28 Νοεμβρίου, 2016

Χρειαζόμαστε μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική

Το Ποτάμι

Η ομιλία της Ντόρας Μπακογιάννη στην εκδήλωση για την εξωτερική πολιτική με τίτλο "Οι Γείτονες έχουν νέυρα. Εμείς;"

Φίλες και φίλοι,
Ευχαριστώ το «Ποτάμι» για την ευγενική πρόκληση να συζητήσουμε απόψε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα.

Πριν δούμε τα της Τουρκίας, ας σκεφθούμε λίγο σε τι κατάσταση βρίσκεται ο περίγυρός μας. Η ευρύτερη γειτονιά της Ελλάδας βρίσκεται σε φάση απόλυτης κατάρρευσης. Ο πόλεμος στη Συρία μαίνεται. Η χώρα έχει κυριολεκτικά καταστραφεί και εκατομμύρια άμαχοι υποχρεώθηκαν σε φυγή. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Η συριακή κρίση θα διαρκέσει πολύ.

Λίγο παραπέρα, στο Ιράκ, κυριαρχεί η αβεβαιότητα. Η κυβέρνηση αγωνίζεται να σταθεί όρθια, ενώ οι τζιχαντιστές έχουν προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές. Η προοπτική σταθερότητας φαντάζει ακόμη μακρινή. Παρόμοια η κατάσταση και στη Βόρεια Αφρική.

Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή εντείνεται και λόγω της αμφιθυμίας των ισχυρών χωρών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επί του παρόντος δεν δείχνουν ζωηρό ενδιαφέρον για την περιοχή, σε αντίθεση με την ενεργητικότητα των Ρώσων.
Κι έρχομαι στο κυρίως θέμα, την Τουρκία. Θα σας θυμίσω ένα συμβάν. Όταν το ΑΚΡ κέρδισε πρώτη φορά τις εκλογές το 2002, ο Ερντογάν ήρθε στην Αθήνα και έκανε τολμηρές εξαγγελίες. Μίλησε για νέα σελίδα στα ελληνοτουρκικά, προκαλώντας την οργή των στρατηγών και του βαθέως κεμαλικού κράτους. Ακόμα, μίλησε για τη βούλησή του να λυθεί το Κυπριακό, στη βάση του βελγικού μοντέλου. Τάραξε τον μακαρίτη Ντενκτάς και έδωσε θάρρος στον Ακκιντζί που τότε βρισκόταν στο περιθώριο της τουρκοκυπριακής πολιτικής σκηνής. Στη συνέχεια, εφήρμοσε στην Τουρκία εκδυτικιστικές μεταρρυθμίσεις που περιόρισαν τον πολιτικό ρόλο του στρατού. Με άλλα λόγια, έδειξε ότι το πολιτικό Ισλάμ δεν απειλεί το κοσμικό κράτος.

