μιας σύγχρονης δημοκρατίας ατομικά ή συλλογικά, μέσω του σωματείου του, δεν απευθύνεται στους πολιτικούς εκπροσώπους του αναζητώντας πελατειακού τύπου ρυθμίσεις γιατί μπορεί ν’απευθυνθεί στον ενδιάμεσο θεσμό της δημόσιας διοίκησης προκειμένου να εκφράσει τις τοποθετήσεις του και ν’αναζητήσει επίλυση των προβλημάτων του.

Ένα κοινοβούλιο που λειτουργεί πελατειακά και παράγει δυσλειτουργική πολυνομία. Μία δημόσια διοίκηση ανίκανη να παίξει τον διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ εκλεγμένου εκπροσώπου και πολίτη. Ένας πολίτης που αντιμετωπίζει το κράτος ως αντίπαλο προς αποφυγή ή ως συνέταιρο στην ανταλλαγή προσωπικού όφελους. Ποιος άραγε πρέπει ν’αλλάξει πρώτος ώστε να σταματήσει αυτός ο διαστρεβλωτικός φαύλος κύκλος, ώστε η πολιτεία μας να γίνει συμβατή με τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας των ευρωπαίων εταίρων μας; Η απάντησή μου είναι ‘’πρέπει ν’αλλάξουμε όλοι μαζί’’! Διαφορετικά ο πολυσυζητημένος εκσυγχρονισμός και η ελπιδοφόρα ανάπτυξη θα παραμείνουν ευσεβείς πόθοι.

Αυτή η εκλογική αναμέτρηση, που γίνεται με λίστες και όχι με σταυρό προτίμησης, αποτελεί μια πραγματική ευκαιρία για τους πολίτες-ψηφοφόρους να δείξουν πρώτοι τον δρόμο της αλλαγής ψηφίζοντας όχι με βάση τα πεπερασμένα κριτήρια του παλαιοκοματισμού αλλά με γνώμονα την επείγουσα ανάγκη βαθιών μεταρρυθμίσεων. Από την ίδρυσή του το Ποτάμι έχει αναδείξει την ανάγκη αυτή ως δομικό στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας και η εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων θα του επιτρέψει να συμβάλει δυναμικά στην πραγμάτωση των τόσο δύσκολων αλλά ταυτόχρονα αναγκαίων αλλαγών.

* Η Χλόη Βλασσοπούλου είναι Πολιτική υπεύθυνη Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής στο Ποτάμι

24 Αυγούστου 2015