Ο δυτικόστροφος Ερντογάν του τότε δεν έχει καμία σχέση με τον σημερινό μεγαλοϊδεάτη σουλτάνο. Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, κυριαρχεί πλήρως στο εσωτερικό της Τουρκίας και διεκδικεί για τη χώρα ρόλο περιφερειακής δύναμης σταθερότητας. Ο ίδιος φαίνεται διατεθειμένος να κάνει τα πάντα, προκειμένου να πετύχει τον πολιτικό του στόχο: να μεταβάλει την Τουρκική Δημοκρατία σε προεδρική και να καταστεί στην τουρκική ιστορική συνείδηση ως ισότιμος ή ανώτερος του Ατατούρκ. Η Συνθήκη της Λωζάνης πιστώθηκε ως ιστορική νίκη στο δίδυμο Κεμάλ-Ινονού. Για δεκαετίες αποτελούσε έμβλημα της κεμαλικής παράδοσης. Σήμερα, η αποδόμηση του ιερού «κεμαλικού» (εντός εισαγωγικών) κειμένου της Λωζάνης, αποδεικνύει ότι στην Τουρκία του Ερντογάν δεν μπορεί ο πατέρας του έθνους να είναι ούτε ο Ατατούρκ ούτε κάποιος άλλος. Ο πατέρας του έθνους πρέπει να είναι πλέον ο Ερντογάν. Γι’ αυτό και στις φιλοκυβερνητικές εφημερίδες ο Ατατούρκ αναφέρεται συχνά ως Μουσταφά Κεμάλ, δηλαδή ως ένας κανονικός άνθρωπος με ονοματεπώνυμο. Όμως, μελετώντας βαθύτερα την αναθεωρητική ρητορική του Ερντογάν, αντιλαμβανόμαστε ότι αποτελεί ταυτόχρονα ομολογία ανησυχίας στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Στο εσωτερικό μέτωπο, τα οικονομικά προβλήματα καραδοκούν. Η λίρα υποτιμάται και οι διεθνείς οίκοι υποβαθμίζουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Οι ξένες επενδύσεις έπεσαν 54% από τις αρχές του έτους, η ανεργία αυξήθηκε στο 11,3% και η συναίνεση που δημιουργήθηκε μετά το πραξικόπημα, εξανεμίστηκε: πρώτον, εξαιτίας των διώξεων βουλευτών του ΧαΝτεΠε και, δεύτερον, λόγω του πρωτοφανούς νομοσχεδίου που νομιμοποιούσε τους παιδικούς βιασμούς σε περίπτωση γάμου. Έτσι, ο αναθεωρητισμός και τα «νεύρα» λειτουργούν ως αντιστάθμισμα στα εσωτερικά ζητήματα, αυξάνοντας την πολιτική επιρροή στα συντηρητικά εθνικιστικά ακροατήρια. Άλλωστε έχει ανάγκη των ψήφων του Μπαχτσελί για την αλλαγή του πολιτεύματος.

Στο εξωτερικό μέτωπο, η ρητορική Ερντογάν δείχνει ανησυχία για την επόμενη μέρα στη Συρία και την πιθανή ισχυροποίηση του κουρδικού στοιχείου. Οι αναφορές στη Λωζάνη και στα διλήμματα του τύπου «συρρίκνωση ή επέκταση» θυμίζουν στη διεθνή κοινότητα, και κυρίως στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, το προληπτικό δικαίωμα της Τουρκίας να επέμβει στο Ιράκ και τη Συρία για να προλάβει εξελίξεις στο Κουρδικό. Με άλλα λόγια, για να αποτρέψει την πιθανή πολιτική ένωση των Κούρδων που ζουν στις χώρες της περιοχής. Αυτό, εξάλλου, έχουν ως στόχο οι επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού στη Μοσούλη: να μην αποκτήσουν οι Κούρδοι του Ιράκ εδαφική επαφή με τους Κούρδους της Συρίας. Διότι αυτό ενδεχομένως να ξυπνήσει τα ένστικτα αυτονομίας στους Κούρδους της Τουρκίας.

Κι εδώ οι ΗΠΑ και η Ρωσία φαίνεται να στηρίζουν τη χειραφέτηση των τελευταίων ως ανάχωμα στην επέκταση των τζιχαντιστών. Αν μετά την εκλογή Τραμπ καμφθούν οι διαφορές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων, τότε ο διαπραγματευτικός ρόλος του Ερντογάν θα αδυνατίσει. Βέβαια, προσωπικά εκτιμώ ότι δεν βρισκόμαστε κοντά στη δημιουργία ευρύτερου κουρδικού κράτους, σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη.
Τέλος, ο Τούρκος Πρόεδρος επιτίθεται στην Ευρώπη, εκβιάζει για το προσφυγικό και προβάλλει την καλή σχέση του με το Κρεμλίνο. Ακόμη, θυμίζει ότι, αν η Δύση δεν θέλει την Τουρκία, τότε υπάρχει η Κίνα και οι χώρες του Συμφώνου της Σαγκάης.

Φίλες και φίλοι,

Ιστορικά, οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας περνούν από το Κυπριακό, το οποίο βρίσκεται στην κρισιμότερη φάση του. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης κινείται με υπευθυνότητα και σοβαρότητα και δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος σ’ αυτή την αίθουσα που να διαφωνεί με τους χειρισμούς του. Βέβαια, υπάρχουν ερωτηματικά για τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης. Άλλα όσο η διαπραγμάτευση συνεχίζεται, δεν θα σχολιάσω περαιτέρω. Η Ελλάδα έχει πικρή εμπειρία από διαφωνίες υπουργού εξωτερικών με πρωθυπουργό. Και όποτε προέκυψαν τέτοιες διαφωνίες, το τίμημα για τα εθνικά θέματα ήταν μεγάλο.

Ας μην κρυβόμαστε. Η επιθετική ρητορική των γειτόνων μας είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Όπως ανησυχητική είναι και η σιωπή της Ευρώπης απέναντι στις δηλώσεις Ερντογάν περί Λωζάνης. Οι εταίροι αντιδρούν μόνο στους εκβιασμούς για το προσφυγικό. Μοναδική εξαίρεση το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί διακοπής των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, μετά από παρέμβαση των ευρωβουλευτών της Νέας Δημοκρατίας.
Εκτιμώ ότι χρειάζεται αναπροσαρμογή της εξωτερικής μας πολιτικής έναντι της Τουρκίας. Για χρόνια, το διεθνές κλίμα ήταν ευεπίφορο για να χαράξουμε μια συγκεκριμένη πολιτική: ότι η στρατηγική μας για τη γείτονα είναι η πλήρης ένταξη στην Ε.Ε., εφόσον πληρούνται τα κριτήρια Κοπεγχάγης. Αυτή η στρατηγική δεν μπορεί να σταθεί, τουλάχιστον επί του παρόντος, διότι έχουμε απέναντί μας μια διαφορετική Τουρκία. Μια Τουρκία που δείχνει απρόθυμη να υιοθετήσει το κοινοτικό κεκτημένο, μια Τουρκία που απειλεί να πλημμυρίσει την Ευρώπη με πρόσφυγες, μια Τουρκία που θίγει ζητήματα συνόρων.

Επομένως, η Ελλάδα οφείλει να επαναχαράξει τη στρατηγική της, με την παραδοχή ότι το ευρωπαϊκό χαρτί της Τουρκίας είναι πια αδύναμο. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν μπορούν πλέον να προσεγγίζονται υπό το πρίσμα των ευρωτουρκικών σχέσεων αλλά ως αυτόνομες. Και για να το πετύχουμε αυτό, χρειάζεται νηφαλιότητα και μακρόπνοος σχεδιασμός, όχι σπασμωδικές κινήσεις.

Προσωπικά, έχω υποστηρίξει διαχρονικά την ανάγκη φιλικών σχέσεων με την Τουρκία. Η αίσθησή μου, όμως, είναι ότι βολευτήκαμε για χρόνια με την ευρωπαϊκή προοπτική της. Αφήσαμε τους Ευρωπαίους να διαφωνούν κάπου-κάπου για την ενσωμάτωσή της ή όχι στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια και παραμερίσαμε την ουσία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Πρακτικά, επιδείξαμε στρουθοκαμηλισμό.

Χρειαζόμαστε μια εθνική στρατηγική η οποία επί του παρόντος είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Για πρώτη φορά δεν υπάρχει επικοινωνία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για την εξωτερική πολιτική. Ακόμη και στις περιόδους πόλωσης τη δεκαετία του 1990 η ανοιχτή γραμμή για τα εθνικά θέματα δεν έκλεισε ποτέ. Σήμερα με ευθύνη της κυβέρνησης και του υπουργού εξωτερικών υπάρχει πλήρης έλλειψη ενημέρωσης για την εξωτερική πολιτική. Χρειαζόμαστε συνεννόηση στα εθνικά θέματα. Κανείς δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο πατριώτης. Εύχομαι η σημερινή εκδήλωση να είναι η αρχή ενός γόνιμου διαλόγου για την αναγκαία και μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική.